Θεάνθρωπος | Μονολογία

«Και τώρα επιζητάς τη λύτρωση, κακομοιριασμένε μου αδερφέ. Όμως τα κλαδιά έχουν πέσει· ριχτάρια μέσ” στης μνήμης το ανάσεμα. Κι όταν στον πόνο της μέθης ανέμισες τις τροφαντές και πελάγιες ελπίδες σου, μπας και συρρικνώσεις για λίγο το χάος μέσ” στης σελήνης τη χούφτα, τα ματογυάλια σου σε πρόδωσαν· και δεν υπάκουσαν. Φτερά έβγαλαν τότε οι ανάσες σου, και ξόμπλια οι ματωμένες σου σιγές· κι ο άνεμος σιγοψιθύριζε. Γαϊτάνι έπλεξ” ένα σμήνος από σπουργίτια και σ” αγκάλιασε τότε μονάκριβέ μου· να μη χαθείς. Κομμένα τα δικά σου τα φτερά· μα είπ’ ο Θεός:

«Ας τονε βοηθήσουμε μα “ν’ ο πιο αδύναμος· κι ας είναι σκιας ένας κόκκος,, κι τελευταίος των τελευταίων στη δύναμη,, είναι κρίμα μικρό τόσο που δεν αξίζει να γενεί. Και όσοι στη θυσία τους επέσανε -μα και όσοι επιβιώσανε- για κίονέ το μικράκι, άγγελοι θε να γενούν στο πλάι μου και θα “χουνε την Χάρη μου».

Κι ήτονε απίστευτο πόσοι μα πόσοι εμαζευτήκενε να βοηθήσουν το πληγωμένο σπουργιτάκι να μάθει να πορπατεί και να γενεί κείνο απού “μελε να γίνεί· Άνθρωπος.»

(Ο Θεάνθρωπος έκλεισε το τεφτέρι του, συμμάζεψε το μελάνι του και την πένα του· και χαμογελαστά ξεπνόησε)

- Δεν ξέρω τι ακόμα να γράψω.. Θαρρώ πως κι ο Χρόνος ετούτα θα “γραφε στις τελευταίες του αράδες στο βιβλίο μου, και δεν θα “χε άδικο· ή μήπως θα “χε;. Χάρη στη χάρη του επέρασε μέσα στα μάτια μου και μεσ’ απ’ τα μάτια μου ο Κόσμος· το Κόσμος.

Και τί δε μου ‘δωσε: πληγές να επιζητώ το βάλσαμο, και βάλσαμο να δένω και να μπαλώνω τα ματωμένα γόνατα της ψυχής μου. Παιδί “μουνα και ήθελα να παίξω· κι ακόμα θέλω να παίξω. Μου το ψιθύρισε σαν ήμουνα μικράκι: «Παίξε», μου λέει, «όσο βαστούν τα μάτια σου και σάμε να γενείς άντρας· και τότε να παίζεις· μην το ξεχάσεις καημέ μου·· Μην τηνε παίρνεις στα σοβαρά τη θεια σου τη Ζωή γιατί εγέρασε, ξεκούτιανε. Και μέσα απ” τα δυό τα μάτια σου θε” να ξανανιώσει και ν’ αποκτήσει νόημα όλο αυτό που γίνεται. Γράφε: πιάσε τα μολυβάκια σου και ζωγράφισε τον ήλιο όπως τον ένιωσες στο πρώτο σου ξημέρωμα· και να μην τονε ξεχάσεις: βάλ” τονε στην καρδιά σου και στη σκέψη σου, και να μην αλληθωρίσεις ούτε στιγμή σάμπως θα ξεκουραστείς. Και άμ” αποκάμεις, σφάλνα τα μάτια σου· τέντωνε τ’ αυτιά σου και άκου το χρώμα· δες τον ήχο· πλάσε στη χούφτα σου ένα μπαλόνι μύρια χρώματα.

Ένα πουλί επέταξε όντε γεννιόσουν και ήτονε αετός κι εκουβάλαε όσα σου μηνώ εγώ τώρα. Σ” ευχαριστώ.»

(Ένας αετός εκούρνιασε τότε δίπλα του και του ψιθύριζε σα να μονολογούσε)

- Πόσες φορές ανοιγοκλείσαμε τα μάτια μας, και χάσαμε απ’ το είναι μας ακόμα μια στιγμή..

Κρύβεις, Πατέρα των Βουνών και των Ανέμων, τη θλίψη σου στα κάτασπρά σου γένια· απόκαμες κι εσύ, Θε μου. Κι εσύ ν” αγοράζεις δάκρυα… Όλη ζωή σου ένα καΐκι να πλε πάνω στα δάκρα σου· όμως το δάκρυ δεν τ” άφησανε ποτέ να νικήσει.

Παίρνεις πίσω τις ευχές σου τώρα: μα οι ευχές σου ομορφύνανε τον κόσμο.

Κοίτα τους: έχουνε στρώσει ένα καρό τραπεζομάντιλο κάτω από “να δέντρο και γελάνε· με τα μάτια τους να λάμπουν σαν και σένα, ανάμεσα στα τιτιβίσματα και τα βιμπράτο καναρινιών που σκίζουν σαν μεταξωτές λόχμες και ξίφη το κυανοστεφάνωτο αγέρι· ένα υπέροχο δημιούργημά σου. Δίπλα τους κάτι γατάκια: οικόσιτες λευκές ψυχές στο ναό μαύρων ανθρώπων.

Τράβηξε λίγο το γκρίζο βλέμμα σου από πάνω τους· που και που ρίχνουν μια ματιά “κει πάνω για να δουν άμα χαμογελάς με τ’ αστεία τους· γιατί τους δοκιμάζεις; Είναι, όσοι σε πίστεψαν κι όσοι σ’ αρνήθηκαν όταν στου φοίνικα τον τελευταίο ρόγχο κάρβουνο και χολή σφραγίσαν τα μάτια τους, διαμάντια χαραγμένα σε ιδρώτα κι ελπίδα. Σκελετοί και όχι μαριονέτες που έπλασες, τους εμφύσησες ζωή, και τώρα παλεύουν σ’ αυτόν τον κήπο που βρώμησε αταξία, σ’ αυτό το παιδικό δωμάτιο που ξέχασες να σκουπίσεις κι έχει γεμίσει ανταριασμένη σκόνη και τέφρα του χάους. Κι είναι οσμές απ’ της Παρθένου τον Κρίνο που όμορφα παιχνιδίσαν στον αγέρα, και στα κύματά του γεννήσαν χαμόγελα.

(Σταμάτησε τότε σε μια γωνιά ο Θεάνθρωπος κι έκλαψε για τον άνθρωπο. Μονολόγησε)

- Έπεσα πάλι κι αγάπησα τ’ αγκάθια μου…

- Άσε τα χείλη τους, γύρισε τότε και τ” απεκρίθη ο αητός, κι ανάπνευσε την ίριδα στα μάτια τους. Άφησε κάτω το σταυρό σου και περπάτα. Κι αφού κατέβηκες λίγο στη γη και αγάπησες ανθρώπους, διώξε τη στάχτη από τα μάτια αυτού του κόσμου. Κι όποιος δεν θέλει να σωθεί ας μην σωθεί.

Βροχή “ναι όλοι τους: μια δέσμη από ακτίνες, που στο σκοτάδι του άπειρου χρόνου λάμψανε λίγο να φωτίσουν το μαύρο του πρόσωπό -την αιώνια νύκτα-, και χάθηκαν πάλι σαν να μην υπήρξαν ποτέ, σαν να μην άξιζε που ζήσανε· τυχαίες -μα τόσο όμορφες- πινελιές, ρυάκια δανεικά και μετρημένες ανάσες σ” έναν καμβά άμετρο που θα μπορούσε να τους χωρέσει όλους· κόκκοι της άμμου και στάλες του νερού κάτ” από τη δαμόκλεια σπάθη και μέσα στη στενή κλεψύδρα· μοναχικές στιγμές, στριμωγμένες κολυμβήτριες που εμφανίζονται για όσο τις χωρά το μαγιό τους, και έπειτα βυθίζονται μια για πάντα στο μελανοδοχείο απ” όπου ο Πατέρας Χρόνος τραβά την μελάνη του και γράφει γελώντας την ιστορία μας.

Κάπου εκεί ψηλά, στο σκοτάδι του νυκτερινού ουρανού, είν” ένα τριαντάφυλλο που στάζει αίμα να ποτίζει τους αθώους και όσους αρνούνται να σκορπίσουν τη στάχτη του φοίνικα· το προσκυνώ κάθε μέρα.

Φοβάμαι τη νύχτα που θα κλάψεις, Θεέ μου, και οι στάλες σου θα σβήσουν τ’ αστέρια.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>