Το Εκκλησάκι των Παιδιών

Ύπνος ελάχιστος κι απόψε·
αγουροξύπνημα εθελούσιο κι ακούσιο στις εφτά·
ντύθηκα, πλύθηκα.

Και πρωτοβρόχι σήμερα όλη νύχτα·
τί πρωτοβρόχι..:
ίσως και ξύπνησα απ” τον κατακλυσμό (γιατί για πρωτοβρόχι δεν το λες).

Εν πάση περιπτώσει·
ξυπνώ, που λες, σηκώνομαι, ντύνομαι, πλύνομαι· κι ανοίγω το παράθυρο.

Και, μα την Παναγία: τί Λειτουργία ήταν αυτή πρωί-πρωί;;:

αυτή η οσμή η ευλογημένη σήκωσε μνήμες παιδικές:
είχαν τα πάντα ξεπλυθεί απ” τη βροχή,
το κοκκινόχωμα θυμιάτιζε (θυμιάτιζε!), με τράβαγε αυτούσιο στην παιδική ηλικία,
σαν τότε που περπάταγα να πάω στο σχολείο όλο όνειρα και φόβους
ευγνωμονώντας (σαν και σήμερα) τη φύση, την οσμή, το κοκκινόχωμα·
είμαι τριανταδυό χρονών κι έγινα εφτά σε μια στιγμή, σε μιαν οσμή!

Τί Λειτουργία ήταν αυτή πρωί-πρωί;;:

μάτια θολά ακόμη από τον ύπνο,
θέα θολή να αναδύετ” απ” την πάχνη, τη δροσιά,
και μια ψιχάλα που σηκώθηκε ίσα να πει μια καλημέρα!
Τα πάντα κοκκινόχρωμα και πράσινα, αχνογάλαζα·
αγιογραφία μου νωπή!

Τί Λειτουργία ήταν αυτή πρωι-πρωί;;:

όλη τη νύχτα κύμβαλα και τύμπανα απ” τον κατακλυσμό·
μα τώρα το πρωί, θροΐσματα, τιτίβισμα ψιχάλας,
το μόνιασμα σταγόνας με το έδαφος, το χώμα, το χορτάρι·
κι έν” αεράκι δροσερό κορφολογάει τα φύλλα, τα κλαριά.
Και τα πουλιά να συζητούν για τη βροχή,
και τα ματάκια τους να τρίβουν να ξυπνήσουν
για να αρχίσουνε ξανά να παιχνιδίζουνε!

Κι επιβεβαίωσα:

κανείς ποτέ δεν μεγαλώνει· κανείς ποτέ του δε γερνά,
άμα μικρός είχε κεραίες ανοιχτές
και άμα μόχθησε της φύσης να της πει το σ” αγαπώ, το ευχαριστώ και τη συγνώμη.
Δεν μεγαλώνεις άμα θρέφεις στην ψυχή σου ένα παιδί με τις οσμές και τις θωριές
κι όλους τους ήχους σαν και τούτους.

Κι επιβεβαίωσα:

ό,τι εκκλησίες και να χτίσουν, ό,τι ξωκλήσια και ναούς,
ό,τι κεριά κι ό,τι λιβάνια και ν” ανάψουν, να μυρίσουν,
ότι κουδούνια και να ηχούν στο θυμιατήρι,
όσες εικόνες του Χριστού και των αγίων και να βάλεις:
σαν και το κοκκινόχωμα, και σαν και τούτη τη δροσιά, κολόνια δε φιάχνεις·
σαν και το θρόισμα τ” ανέμου, σαν και τον ήχο της βροχής πάνω στα φύλλα και το χώμα,
σαν το κελάηδισμα το πρώτο δεν θα φτιάξεις άλλο ήχο·
σαν τη θωριά την πρώτη πράσινη, την ξαναγεννημένη κάθε μέρα,
σαν και το γαλανόγκριζο το σμήγμα από συννέφια κι ουρανό,
σαν και την πάχνη σε κλαριά και φυλλαράκια, θωριά δεν φτιάχνεις·
κι όσους παπάδες και να βάλεις να κοινωνούν από το βήμα κι απ” το άβατο, κι όσους ψαλτάδες να διαβάζουν:
Θεό δε φτιάχνεις μεγαλύτερο απ” τη Φύση,
δεν κοινωνάς όσους κι αν δεις να κοινωνούνε.

Πρωί-πρωί στο Εκκλησάκι των Παιδιών κι όμως δεν είδα
μήδε παπά, μήδε και διάκονο και ψάλτη· κανείς δεν ήταν·
κι όμως αγγέλους, σεραφείμ, και Παναγία, και Χριστό και Άγιο Πνεύμα είδα μπροστά μου,
είδα δίπλα μου, είδα μέσα μου.
Και κάθε μέρα λειτουργάει ο Θεός,
ο Θειος ο ίδιος “δώ μπροστά μου, εδώ δίπλα μου, εδώ μέσα μου.
Κι Αυτός ο Ίδιος, ο άφαντος -άφαντος, άφατος μα όχι άβατος-
από το Βήμα αυτό της Πλάσης
έχει ανοίξει το Βαγγέλιο, που γράφει μοναχά μια λέξη.
και μου τη λέει φωναχτά και καθαρά.

Την ίδια λέξη απαντάει η ψυχή μου,
την ίδια λέξη περιγράφει αυτό το ποίημα,
την ίδια λέξη θα την πω σε χίλιους φίλους και εχθρούς.
Κι αυτή η λέξη η μικρή, αυτή η λέξη η πυκνή, αυτή η λέξη η σεμνή σαν προσευχή,
είναι μονάχα μια, μονάχα μια την κάθε μέρα:

Καλημέρα

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>