Το πισσωμένο δάκρυ, το γελαστό

Κάπου στο περίπτερο αφήσαμε τον εαυτό μας· στο στρόμπο ενός κλαμπ, σε ένα ραβασάκι. Κι αντί ν” ανθίζει στην καρδιά μας και ν” αναπνέει ένας αυθόρμητος πομποδέκτης χαράς, κλείσαμε τη μιζέρια μας εκεί παρέα, και τις ταΐζουμε καπνό, ποτό και τσιφτετέλι· που και που σκάει το χαμόγελό του στα χείλη μας. Και όλα μας φταίνε, κι ας εμείς τον καταδικάσαμε σ” ασφυξία – μην τύχει κι ελευθερωθεί κι αναπνεύσει και μας τον πάρουν· μα δεν πιάνονται οι γλάροι…

Τώρα τ” ακρόχειλα βαριούνται να σηκωθούν, καθώς το σώμα και το πνεύμα μας· χαμηλοσυνταξιούχος χαρά.

Ψωρομετράμε τις εκφράσεις στο πρόσωπο σαν τα ψιλά του super market· τα ηνία έχει πια μια φωνή που φαλτσάρει από λαιμαργία, κι ένα βλέμμα που προσκυνάει τσέπες.‌

Και μασάμε τα φίλτρα απ” τις τσιμινιέρες του φούρνου που τον πετάξαμε, κυλάμε στα ρυάκια του σκωτσέζικου κώνειου, και χοροπηδάν” τα σώματά μας μας -μα όχι εμείς- στα χέρια του μαριονέτου· μεγαλώνει η μύτη μας μ” άλλοθι ξύλινη ψυχή/ και ψάχνουμε να βρούμε τον πατέρα μας ή την πριγκίπισσα που θα φιλήσει τ” ασχημόπαπο να γίνει κύκνος αλαζόνας. Και σπάμε αμάξια πλερωμένα με δάκρυ και φτώχεια· και γιομίσαμ” ιδέες στα κοτέτσια που ονομάσαν σχολεία· μα ξεχάσαμε να γίνουμε οι ίδιοι ιδέες, η Ιδέα μας.

Και ψάχνουμε να βρούμε τον εαυτό μας ό,που εκείνος πουλιέται: σε βιτρίνες, σε πόρτες μπαρ, σε MP3, και ξεχνάμε να τον ψάξουμ” εκεί που είναι και δεν έφυγε ποτέ: στο γέλιο και το κλάμα. Ντρεπόμαστε να κλάψουμε /ενήλικες γαρ και να γελάσουμε: στόμα ακίνητο που τίποτα δε λέει, παρά προσπαθεί να επιβληθεί μην τύχει και μας πούνε βλάκα “κείνα τα σκιάχτρα γύρω μας.

Και μεγαλώνουμε, μεγαλώνουμε… μόνο αυτό κάνουμε… Μα μήδε κι ετούτο το μάθαμε…

Το πλεχτό του χρόνου μας να σάχνει η ζωή, κι εμείς ούτ” ένα ποτήρι νερό δεν της δίνουμε να φιλέψουμε ένα χαμόγελο απ” την καρδιά μας στα μάτια της, και να πάρει μι” ανάσα να ξέρει πως το εργόχειρο καλό “ναι, να το κεντήσει πλέον περίτεχνα κι εκείνη κι εμείς· κρεμάστηκε η «ωριμότητα» στα μπουγαδοσκοινα του χαμόγελού μας και δεν έχει πια χώρο γι” ασπρόρουχα· μόνο γκρίζα κουστούμια και γραβάτες. Γέλιο βροντερό, πετρωμένο…

Κι έτσι, για μια στιγμή ομορφαίνουμε, σε μια Στιγμή, αιώνια· πλουτίζει η θωριά μας στην πρώτη ερωτική ανταπόκριση, στην πρώτη σαΐτα με καρδούλες στον ώμο μας.

Και κάνει τότε πως θυμάται ν” αναπνέ” η Ψυχή· μα φοβούμαστε να χοροπηδήξουμε, να πετάξουμε: θαρρούμε πως τα φτερά μας κομμένα ή σκουριασμένα ή ανύπαρκτα, δεν μπορούν να σηκώσουν το βαρύ μπαρουτοκαπνισμένο σώμα· την ανάσα μας.

Και βάνουμε χαλινάρι στο άλογό του με το ψαλίδι της λογικής και της «ωριμότητος«. Και αντί να χοροπηδάμε σαν βλάκες και ν” αγκαλιάζουμε δέντρα, να μη μας βάνει ο τόπος, να “ν” όλα τα βουνά δυο ζάλα να τα φτάσεις, να τα φιλήσεις, κανονίζουμε με συνοπτικές διαδικασίες το επόμενο ραντεβού: σα γιατροί σε φτωχό ασθενή, σε τριτοξάδερφο. Αντί να της δείξουμε πως την αγαπάμε, απαντάμε «κι εγώ». Και αντί να μαδήσεις (ή να κόψεις απ” του βυθού το μπαξέ) μία φτέρη, μια μαργαρίτα να της τη δώσεις, φοβάσαι μην και σε πει παιδάκι.

Εγίνηκες άντρας λοιπόν… Ας πρόσεχες.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>