Τσάμπα

   Προχωράω στο δάσος φτερουγίζοντας απαλά το βλέμμα στα πέριξ. Το ρου του καλωσορίζει ένα κιτρινοπράσινα φθινοπωρινό κορμί από πλατάνια και λεύκες, οξές και κυπαρίσσια, λαξεμένο στον θεμέλιο ορεινό όγκο που θα μεταβιβάσει, σαν σουρουπώσει, τη σκυτάλη της θέας στον ηλιοβασιλεύων ορίζοντα. Ένα ντεγκραντέ φωτεινής ουσίας· ένα ζωηρό πρίσμα. Η διαδρομή συνοδηγεί τη δύσπνοια μου· μα θαρρώ πως τα σπλάχνα μου χαίρονται τούτο τον υγρό αέρα, ως και τα μάτια μου γαληνεύουν στο ερημικό αυτό καλειδοσκόπιο. Αφού η σύνθεση αυτή χαράξει τον απόηχο, το μετείκασμά στις μνήμες και αισθήσεις μου, ελαφρύτερη καρδιά και ρευστότερο είναι θα επαναφέρουν το βλέμμα στην καθαυτή αναζήτηση. Η εφηβική, ημικρανιακή σχεδόν, εμμονή μου αποζητά -λέει- την ουσία· μέρος κρυφό στ” αχανές όλον, το συμπαθητικό εκείνο προς τις ανάγκες μου κάτι, το σύντονο στου οποίου την ψευδοσυνήχηση ανταποκρίνομαι ως σε κάθε αυθόρμητη πρόσκληση για κοινωνία.

   Κάποιους αγέρηδες και χαμόγελα μετά, εκ του εγγύτερου μακρόθεν, ψυχανεμίζομαι πως στην αναζήτησή μου ανταποκρίνεται πιότερο το υπερσύνολο τούτο παρά ένα κάποιο μέρος του που μάταια  και διαισθητικά αποπειρώμαι να εντοπίσω.

   Τ” αγέρι πάλι σπαθίζουν των αρχαγγέλων τα βιμπράτα. Κι εκείνο ολόδροσο κοινωνεί με πνοή και χαμογέλιο τη θερινή πλάση. Τα σκαστά του ήλιου μάγουλα με μέλι λούζουν απ” άκρο σ” άκρο τον ορίζοντα, να στέργει ζέστα τους παλμούς στα κάθε στήθια. Μοσκομυρίζει κάθε ξημέρωμα· αποταυρίζετ” η πέτρα. Από το γιασεμί ως το νυχτολούλουδο οι μασκάλες τους νοτίζουν μεθιά το ρουθούνι.   Το ρόδο ξαπλώνει στην αυγή τα πέταλά του, τα καλημερίζει, και ένα-ένα τα χτενίζει. Και άμα καθρεπτιστεί στη νυχτοπάχνη τους, μετρά το κάθε του αγκάθι. Έπειτα, χαδεύει κάθε φύλλο, και μέσ” στις ρίζες αναζητά την καλημέρα του χώματος· γυρνά το μίσχο στον ήλιο κι  επιβεβαιώνει πως ακόμη ζει ελπίδα. Ο αγέρας απαλός και δροσάτος μάς φιλεύει μ” ένα σύγκορμο τρέμολο.

   Κάθομ” ολομεσίς σ” ένα γιορντάνι, στο βαλς του νευρικού συστήματος, και δε χορταίνω αναπνοές. Η καρδιά μου αρχίζει πάλι φάλτσο χορό στους ήχους των αηδονιών που φλερτάρουνε στα κλαδένια παγκάκια τους. Γιομίζει το αίμα το κεφάλι το στέρνο με τ” αέναα φιλέματα του Θεού και της Πλάσης. Εδώ τα δώρα· εδώ το μητρικό το χάδι· εδώ του αδερφού η χειραψία· εδώ το βλέμμα του φίλου, εδώ του έρωτα η θωριά. Κι εδώ η ζήση.
Και επιβεβαιώνω: τα πιο μονάκριβ” αγγίγματα της κλεψύδρας αιωρούνται, παχνίζουν δίπλα μας· δεν πλερώνονται·: αφού δεν κοστίζουν, αφού δεν πουλιούνται. Δε ζητάνε παρά μόνο ένα: τη Συμμετοχή: τη συνειδητοποίηση της παρουσίας τους σιμά και εντός μας.
   Λέμε πως δεν μπορούμε να δούμε, ν” αντιληφθούμε το Άπειρο. Μα τό “χομε κάθε μέρα μπροστά μας: άπειρα τα σχήματα, μυριετίες τώρα, που “χει πάρει η κάθε θάλασσα· και στον όχθιο αφρό της άπειρες οι μοναδικές παραστάσεις που έδωκαν η πιθανότητα με το χάος. Άπειρες οι μορφές που ως τώρα έχει λάβει πάρει ο άνεμος στ” αέναο γεωχρονικό του ταξίδι.
   Λέμε πως δεν γνωρίζουμε το Απειρο· αλήθεια είναι: καλπάζουν για λίγο στο πλάι μας κάποια απ” τα πρόσωπά του την κάθε φορά που ξανασελώνουμε το δολοφονημένο ψωράλογο του κάθε μέρα.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>