Τίνκερμπελ

Μαύρες σκέψεις γκριζάρουν το λευκό της ψυχής μου, της νόησης και του είναι μου. Μα και οι αποχρώσεις καλές είναι εφόσον στον πάτο της θάλασσας που σε περιμένουνε βρεις ένα κρυμμένο μοναχικό κοράλλι ή ένα λιωμένο γυαλάκι από τούτα που θαρρείς και μαρτυρούν την τραγικότητα του τέλους και της ανθρώπινης σύστασης. Κι εσύ ο τολμηρός κι απελπισμένος αυτόχειρας· ένας απ’ αυτούς που το είδαν, το αγγίξαν ή το ανασύρανε για να δώσουν το κάποιο νόημα στη ζωή τους· μια μικρή απάντηση στα ερωτηματικά τους· έναν καλό λόγο να βουτήξουνε ή να αντιληφθούνε πως τίποτα δεν είναι γκρίζο· ποτέ δεν ήταν γκρίζο.

(Πόσο ασφαλής νιώθω στο σκοτάδι των ματιών μου, σ” αυτό το μητρικό χέρι που μου κλείνει τα μάτια και με ασπίζει).

Να ‘μαι και πάλι μόνος μου. Σ’ αυτήν την ερωτική, σχεδόν, σχέση με το άλλο μου μισό που το λένε Μοναξιά· ακούγεται παράδοξο αλλά, νιώθω τόσο μόνος που ίσως και η ίδια ν” απέφευγε την παρέα μου… Ξέρω πως είμαι μοναδικός αλλά και συγχρόνως τόσο μοναχικός και μόνος· Η μοναδικότητα επιζητά την μοναχικότητα κι εκείνη συνήθως κρατάει από το χέρι τη μοναξιά.

(Πόσοι άραγε να μ’ αγαπάνε· μπας είναι πιότεροι απ’ ό,τι νομίζω; Πόσοι στ” αλήθεια να θέλουνε το κακό μου· μπας κι είναι λιγότεροι απ’ όσο πιστεύω; Πόσους στ’ αλήθεια ν” αγαπώ· μην ο άπειρος εγωισμός μου δε αφήνει ν’ αγαπήσω κανέναν; Υπάρχει Θεός; μάλλον· απλώς θα “χει πάει διακοπές σ” άλλο πλανήτη. Μοιάζει με άντρα που η γυναίκα του γκρινιάζει και τα παιδιά τον έχουνε γραμμένο. Ε, δεν θα την κάνει για τη γειτόνισσα;)

Στέκομαι μονάχος μπροστά σ’ αυτό το πανέμορφο βαθυγάλαζο ντεγκραντέ που εκτείνεται ως την γραμμή του ορίζοντα δεμένο με μία ξανθιά τούφα από το φως της σελήνης. Το είπαν και… πράγματι, η μοναξιά της νύχτας δεν παλεύεται· το μόνο που χρειάζεσαι εν’ αστέρι να μιλάς.

Ορθώνω το βλέμμα στον μαύρο φακιδομούρη φίλο μου με τα ξανθά στίγματα, σ’ αυτόν που μου φέρνει το μελί αφεντικό το πρωί και τ’ αδερφάκια του τη νύχτα να κρατάνε συντροφιά. Σα λουλούδι φωτοσυνθέτω και φωτοσυντίθεμαι στα ηλεκτρονικά βέλη τους· κάπου είδα “ν” αστέρι και τρεμόπαιζε σαν καρδιά φιλάσθενου παιδιού που προαισθάνεται το τέλος· Του στέλνω την ευχή μου να μη σβήσει· θαρρώ πως μ” άκουσε.

Κοιτώ τη σελήνη. Το πρόσωπό της ανέκφραστο μα παράλληλα τόσο έμορφο: άμα κοκκινίζει στολίζει τον ουρανό σαν ντροπαλό πορτοκάλι· όταν τη λένε Μισοφέγγαρο μοιάζει με κούνια που πάνω της τάχα μου ξαποσταίνουν νεράιδες.

Ουτ’ ένα σύννεφο σήμερα. Φαίνεται πως τα γκρίζα βέλα χορεύουν νοτιότερα συλλέγοντας χιονονιφάδες στα αιθέρια ωτοστόπ τους.

Κάθομαι για λίγο στο παγερό, νεκρόφιλο μάρμαρο μιας κουκέτας στη μαρίνα. Υδάτινα ρυάκια χαράζουνε πάλι στο μάγουλο καινούργια σοκάκια να βγουν να παίξουν τα δάκρυα, ενώ τα μάτια -δύο γνήσιοι υδροχόοι- δρομολογούνε τις στάλες.

Μια πεταλούδα της νύχτας έρχεται με ρωτά γιατί κλαίω. Την ονομάζω Τίνκερμπελ όπως τη φίλη του Πίτερ Παν. Δεν ξέρω τι να της πω· μα ποιός μπορεί να ονομάσει τον πόνο; Της χαμογελάω και φωτίζεται. Μια συμβουλή μου δίνει: «Άμα στο πορφυρό του δειλινού το μόνο π” αντικρίζεις είν” οι φωτοσκιάσεις που τρεμοπαίζουν αλόγιστα λες και είν” η τελευταία τους μέρα, έχεις δει μόνο ένα κομμάτι απ’ αυτό που ονομάζεται Ποίηση· άμα κοιτάξεις βαθύτερα στον ουρανό και δεις πώς σκιρτά ο ήλιος στο κάθε συννέφου το άγγιγμα, στο κάθε πλατύ χαμόγελο, σε κάθε παρουσία, κάθε στιγμή, τότε μπορείς να πεις πως έζησες, πως ένιωσες. Σαν κλείνεις τα μάτια σου να ονειρεύεσαι τον ήλιο

Την ησυχία της νύχτας διακόπτει μόνον ο ρυθμικός παφλασμός των κυμάτων. Το βότσαλο και η άλμη πλέκουν τα χέρια τους για λίγα δευτερόλεπτα κι έπειτ” αφήνονται σα ζευγάρι που χώρισε για πάντα· κι αυτό σε κύκλο αέναο που μήδ” ο Θεός μπορεί να σταματήσει.

Δεν ξέρω τι συμβαίνει. Μα νιώθω το τέλος και είναι κοντά· αργοσαλεύει.

Νότα που αργοσβήνει ακούγεται ο απόηχός μου, κι εγώ ανήμπορος να τη σβήσω. Τέρατα ουρλιαχτά ζητάνε κύτταρο απ” τη σκέψη μου μα δεν θα τους το δώσω. Δεν ξέρω αν είναι τρέλα ή παράνοια, Χρέος η Δίκη. Μονάχα ξέρω πως το τέλος είναι κοντά, και πως μάλλον θα χαθώ. Κι ό,τι προσπάθησα να κάνω -καθώς το λεν” κι οι ποιητές μας- χρέος αξεχρέωτο “πομένει. Μα, ας είναι: κάποιος θα με συνεχίσει· έκαμα κι εγώ ένα βήμα εμπρός αφήνοντας λίγα πίσω. Μαγεμένος νιώθω μα δεν είμαι· ίσως και να “μ” απλά άλλο “να θύμα στυγνής ζωής. Ναι: μπήκα στο κουφάρι της και τώρ” αργοπλέω στο ποτάμι χρόνου που κυλά αίμα, απογοήτευση, σκλήρα και μένος· μα δεν μπορώ να το καταλάβω, να το δικιολογήσω. Γιατί; Θέλεις να ζήσεις, Ζωή, και να χορεύεις σε κουφάρια; Μα εγώ δεν σου κάμω τη χάρη· άλλο δεν έχει για σένα. Σκληρή αρκετά ήσουν μαζί μου – καιρός μου να σ” αγνοήσω. Πάλεψε μόνη σου , φύγε αλλού να ικετέψεις αίμα: για σένα δεν έχει. Και άμα θα φύγω, μούντζα και φλέμα θα γυρίσω να σου ρίξω στον τελευταίο μου ρόγχο, αφού βασιλιάς να γενώ έπρεπε μα κατάντησές με σακάτη· τον πήχη έβαλα τον αψηλό, και μια τρικλοποδιά σου έφτανε να σπάσω. Μα τίποτα δεν άξιζες: μήδε χαμόγελα, μήδε ξύλο, μήδε πόνο, μήδε παρακάλια: είσαι τόσο ζωντανή όσο νεκρή.

Ξέρω πως το χαμόγελο στα μάτια μου, εκείνο που πηγάζει κατευθείαν απ’ την καρδιά, δείχνει πως αργοσβήνει. Άμα με ξεγελά, αν είν” αιώνιο και άφθαρτο, ας είναι· έχει το λόγο του. Και μόλις νιώσει ασφάλεια θα σηκωθεί απ’ το κρεβάτι του, και θα ξυπνήσει, ως κάθε μέρα ξυπνούσε να καλημερίσει την Ύπαρξη. Αν όμως ξεψυχά, τότε τί μνήμα να του κάνω; ποιός το σκότωσε;

Δεν πεθαίνει! Όχι, δεν πεθαίνει. Είναι δικό μου και άφθαρτο και ξέρει σε τίνος τα κανάλια ν” αναζητήσει πνοή: στην ομορφιά του μίσχου· στου ήλιου τα μάγουλα· σ’ ένα χωριό· στον έρωτα που τόσο τον σκιάζεται.

Ο ενήλικος βίος επιτάσσει τη δολοφονία ετούτου του χαμόγελου, την εσχάτη προδοσία στη ζωογόνα πηγή. Πρέπει να είσ” αγέλαστος, ανέκφραστος, κλειστός, ζόρικος για να υψώσεις μία Βαστίλη μπροστά σου να σε φυλάξει απ” τη Βαστίλη του δίπλα. Μόνον ο έρωτας, η παιδικότητα και λίγ” ακόμη πράγματα έχουν τη δύναμη να σαπίσουν τα κάστρα. Κι είν” ακριβώς αυτά που ο ενήλικος βίος επιμένει να εκμηδενίσει: έτσι μαραζώνουν οι ανθρώποι· έτσι πάω να μαραζώσω κι εγώ. Τόσα πρέπει άλλη δίχως ανταμοιβή πέραν μιας προσωρινής αίσθησης ασφάλειας, της μάσκας που όλοι πρέπει να φοράμε για να κρύψουμε το Φόβο· πύργος από τραπουλόχαρτα, τόσο σαθρός.

Θεέ μου: να ζεις τόσο λίγα χρόνια και όλα με μάσκα… Ν” αυτοκτονείς υπαρξιακά για να διεκδικήσεις μια ψευδαίσθηση κύρους, ενός τέτοιου που επιβάλαν” άλλοι και που ποτέ δεν θα ερμηνεύσεις τι σημαίνει; Είναι ηρωικότερο να πελεκάς γέφυρες με τους ανθρώπους ακόμη και σαν ξέρεις πως θα στις γκρεμίσουν, θα τις φθείρουν. Υπό αυτήν την έννοια όμως είχα πάντα θάρρος.

Ναι, είμαι θαρραλέος, πάντα ήμουν θαρραλέος. Κι αφού γνωρίζω να σάχνω γέφυρες θα μάσω πάλι τα Εργαλεία μου, το μυστρί μου και το σκεπάρνι, και θ’ αρχίζω να πελεκάω λίθους να ξαναβρώ το οξυγόνο που μοιράζομαι με όλους. Θα ρίξω κάθε κάστρο, θ” απαλλαγώ από κάθε Φόβο.

Ήδη το χαμόγελο αργοσάλευει στα μάτια μου· ένα χαμόγελο που και ο ίδιος ο Φόβος το σκιάζεται. Και υπόσχομαι σιωπηλά σιωπηλά:

«Δεν πρόκειται να ξαναγαπήσω, να πιστέψω, να φοβηθώ Θεό σαν δεν αγαπήσω πρώτα όλους τους ανθρώπους, κι όλα τα πλάσματα στη Γη. Θα χαρώ Φιλία και Έρωτα· τη ζωή· την παρέα μου με όμορφους που με περιστοιχίζουν. Ναι, βρήκα έναν καλό λόγο να είμαι άθεος: το να είμαι Άνθρωπος.

Μακάρι εγώ, αυτός ο χτύπος στο ρολόι του Χρόνου, αυτός ο κόκκος της άμμου στην κλεψύδρα της συνεχούς δημιουργίας, αυτό το κλείσιμο του ματιού ενός σύμπαντος που αντικρίζει ξανά τον ήλιο κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό και κάθε στιγμή, να άξιζε που υπήρξε».

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>