Περί συγγραφής και έκδοσης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Όλοι μας θέμε ή θα θέλαμε να γράφουμε· όλοι ζηλεύουμε εμπράκτως ή απράκτως όλους κείνους που έχουν την όρεξη, το ταλέντο(;), το χρόνο και την υπομονή να γράφουν μακρινάρια πάσης φύσεως, και δη εκείνα τ” αυτο/αποκαλούμενα λογοτεχνικά. Οι περισσότεροι από σας για να με διαβάζετε αυτή τη στιγμή πάναπεί ότι, πιθανόν, blogάρετε (the αναγνώστης γουέι αλλά και the βλόγερ γουέι κάποιοι)· ετούτο σημαίνει πως έχετε ματάκια και νιονιό και όρεξη για διάβασμα· το πιθανότερο να διαβάζετε και λογοτεχνία ή γενικώς «εξωσχολική» ύλη· κάποιοι από σας δειλά-δειλά ή ευθαρσώς σκαρώνουν και τα δικά τους πραγματάκια κάπου σε ένα σημειωματάρι ή/κι ένα PC. Για όλους εμάς που γράφουμε ή θα θέλαμε να γράφουμε απευθύνεται το παρόν. Και ας ξεκινήσουμε από

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΙΑ

ΠΡΟΒΛΗΜΑ 1: «ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΝΑ ΓΡΑΨΩ;…»

Όλοι εμείς οι γουαναμπήδες έχουμ” ετούτο το βασικό πρόβλημα ως και ν’ αρχίσει να ρολλάρει και χορεύει ο στυλός ή/και τα πλήχτρα. Ετούτο οφείλεται στ” ότι το μεν πνεύμα πρόθυμο το δε νιονιό ασθενές τη συγκεκριμένη στιγμή. Έτσι, σπαταλάμε πολύτιμο χρόνο να σπαζοκεφαλιάζουμε πάνω στη θεματική, να κάνουμε πασατέμπο την κορφή του μολυβιού, και το μάτι μας στρουφίζει μεταξύ ουρανού, μόλυβου, κόλλας, τραπεζιού και πέριξ. Κι αυτό με τη σειρά του μας γεννά νεύρα και ξενέρα, και τα οποία ανατροφοδοτούνται σε βραχυκύκλωμα· έως και κάποια στιγμή να πούμε τ” αναμενόμενο “άσταδιάλα”, ν’ αφήσουμε κάτω το (φαγωμένο πλέον) μολυβάκι, και να συνεχίσουμ” αλυχτισμένοι το καφεδάκι μας ως και να έρθει η θεία Καλλιόπη, συγνώμη,  η “θεία έμπνευση”.

Γιατί μας συμβαίνει αυτό;

Διότι έχουμε θέματα με τον εαυτό μας: καταρχήν δεν έχουμε σαφώς προσδιορίσει το σκοπό μας. Ερωτώ: θέμε απλά να γράψουμε γιατί ετούτο μας γεμίζει ή μπας κι εκκολάπτουμ” έναν Κούντερα μέσα μας, και που σε μια μαγική στιγμή θα ορμήσει και θα γράψει απερίσπαστα κι αυτόματα «εκείνο το μεγαλειώδες έργο που θα μεταστρέψει μια για πάντα την πορεία του πολιτισμού»; Μ” απλούστερα λόγια, συμβαίνει συνήθως το τάδε: έχουμε ως σκοπό και ψευδαίσθηση μας ότι θα γράψουμε κάτι τόοοοοοοοσο γαμάτο, που ακόμα κι αν η τριβή μας με τη γραφή είναι ασήμαντη, εμείς θέλουμε μονοκοντυλιά ν” αποτυπώσουμε αυτό που έχουμε (μας έχουνε) σημάνει στο μυαλό ως «Μεγαλειώδες». Και έτσι ερχόμαστε στο

ΠΡΟΒΛΗΜΑ 2: «ΑΛΛΟ ΓΡΑΦΗ ΚΙ ΑΛΛΟ ΑΝΑΓΝΩΣΗ»

Περιμένουμ” όλοι από τη μια στιγμή στην άλλη να γράψουμε την Ασκητική, το Ζαρατούστρα, Το Αστείο και τους Τέσσερις (-με το Νταρτανιάν-) Σωματοφύλακες· ε αμ δε γίνεται ρε μάγκα μου: όσα βλιβλία κι αν έχεις διαβάσει, όσες ώρες κι αν έχεις στοχαστεί, διαλογιστεί, διερωτηθεί και φιλοσοφήσει επάνω στα όσα έχεις διαβάσει, όσο ικανό και να θεωρείς  τον εαυτό σου στη γραφή, τα “χεις μπερδέψει λιγάκι: άλλο να τρως/διαβάζεις ένα βλιβλίο, και άλλο να το γράφεις. Τ” ότι μέσα σε λίγες ώρες ή μέρες κατάφερες και το διάβασες, το ότι ουσιαστικά το “ξαναέγραψες” με τα δικά σου μάτια, σού δίνει την ψευδαίσθηση, την πλάνη, ότι το βλιβλίο εκείνο έτσι ακριβώς γράφτηκε: σερί και σε μικρό χρονικό διάστημα· αμ δε…
Για ρώτα και τους γραφιάδες των βιβλίων αυτών· για δοκίμασε έστω και ν” αντιγράψεις ένα έργο με το χέρι ή στο PC και ξαναπές μου: θα γράψεις μερικές σελίδες· θα το παρατήσεις για κάμποσο, θα το συνεχίσεις, και για να μη στα πολυλογώ ετούτος ο κάζος θα κρατήσει ίσως και μήνες. Και όλο αυτό μοναχά για να το αντιγράψεις, έτσι; Πόσο μάλλον για να το συλλάβεις, να το πελεκήσεις, το αναθεωρήσεις και διορθώσεις εσύ ή ο διαταγμένος δερβέναγας (ή άγγελος) του εκδότη που λέγεται Επιμελητής.

Με λίγα λόγια φίλε μου, ένα βιβλίο μπορεί να γραφτεί μονοκοντυλιά και σε λιγότερο από μήνα (σπάνιο) μπορεί και να σου φάει τη μισή ζωή διότι ακριβώς εμπλέκεται και όλη η υπόλοιπη ζωή σου εκτός από γραφιάς που είσαι.

Θέλω με όλα τα παραπάνω να εστιάσω σε δύο πράγματα, σε μιαν αλφαβήτα:

α) ας μην έχουμε την ψευδαίσθηση πως επειδή “τρώμε” ένα βιβλίο, ότι αυτό παρασκευάζεται και στον ίδιο χρόνο που το τρώμε: άλλο πράμα η γραφή – άλλο πράγμα η ανάγνωση.

β) εάν συνειδητοποιήσουμε την αμέσως προηγούμενο γεγονός, είμαστε πλέον πολύ εγγύτερα να προετοιμάσουμε τον εαυτό μας να γράψει αποτελεσματικότερα: δηλαδή να διαχωρίσουμε τις δύο αυτές λειτουργίες, κι έπειτα να αποκαθηλώσουμε το συγγραφέα απ” την εικόνα εκείνου του τύπου που γράφει αυτόματα, ακατάπαυστα και που ό,τι αρχικά έγραψε εκείνο ήταν και που τυπώθηκε. Εάν το κάνει κάποιος αυτό, το β), θα μπορέσει να δώσει στον εαυτό του ακριβώς όσα δίκια δεν του δίνει εκείνη την ώρα που αυτοοικτίρεται πάνω από μια άδεια/ψιλομουτζουρωμένη/νευροτσαλακωμένη κόλλα.

Με λίγα λόγια (ξανά), χαλάρωσε· μάθε να γράφεις σαν γραφιάς και όχι σαν διαβαστής. Άλλο το ‘να άλλο τ’ άλλο (-κάτσε κάτω να στη βάλω-). Και πάντα στο νου σου να έχεις ότι ο γραφιάς είναι πάν” απ” όλα άνθρωπος με πλήθος περιορισμών, και έπειτα γραφιάς.

Οπότε επιστρέφω στο αρχικό ζήτημα: για να ξεκολλήσει κάποιος και ν” αρχίσει να γράφει συνεπέστερα, οφείλει να επαναπροσδιορίσει εντός του  την έννοια της γραφής, να τη διαχωρίσει από κείνη της ανάγνωσης, ν” αναγνωρίσει τους ατομικούς του στόχους και ανάγκες να γράψει, και ακολούθως (ή παράλληλα) ας γράψει. Και έτσι ερχόμαστε στο

ΠΡΟΒΛΗΜΑ 3: «ΓΙΑΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΦΩ;»

Εάν καταβάθος έχεις το μη υγιές ψώνιο να δεις το βιβλίο σου σε χιλιάδες παλάμες, να σου σκάνε κατά ριπάς τα e-mail και τα γράμματα από αναγνώστες/θαυμαστές, να παρουσιάζεσαι σε “λογοτεχνικές βραδιές” επάνω στο βήμα, κι εκεί με ύφος ελεγκάντ ν’ απολαμβάνεις την “εξουσία” ενός μικρού βασιλιά, άμα φαντάζεσαι τον εαυτό σου μαζί με άλλους δέκα σαν και του λόγου σου να συζητάτε για “τα ελλείμματα της σύγχρονης γραμματείας” και “την προβληματική που έθεσε ο μεσαιωνικός νουβελισμός του εξπρεσιονιστικού κατεστημένου και ο οποίος, με τη σειρά του, κατέστη διαβρωτικός απέναντι στο ήμισυ της σύγχρονης πεζογραφίας” πίνοντας κονιάκ και τρώγοντας κάσιους, ε τότε φαλτσάρεις φίλε μου: διότι έχεις ονειρευτεί όλα εκείνα που είναι άσχετα με τη γραφή· διότι έχασες το χρόνο σου ονειρευάμενος αντί να εξασκείσαι στο να γράφεις και να δημιουργείς.
Εάν καταβάθος έχεις το υγιές ψώνιο του να σου καίει κάτι τα σωθικά, να σου φουσκώνει το στομάχι, να θες να φωνάξεις λες και σ” έχουν φιμώσει με σφεντονολάστιχο, εάν το χέρι και το μάτι σου ροβολάν αυτόματα στο στυλόχαρτο (ακόμα κι αν δεν  μπορείς αρχικά να τσεβδίσεις ούτε απόστροφο), εάν σκοπεύεις με τη γραφή σου να θέσεις το λιθαράκι σου στη διάδοση της ίδιας της γραφής, αν θεωρείς πως έχεις κάτι πράγματι χρήσιμο να δώσεις στον αναγνώστη σου, εάν η γραφή σε θεραπεύει, σε αναπτύσσει, ψυχαναλύει κι εκλεπτύνει, τότε διάβασε παρακάτω.

Και θα μου πεις (τρολλάρεις):

- Και ποιός είσ’ εσύ ρε που θα μας δώσεις και συμβουλές για τη γραφή κτλ; έχεις εκδώσει τίποτα; είσαι φιλόλογος/ακαδημαϊκός/λέχτουρας/διδάχτωρ/κριτικός κτλ; εμείς πώς να σ’ εμπιστευτούμε;

Και θ” απαντήσω (αντιτρολλάρω):

- Δεν είμαι κανένας, δεν έχω εκδώσει τίποτ” (ακόμα), δεν είμαι φιλόλογος (αν και γνωρίζω αρκετούς που αδυνατούν να γράψουν έως και post-it ψυγείου), δεν είμ” ακαδημαϊκός (δεν ξέρω κι αν έχει σημασία), δεν είμαι λέχτουρας (ότι και αν σημαίνει λέκτορας), δεν είμαι διδάχτωρ, ούτε κριτικός (όμως είμαι Κρητικός, χαχαχα). Βασικά δεν είμαι τίποτ’ άλλο παρά ένας πού ‘χει γαμηθεί να γράφει τα τελευταία δώδεκα χρόνια, που “χει γεμίσει καμιά εικοσάρια τεφτέρια, καμιά διακοσαριά .doc, που “χει αρθρογραφήσει σε παραδοσιακό και ηλεκτρονικό τύπο, που “χει φάει (όσο το δυνατόν πολλά) πολλά βλιβλία και άρθρα κτλ, που “χει αποστραγγίσει μια κούτα bic, και που “χει γράψει για “να σωρό σχετικά και άσχετα θέματα μεταξύ τους και σε σημείο ημικρανίλ, και συν αυτά και μία ποιητική συλλογή που-ο-θεός-να-δώσει-να-βρω-λεφτά-να-τυπώσω. Ετούτο δε σημαίνει ότι μετράνε όλα εκείνα που έγραψα· σημαίνει όμως ότι και μπούρδες να έγραψα, θέλοντας και μη η ίδια η τριβή με το αντικείμενο της γραφής μού άνοιξε λίγο παραπάνω τα μάτια ως προς τη λειτουργία της, και ανεξαρτήτως θεματικής· δηλαδή ότι κατάφερα να ξεπεράσω κωλύματα, σκαλώματα, προβλήματα, ζητήματα και λοιπές δυτικές νευρώσεις κατά την προσπάθεια και ανάγκη μου να γράψω, να ξεράσω.
Στην περίπτωση που η παραπάνω απάντηση δεν σε καλύπτει, ε τότε απλά απαντώ μ’ ένα: όχι· δεν είμαι τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά, και δεν υπάρχει λόγος και τρόπος να μ” εμπιστευτείς· πάπαλα.

Συνεχάω.

Έθεσα λοιπόν αρχικώς τα θεμελιώδη σκαλώματα του γουάναμπί γραφιά, επιχείρησα να εμβαθύνω στα αίτια, και κατέληξα στο να προτείνω λύση, δηλαδή τον επαναπροσδιορισμό στόχων και αναγκών. Πάμε τώρα στο διαταύτα:

- Ωραία ρε φίλε, εγώ επαναπροσδιορίστηκα ναούμ’ και βρήκα ότι εμπίπτω στη δεύτερη κατηγορία, εκείνου που γνήσια και φιλότιμα θέλει να γράψει· και πάλι όμως δε μου σκάει “τί σκατά να γράψω”.

- Ωραία, ώρα να σου πω λοιπόν κάτι απλό όπως είναι

Ο 1ος ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

Η ΓΡΑΦΗ ΕΡΧΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΓΡΑΦΗ

Μόνο και μόνο η τριβή με την ίδια τη διαδικασία της γραφής -ανεξαρτήτως ποιότητος αποτελέσματος, θεματικής κτλ- βελτιώνει τον κάθε γραφιά. Όσο γράφεις, ακόμη και μπαρούφες κι ανεμπνευσιές αρχικά, και μόνο που γράφεις βελτιώνεις κάτι στο κεφάλι σου, στο χέρι σου, στα μάτια σου. Είν” ακριβώς το ίδιο με οποιδήποτε αντικείμενο: τριβή με αυτό: ο ολυμπιονίκης πριν καταλήξει να κατεβάζει σφηνάκια, καραμελίτσες, ζουζούδες και κλύσματα με τα τελευταία ματζούνια της βιοχημείας για να αριστεύσει, έχει φάει σκισίματα, γδαρσίματα, αίμα δάκρυα κι ιδρώτα, νοσοκομεία, διατροφές, εξάντληση κτλ· ο γκραν μετρ έχει χάσει αμέτρητες παρτίδες, σφαλίσει νευριασμένα άπειρες σκακιέρες, κλάψει, νευριάσει, μελετήσει και άσχημα ζοριστεί για να “χει κάποια στιγμή την τιμή να τον αποβάλει η FIDE· κ.ο.κ. Δηλαδή ρε παιδί μου, κανείς δεν ξύπνησε μια μέρα και αρίστευσε αυτόματα: τα πάντα ήρθανε με μεγάλο κόπο και ημικρανία και δίχως κανένα USB στικάκι καρφωμένο στα μηλίγγια του απαίδευτου για να τον μετουσιώσει σε παγκόσμιο σύμβολο· ομοίως και η γραφή: θέλει γραφή η γραφή. Δεν υπάρχει θεία έμπνευση και τέτοια· και αν υπάρχει θα “ρθεί είτε από αψυχολόγητη κωλοφαρδία, είτε σαν θα της έχεις εμπράκτως αποδείξει την ανάγκη και τη σοβαρότητα των λόγων που συγγράφεις . Πώς; Είπαμε: γράφοντας.

Γράφε φίλε μου· εάν θέλεις κάποια μέρα πραγματικά να Γράφεις ξεκίνα από σήμερα κι επέμενε να γράφεις. Το σημειωματάρι σου, το αρχείο κειμένου σου δεν πρόκειται ποτέ να το δει κανείς εφόσον το προσέχεις. Οπότε εισ’ ελεύθερος να γράψεις ό,τι θέλεις, όσο μπαρούφα ή ακυρόλα και να “ναι. Σημασία έχει -στην αρχή τουλάχιστον- να γράφεις: να γράφεις ό,τι και να ‘ναι: για να αρχίσει να ζεστάνεται ο μόλυβος, το χέρι, το μυαλό σου και το μάτι. Και για ν’ αρχίσεις μόνος σου σιγά-σιγά ν’ ανακαλύπτεις πως θα βελτιστοποιήσεις την ίδια τη διαδικασία της γραφής σου, ν’ ανακαλύψεις τους αλγόριθμους της, τις βουνοπλαγιές, τα πάρκα και τα γκρεμνά και τα έλη και τα στοιχειά. Και ως δια μαγείας θ’ αρχίσουν τότε το μυαλουδάκι και η “έμπνευση” να δουλεύουν για πάρτη σου, και πλέον θα γράφεις flow, πολύ ανετότερα, αντί να κάνεις καλαμπόκι το στυλό σου. Γράψε ότι θες, ότι σου σκάει στο μυαλό εκείνη τη στιγμή. Ξεκίνα να γράφεις για κείνο ακριβώς το πρόβλημά σου εκείνη τη στιγμή: “Αυτή τη στιγμή δε μου “ρχεται τίποτα να γράψω… σκατά πρέπει να γράψω θέλω να γράψω άλλα έχει κολλήσει το ρημάδι το κεφάλι μου… σκατά… γιατί άραγε να θέλω να γράψω… μήπως… μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα …”. Και κάπως έτσι αρχινά το κωλομέρι να γλύφει την τσουρλήθρα της γραφής· το μαγικό ταξίδι. Τη γραφή σου δε θα τη διαβάσει ποτέ κανείς. Ακόμα κι αν γράφεις τα πλέον αδιάβαστα πράγματα κει μέσα, εκείνα προσφέρονται πάντα στο γραφιά τους για εξάσκηση, αποφόρτιση, εσωτερική κατανάλωση, και φυσικά γι’ αναθεώρηση αργότερα εφόσον προκύψει λόγος και σκοπός. Έτσι, μπορεί κανείς να πειραματίζεται και να εξασκείται όπως ορνιθοσκαλίζοντας χαρακιές θα μάθει και να σχεδιάζει καλύτερα

- Και τί θα μου αποφέρει αυτό;
– Χμ…:

- Αποκάλυψη της ευεργετικής διαδικασίας της γραφής ανεξαρτήτως ποιότητος και θέματος
- Ψυχοθεραπεία
- Όξυνση, εκλέπτυνση του νου λόγω όλων των παραπάνω, καθώς η γλώσσα σχετίζεται καθοριστικά (αν και όχι εξ ολοκλήρου) μ” εκείνο που αποκαλούμε ευφυΐα και τα παρακλάδια της
– Αυθόρμητη έκφραση
– Αποκάλυψη των αλγορίθμων ανέγερσης, στερεοποίησης και διακόσμησης ενός γραφτού οικοδομήματος
– Αποκάλυψη των αλγορίθμων λειτουργικότητας και αεικινησίας εκείνου του μηχανισμού που ονομάζεται γραφτό
- Αιχμηρότερη αντίληψη της ορθογραφίας, της σύνταξης κτλ
– Περισσότερες εργατοώρες στο γράψιμο
– Και ένα σωρό άλλα που δε χάνεις τίποτα να δοκιμάσεις.

Αλλά το βασικότερο: όλα αυτά σ” ανελκύουν στη σκάλα ποιότητος της προσωπικής σου γραφής. Το πρώτο σκαλί πίσω απ’ το δεύτερο κτλ. Το πρώτο και προτελευταίο (εάν υπάρχει) σκαλί της γραφής είναι πάντα η τριβή μ’ εκείνη· η ίδια η γραφή.

Δεν επεκτείνομαι περαιτέρω· ήδη το έχω ξεχειλώσει το ζήτημα. Οπότε περνάω στο επόμενο πρόβλημα, το

ΠΡΟΒΛΗΜΑ 4: «ΕΙΜΑΙ ΣΩΣΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ;»

- Να.. ξες μωρέ: γράφω,, αλλά να ξες… μαλακιούλες… θέλω βελτίωση…

Νά σου πω ρε μάστορα: έχεις εξασκηθεί αρκετά; αν ναι, θεωρείς πως έχεις διαβάσει αρκετά από το γενικό εκείνο είδος γραφής που ο ίδιος επιχειρείς; Πχ, έχεις διαβάσει αρκετά από επιστημονική φαντασία εφόσον θέλεις να γράψεις τέτοια; Μη μου απαντήσεις ακόμα, εφόσον πρώτα πρέπει να ορίσουμε το “αρκετά”: δε μας λέει τίποτα εάν έχεις εικονοστάσι το Βερν, πόστερ τον Ασίμωφ και ταπετσαρία Άρθουρ Κλαρκ· ούτε κι αν έχεις κάνει τη Βικιπαίδεια κόσκινο· σημασία έχει μόνο το εξής: έχεις εντοπίσει όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν επιδραστικό και καρφωνοκέφαλο ετούτο το είδος με το οποίο επιθυμείς να καταπιαστείς; ή απλώς παραθέτεις κάπως-κάπως την πληροφορία και την παραμύθα σου με υφάκι λογοτεχνικό διότι “έτσι γράφουν οι λογοτέχναι”; Έχεις προσδιορίσει όλες εκείνες τις φράσεις, ενότητες, δομές, συντάξεις, άλματα, καινοτομίες και παρωχημενιές με τις οποίες τα βιβλία ετούτα κάναν μυριάδες σαν του λόγου σου να τους τρέχουν τα σάλια μαραθώνιο σαν σκύβατε από πάνω τους; Αν ναι, ε τότε δεν έχεις πλέον παρά να ενσαρκώσεις πλέον αυτή σου τη συνειδητοποίηση ασκούμενος στο να γράψεις Επιδραστικά· όχι για να γίνεις επιδραστικός και δικτάτωρ των τυπογραφείων, μα για έναν και μόνο λόγο που είναι

Ο 2ος ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

ΓΡΑΦΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΥΘΥΝΗ ΣΤΗ ΓΡΑΦΗ

Το οτιδήποτε γράφεις και σκοπεύεις να δημοσιεύσεις, από τη στιγμή που θα φύγει απ” τα χέρια σου καθίσταται πλέον ένα Προσωπικό Ντοκουμέντο Κοινωνικής Λειτουργίας (σα να λέμε Δημόσια Υπηρεσία Ιδιωτικού Δικαίου…): τα βιβλία που φτάσαν στα μάτια και στις αισθήσεις σου είχαν ένα και μονάχα ένα λόγο που το κατάφεραν: εκείνοι που τά “γραψανε είχαν επηρεαστεί από άλλους που διάβασαν, κι αποφασίσανε κι αυτοί ν’ αρχίσουνε να γράφουνε. Και μετά, κάποιοι με καλοσύνη, εξυπνάδα, ωριμότητα ή αετόνυχα, το πράγμα αυτό το εκδώσανε και (ελαφρέως ή βαρέως) προμοτάρανε. Και οι κυματισμοί ετούτης της έκδοσης το οδηγήσανε, ίσως και έπειτα από αιώνες, στο βιβλιοπωλείο, στη βιβλιοθήκη, ό,που αλλού το βρήκες. Δεν είναι θαυμάσιο;; Κάποιος πριν εκατόν πενήντα χρόνια καλοπληρωμένος (όμως καθημερίς άφραγκος) κοσμοκαλόγερος σκάρωνε δίπλα στο καντήλι του πράγματα που σήμερα σπουδάζονται σε πανεπιστήμια, και που πολύ πιθανόν (στο εύχομαι) εάν κοιτάξεις τη βιβλιοθήκη σου να τον δεις και φάτσα-φόρα. Εκείνος ο άνθρωπος ξεκίνησε να γράφει από ισχυρή ανάγκη, και η γραφή του έκανε τη δουλειά που έπρεπε να κάνει: επέδρασε με τη σειρά της σ” εκατοντάδες διαβαστές του, και η γραφή κάποιων απ” αυτούς με τη σειρά της έδωσε το έναυσμα και σε άλλους να γράψουνε κτλ.
Φαντάζεσαι φίλε μου τί δύναμη έχει η λογοτεχνία; Νομίζεις πως θα υπήρχε σήμερα αν δεν υπήρχανε όλοι αυτοί οι ενισχυτές και αναμεταδότες της που ήθελα ή άθελα μεταλαμπαδεύσαν με τη γραφή τους το σπέρμα της στις επερχόμενες γενιές; Αν είναι κάτι που ξεχωρίζει του διαχρονικούς από τους μικρούς ή μεγάλους αλεξιπτωτιστές της γραφής εξηγείται με

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

α) (και κύριον) η κωλοφαρδία: Απλώς φαντάσου τί ταλεντάρες καρβουνιάσαν στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας κι όχι μόνο. Όμως κι εκείνους τους αριστούργους που επιβιώσαν χιλιάδες κι εκατοντάδες χρόνια έχοντας την κωλοφαρδία να περάσουν δια χωροχρονικής πυράς και σιδήρου, και που είναι σήμερα μπροστά μας ολοζώντανοι, επιδραστικοί και υπέροχοι (ΟΚ, όχι όλοι, αλλά με πιάνεις).

β) η λογοτεχνία «που γράφετ” από τους νικητές»: Καλώς ή κακώς, μετριότητες (συγκριτικά με τους πραγματικά αριστούργους) που είχαν πρόσβαση στην άρχουσα τάξη καβατζώσαν τα ονόματά τους στα βιβλία του σχολείου, και της ακαδημίας και όχι μόνο. Επίσης καβατζώσανε βραβεύσεις, διακρίσεις, ονοματοδοσίες κτλ. Ετούτο σημαίνει πως κάποιοι άλλοι πήραν τον πούλο απ’ την εμπορική και εμπορεύσιμη ή έστω εκπαιδευτική λογοτεχνία· διότι ήταν αντιφρονούντες, εχθροί των μετριοτήτων ή και άλλων αριστούργων· διότι δεν τα είχανε καλά με τους εκδότες, και γενικά δεν ήταν του κοννέ. Αλλά όπως και να “χει, έτυχε αρκετά αριστουργήματα της γραφής από αυτά που υπάρχουν σήμερα, να υπάρχουν ακριβώς εξαιτίας κάποιων συγκεκριμένων κοννέ που εάν δε βοηθούσαν ίσως και να μην απολαμβάναμε σήμερα τους κυματισμούς εκείνων των διασωθέντων και διαδοθέντων έργων.

γ) Η ποιότητα: Εάν κάτι είναι καλό και έκλαμπρο θα τον βρει το δρόμο του· διότι εκείνος που το έγραψε είναι σίγουρος για την ενέργειά του, και θα την κυνηγήσει και την έκδοσή· διότι ο εκδότης θα σαστίσει στο άνοιγμα των χειρογράφων· διότι οι αναγνώστες θα τρων τα νύχια τους ως και να τελειώσουν το αντίτυπο, και θα νιώθουν στην τελευταία σελίδα σα να τους ανατίναξες το βηματοδότη. Και διότι οι διαβαστές ετούτοι θα το δανείσουν το βιβλίο, θα το χαρίσουνε σε άλλους “φλώρους” σαν τα μούτρα τους, οπότε σιγά-σιγά θ’ αναπτυχθεί ένας κύκλος εδώ, ένας κύκλος εκεί, μια αλυσίδα στην τάδε πόλη, μία τριχιά σε άλλη χώρα, ένας ιστός μεσ” στον πλανήτη. Ίσως θα ‘πρεπε να βάλω την ποιότητα πρώτη-πρώτη, όμως είπαμε: η ζωή έχει τα δικά της σχέδια, ακόμη και για τα μεγαλύτερα ταλέντα.

δ) Η κοινωνική λειτουργικότητα του γραφτού, η ανάγκη που εκείνο (εν δυνάμει) καλύπτει διαχρονικά ή συγκυριακά στην κοινωνία: Δεν ξέρω αν οι ιπποτικές νουβέλες επιζούνε ως τα σήμερα ταριχευμένες στα σκέλια μακρινής απόγονου ανθυποκλασάτου δούκα του Νιούκασλ. Κι ετούτο διότι σήμερα απλώς δεν κυκλοφορούνε στο δρόμο άλογα και ιππότες. Ξέρω όμως ότι τα ερωτικά μυθιστορήματα επιζούνε ήδη απ” τα πανάρχαια χρόνια (ΟΚ, δεν υπήρχαν μυθιστορήματα στ” αρχαία χρόνια, αλλά με πιάνεις). Έτσι, οι συγγραφείς ετούτου πχ του ρεύματος έχουνε περισσότερες πιθανότητες στη λίγκα του χρόνου εφόσον καλύπτουν διαχρονικές ανάγκες (έρωτας) και όχι εκείνες όπου χρειάζεται ένα άλογο, ένας ιππότης και μια κακιά μάγισσα – εκτός και αν πρόκειται για την κυρίως ειπείν παιδική λογοτεχνία. Ομοίως στη λογοτεχνία, και γενικώς στη Γραμματεία, επικρατάγανε πάντοτε τα οποιαδήποτε συγγράμματα θα (διατεινόταν πως) έδιναν λύση στο πρόβλημα της επιβίωσης: διότι καλύπτουν μια υπαρκτή και αέναη κοινωνική ανάγκη. Ομοίως επιζούν (όμως για πόσο ακόμα) τα επικά έργα, εφόσον είναι αρχέτυπη η ανάγκη του ανθρώπου είτε για το ίδιο του το υπερεγώ είτε για εκείνο του αλλουνού που θα τον βγάλει λάδι, που θα τον σώσει εάν χρειαστεί.

Με όλο τον παραπάνω συρμό επιχειρώ να σου καταδείξω εκείνες τις τέσσερις (ίσως υπάρχουν κι άλλες· ψάξ” τις) Συνθήκες Διαχρονικότητας (όρος συζητήσιμος) ενός λογοτεχνικού (και όχι μόνον) έργου, ούτως ώστε να ισχυροποιήσω τη διατύπωσή μου: εκείνος που θα λάβει σοβαρά υπόψιν του την ευθύνη και το βάρος της διάδοσης και της επιδραστικότητας της ίδιας της Γραφής, εκείνος που θα φιλοτιμηθεί να προσπαθήσει με το έργο του να κάνει και άλλους να γράψουν, είναι πιθανότερο τελικά να καταφέρει να γράψει κάτι έστω και λίγο καλύτερο από τα κοινά σαλιαρίσματα του μελανιού που θα απαντήσεις στα περισσότερα βιβλιοπωλεία. Και εφόσον το καταφέρει αυτό, η κοινωνική αξία που θα αποκτήσει το δημόσιο (εάν εκδοθεί) ντοκουμέντο του, θα στέκει και θα στριφογυρίζει στη δημοσιά ευλογότερα  οποιουδήποτε άλλου πολτοποιημένου και τυπωμένου πρώην κούτσουρου. Μ” αυτά και μ” εκείνα λοιπόν έρχεται

Ο 3ος ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

ΤΟ ΚΑΘΕ ΕΡΓΟ ΦΕΡΕΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΞΙΑ ΕΦΟΣΟΝ ΕΚΔΟΘΕΙ

Ο παραπάνω ευρύστομφος τίτλος περιγράφει κάτι που είτε αρνούνται, είτε παραγνωρίζουν, είτε αδιαφορούν, είτε απλώς αγνοούν οι περισσότεροι γραφιάδες, μα και πολλοί συγγραφείς.

Καταρχάς, έγραψες κάτι· θες να το δει και άλλος κόσμος να σου πει “μπράβο, ωραίο είναι”; Ναι; ΟΚ· έχεις υπόψιν σου καταρχήν ποιός κόσμος είν’ αυτός; Δηλαδή ρε παιδί μου, πού απευθύνεσαι; στη νοικοκυρά; κι αν ναι, σε ποιά; στην Ινδή, στη Μενιδιάτισα, στη Νορβηγή; στη Νορβηγή; Έστω… Θεωρείς πως εκείνο που θα της δώσεις, το βιβλίο σου, έχει να της προσφέρει κάτι, έστω κι αν είν” απλά πέντε ώρες που θα κάψει το σπίτι της επειδή μαγεμένη απ” τη γραφή σου άφησε το τηγάνι να τσουρουφλίζει; Τί πα” να πει “μμμμ… εεε…”; Έχεις αντιληφθεί ποτέ την ευθύνη που έχεις σαν όχι μόνο τσεπώσεις τον κόπο που “βγαλε από την πορτοφόλα της ν” αγοράσει το βιβλίο σου αλλά και ότι θα συντροφεύσεις τα μάτια και τις αισθήσεις της και το χρόνο της; Έχεις καμία έννοια της ευθύνης του αξιοποιημένου ή μη χρόνου τον οποίο η έκδοση, διανομή και διαφήμιση του “αριστουργήματός” σου ρισκάρει; Συνειδητοποιείς ότι το χρόνο που θα διαβάσει η Χέλγκα Ναουερτσοεινγμπερστρομ το “βλαστάρι” σου δεν θα της τον δώσει ποτέ ξανά κανείς πίσω, οπότε ότι έχεις ευθύνη και τιμή να βρίσκεται τ’ ονοματεπίθετό σου δυο σπιθαμές κάτ” απ’ τα μάτια της; Και πες πως τα ‘χεις όλ’ αυτά στο μυαλό σου: μέχρι εκεί φτάνουν δλαδή οι αξιώσεις σου; στο να ξεχαστεί, να βυθιστεί ο αναγνώστης σου για λίγες συναπτές (ή σπαστές) ώρες, κι αυτό ήταν; Ναί; ΟΚ, αυτό ας πούμε είναι ένα fair trade: εκείνη πλερώνει όσο πουλιέται ένα τυπικό βιβλίο σε ένα τυπικό βλιβλιοπωλείο, και εσύ της χαρίζεις κάποιες ώρες ξεγνοιασιάς, ενδιαφέροντος, συναισθημάτων κτλ, ως και να στείλει το σκρίπτο σου για μόνιμη αραχνοθεραπεία στην πλησιέστερη μελαμίνη. Δεν θέλεις κάτι παραπάνω από δαύτο; δεν θέλεις με το που θα κλείσει το βιβλίο σου η Χέλγκα ή Γιώργος ή ο Tom ή η Jean ή ο Meles, να τον πιάσει ένα ψυχοπλάκωμα, ένα πόδι ελέφαντα στο μυοκάρδιο του, που να θέλει να ξαναρουφήξει απ’ την αρχή εκείνο το βιβλίο που έγραψες; Furthermore sir, σ’ ενδιαφέρει καθόλου το After-Sales Support;

Φαντάσου (ή θυμήσου) ένα βιβλίο το οποίο μετά που το διάβασες, τα διδάγματα, τις πληροφορίες, τις αντίληψεις κλπ του να τα μετέφερες και στο στίβο της πραγματικότητας. Φαντάσου ένα βιβλίο που φέρει προσωπική και κοινωνική χρησιμότητα για σένα, που κουδουνίζει στο κεφάλι σου για πολύ καιρό, που τα σπαράγματά του θα σου φανούν χρήσιμα σε δύσκολες ή εύκολες ώρες· που θ” ανακαλέσεις την τάδε πληροφορία του ή γνωμικό του σε εποχές και συγκυρίες όπου θα σου φανούν από χρήσιμα ως κρίσιμα. Ετούτο εννοώ με την έννοια Χρήσιμο Βιβλίο· το βιβλίο αυτό που οι κυματισμοί του, η ενέργεια, θα αξιώσει σοβαρή διάρκεια στην αντίληψη του κοινωνού-αναγνώστη του. Αυτό εννοώ με το “After-Sales Support”: ένα βιβλίο που θα μπορεί να φανεί χρήσιμο και μετά την ανάγνωσή του, που θα χώσει τα ποδάρια του στο χώμα της πραγματικότητας εκείνου που θα το διαβάσει, και που είτε ως δεκανίκι είτε ως φτερούγα θα γίνει ένας άνθρωπος δίπλα στον άνθρωπο· εδώ είναι το ταξίδι.

Αν είσαι τόσο μάγκας λοιπόν, γράψε ένα τέτοιο βιβλίο. Εκεί είναι που κάνεις αίτηση γι” αθανασία στη θεια σου την Έμπνευση και στη συλλογική μνήμη των αναγνωστικών γενεών· εκεί ξεχωρίζει το διαχρονικό απ’ το πασατέμπο.

Αν τά ‘χεις κάνει όλ” αυτά (όμως και να μην το έχεις κάνει,  τί να κάνουμε;) ε τότε το μόνο που σου μένει είναι

Η ΕΚΔΟΣΗ

Θίξαμε (ποιοί θίξαμε; εγώ έθιξα) έως τώρα τις προβληματικές (λέξη κι αυτή…) επάνω στις οποίες σκαλώνει εκείνος ο γραφιάς που θέλει να τον πούνε “συγγραφέα”. Έπειτα τοποθετηθήκαμε (ποιοί τοποθετηθήκαμε; εγώ τοποθετήθηκα) επάνω στους δύο άξονες που -θεωρώ- η πλειοψηφία των γραφιάδων και διαβαστών αγνοεί ή απαξιει: την ευθύνη του γραφιά στη διάδοση και την επιδραστικότητα της Γραφής, και στην ευθύνη του γραφιά απέναντι στον ίδιο το διαβαστή του. Τέλος, προτάθηκε (από του λόγου μου πάντα) ο ιδανικός στόχος που θα έπρεπε να έχει κατά νου και κατά φαντασίαν ο ασθενής, συγνώμη, ο γραφιάς (το ίδιο κάνει) για το πού θα πρέπει να θέλει να φτάσει το βιβλίο του.

Πες λοιπόν τελικά πως κάποιος τα καταφέρνει και γράφει το έργο «που γαμάει κώλους», που θα κάνει τα βιβλιοπωλεία χρυσωρυχεία και την κερα-Σούλα να ξεκινήσει να διαβάζει Κούντερα. Πλέον οφείλει να το εκδώσει το έργο του, σωστά; τέτοιο θησαυρό δε γίνεται να τον φάει η μαρμάγκα· γίνεται;
Πρέπει λοιπόν ο γραφιάς -ο οποίος θέλει μετά την έκδοση του να τον αποκαλούνε και «συγγραφέα»- να το τυπώσει και το δημοσιεύσει το ρημάδι. Πώς θα το κάνει όμως αυτό; Εδώ λοιπόν ας πω κι με το φτωχό μου το μυαλό, και με την όποια πείρα μου λίγα πράματα με

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΕΚΔΟΣΗΣ

Έχω στείλει δεκάδες e-mail σ” εκδοτικούς οίκους, μιλήσει προσωπικά με ιδιοχτήτες κι υπευθύνους (χμ…), έχω τηλεφωνήσει ακόμη μερικούς, έχω συζητήσει με γραφιάδες, συγγραφιάδες, γραφιστάδες, εκτυπωτάδες και ανθρώπους του χώρου ενδιαφερόμενος για την έκδοση των ποιημάτων μου. Οι απαντήσεις που έλαβα συνοψίζονται στα παρακάτω, και τα οποία άνετα θα γενικεύσω για το κάθε λογοτεχνικό είδος (διήγημα, δοκίμιο, νουβέλα, παραμύθι, επιστημονική φαντασία κουλουπού κουλουπού):

Οι περισσότεροι εκδότες ούτε καν απήντησαν στα e-mail μου, έστω και μετά ολιγοφραστικής πλην ευγενούς χυλόπιτας· και όσοι απήντησαν, ευγενικώς απορρίψαν το ενδεχόμενο της έκδοσης ποίησης, «ειδικά στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε» [sic, αυτολοξεί]. Οι εκ των υπολοίπων κατηγοριών λογοτεχνάδες μπορούνε πάραυτα να δοκιμάσουνε την τύχη τους.
Εκείνοι που απήντησαν είτε ηλεκτρονικώς είτε τηλεφωνικώς είτε φέης του φέης, ζητήσαν τετραψήφιο ποσό (όχι και πολύ τετραψήφιο πάντως) από την αφεντιά μου, το οποίο λέει θα κάλυπτε ένα βασικό τιράζ των χιλίων αντιτύπων για 64-σέλιδο Β5 σαμουά περιεχόμενο και τετράχρωμο χαρτονοειδές εξώφυλλο. Υποθέτω ότι θα κάλυπτε επίσης και τη διόρθωση, το γραφιστικό (αν και είχα έτοιμη τη σελιδοποίηση), την διανομή, και μια κάποια υποτυπώδη διαφήμιση. Δεν επεισήλθαμε σε περαιτέρω μπλιμπλίκια στην κουβέντα μας. Ευχαριστώ πολύ, δεν θα πάρω.
Και τώρα κάνε μοναχός σου έναν πρόχειρο, αλλά όχι μπακαλέ, υπολογισμό για τα έξοδα ενός βιβλίου με πάνω από 64 σελίδες, τις οποίες πολύ πιθανόν να έχει το δικό σου σύγγραμμα. Να σου πω επίσης ότι τα συγγραφικά δικαιώματα που δίναν (οι φιλοτιμότεροι εξ αυτών) ήτανε μεταξύ 15 και 20% για έντυπο και 33% για ηλεκτρονικό βιβλίο.
Σ’ αυτό το σημείο όμως για να μην μπακαλιάσω κι εγώ θα σου πω ότι, το κόστος εκτύπωσης δεν έχει ποτέ να κάνει τόσο  με τον αριθμό των σελίδων ή τα μελάνια, όσο με το τελάρο, γενικώς τη μήτρα όπου θα τυπώσεις (και το οποίο είναι ένα άλλο κεφάλαιο), και πως όσα περισσότερα αντίτυπα κόψεις, τόσο και το κόστος γίνεται πιο χονδρικό. Όμως και πάλι, άλλο να τυπώσεις 64 σελίδες και άλλο 300. Δεν έχεις βέβαια παρά να δοκιμάσεις· δακτυλάκια στο πληκτρολόγιο ή το τηλέφωνο και ψάξου.
Μονάχα δύο (κι αυτοί μικροί…) εκδότες ενδιεφέρθησαν για πιο ελεγχόμενη έκδοση: ο ένας τους μου ζήτησε ποσό τριψήφιο (όχι όμως και πολύ τριψήφιο) για την έκδοση 100 αντιτύπων, και ο άλλος τα μισά απ” τον πρώτο. Όμως και πάλι, εάν το δεις αναλογικά, τα φράγκα βγαίνουν ακριβώς τα ίδια με τους προηγούμενους, απλώς οι προηγούμενοι εκδότες δε συζητούσανε καν για το ενδεχόμενο του prin-on-demand. Πάραυτα, τα ποσοστά των δύο μικροεκδοτών ήταν κατά πολύ φιλοτιμότερα: φίφτυ-φίφτυ.

Οπότε, κατόπιν εξαντλητικής διχτυαναζήτησης και προσωπικών συζητήσεων με αρκετούς γραφιστάδες (εδώ να ευχαριστήσω κυρίως τον Κ.Μ.) και γραφιάδες (εδώ να ευχαριστήσω κυρίως τον Γ.Φ.) έμαθα τα παρακάτω, οπότε ρίχνω κι εγώ την πρότασή μου στο φτωχό πλην τίμιο παλικάρι που θα ήθελε να δει το σκρίπτο του τυπωμένο δίχως να χρειαστεί να πάρει καταναλωτικό δάνειο ή να βγει στο κλαρί:

DIY = DO IT YOURSELF

Δήλαδή:

Ένα μεγάλο κόστος του βιβλίου είναι το γραφιστικό του κομμάτι και το κομμάτι της επιμέλειας· για να μην τα πλερώνεις άδικα (μα εύλογα) κάνε τα εξής:

- Πληχτρολόγησε μόνος σου το χειρόγραφο (εάν είναι) ή βάλε κάποιον να στο κάνει φιλικά (μα μην τον αφήσεις κι έτσι όμως). Αμέσως μετά κάνε ορθογραφικό, γραμματικό, συντακτικό, εννοιολογικό και λοιπό έλεγχο με τον κειμενογράφο σου και το μυαλό σου. Εν ανάγκη, και ακόμα καλύτερα, βρες γνωστό σου φιλόλογο να σου το κάνει τσάμπα (ο τσάμπας πέθανε ρεεε…) ή οικονομικά.

- Φιάξε μόνος σου το artwork: βρες μια φωτογραφία, σχέδιο, έργο, ότινάναι, που να θες να εξωφυλλίσει το βιβλίο σου, και που να είναι όμως ελεύθερο πνευματικών δικαιωμάτων· ετούτο μπορεί να είναι είτε δικό σου έργο (εάν πιάνουν τα χέρια σου) είτε απλώς να το κατεβάσεις από τις πάμπολλες πηγές στο διαδίχτυ. Ένα μαγικό καπέλο, για παράδειγμα, είναι  τα Creative Commons· και έτσι θα γλιτώσεις κι άλλα λεφτά από το γραφίστα.

- Σελιδοποία (σχεδόν) μόνος σου. Άμα σκαμπάζεις επαρκώς σελιδοποίηση και σχετικό λογισμικό, ετοίμασε το τελικό pdf αφού αποφασίσεις για το τελικό μέγεθος και laytout του βιβλίου, και αφού έχεις ενημερωθεί για τις δυνατότητες και περιορισμούς του τυπογραφείου που θα τυπώσεις. Επειδή όλ’ αυτά είναι ένας μπελάς, αξίζει τον κόπο να δώσεις λίγα φραγκάκια σε έναν επαγγελματία και να του εμπιστευτείς όλα τα αρχεία κειμένου και εικόνας που θα βάλεις στο βιβλίο. Συζήτα μαζί του όλες τις λεπτομέρειες τις έκδοσης, και φρόντισε να ελαχιστοποιήσεις κατά το δυνατόν το κόστος. Σε κάθε περίπτωση, καλό θα είναι να κάνεις πρώτα μία μικρή έρευνα αγοράς για το οικονομικότερο δυνατόν τυπογραφείο και γραφίστα· εκείνοι είναι και που θα σε ενημερώσουν για το τελικό κόστος.

Σε κάθε περίπτωση έχε στο νου σου τα εξής:

Δεν έχει καμία σημασία αν κάνεις αυτοέκδοση αντί για επίσημη έκδοση· εκτός κι αν είσαι και τόσο ψώνιο που ντε-και-καλά θέλεις επάνω στο βιβλίο σου τη στάμπα ενός εκδοτικού οίκου (και δη ενός γνωστού), οπότε και καλά να πάθεις. Διότι η επίσημη έκδοση δεν λέει και τίποτα παραπάνω από το ότι (ίιιιισως) θα έχει μια καλύτερη διανομή το βιβλίο σου (και για την οποία φυσικά θα πληρώσεις). Κάθε βιβλίο μπορεί και γίνεται κάλλιστα να μην είναι εκδοθέν αλλα αυτοεκδοθέν, και να μην φέρει εκδοτόσταμπο, παρά απλώς να γράφει (πχ) “ΑΘΗΝΑ 2004″, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1963″, ΧΑΡΧΑΛΟΧΩΡΙ ΤΑΦΡΟΥΝΤΑΣ 3015″ κ.ο.κ. (κώδικας ωδικής κυοφορίας). Ή, άμα γουστάρεις, εκεί που συνήθως μπαίνει η στάμπα του εκδότη (κάτω-κέντρο) βάζεις εσύ κάποιο σηματάκι που το γουστάρεις και είσαι κομπλέ. Αρκεί εκείνο να μην παραπέμπει πληροφοριακά ή αισθητικά σε νυν ή πρώην εκδότη.

Δεν έχει σημασία εάν το βλιβλίο σου θα έχει ISBN ή όχι ΕΦΟΣΟΝ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΟΥ ΔΕΝ ΠΩΛΕΙΤΑΙ. Το ISBN δεν έχει να κάνει ποτέ με το περιεχόμενο ή με τον αναγνώστη. Επίσης το παρέχουν μόνον οι όσοι διαθέτουν άδεια έκδοσης. Εάν ντε και καλά θέλεις τη “στάμπα του θηρίου” στο βιβλίο σου, ψάξου με κάποιον γνωστό σου στις εκδόσεις (διαφήμιση, γραφικές τέχνες, βιβλιοπωλεία κτλ). Βέβαια, τώρα τελευταία πέτυχα στο site της Εθνικής Βιβλιοθήκης, τη δυνατότητα χορήγησης ISBN και στην αυτοέκδοση, όμως δεν ξέρω περισσότερα. Σε κάθε περίπτωση, να ξέρεις ότι άμα (λέω, άμα) θες το βλιβλίο σου να έχει πιθανότητα να φιλοξενηθεί στην Εθνική Βιβλιοθήκη μαζί με όλα τ” άλλα που ετησίως και υποχρεωτικώς καταθέτουν οι εκδότες (πλην διαφημιστικού υλικού, ημερολογίων κτλ), εάν θες το βιβλίο σου να μοιράζεται το ίδιο εκείνο γαμάτο οξυγόνο με τις παμπάλαιες κι απίστευτες εκδόσεις ή αποκτήματα της ελληνικής, και όχι μόνο, γραμματείας, χώσε του ένα ISBN, και κάποια στιγμή ποτέ δεν ξέρεις. Άσε που έτσι είν” ευκολότερο να στο επανεκδόσει (ατροποποίητο) κάποιος. Υπόψιν πάντως πως (απ’ όσο ξέρω) απαγορεύεται η πώληση, διανομή, παραγγελία κτλ βιβλίων χωρίς τη «στάμπα του βιβλίου», οπότε σκέψου το σοβαρότερα το ζήτημα, αλλά μην τρελαθείς κιόλας Για πιότερες πλεροφορίες περί ISBN εδώ.

Εάν πάλι σ” ενδιαφέρει να πουληθεί το βλιβλίο σου:

- Θα πρέπει να φέρει ISBN
– Θα πρέπει να το πουλά επαγγελματίας με νόμιμες σχετικές άδειες, παραστατικά κτλ
– Θα πρέπει ο ίδιος να διαθέτεις και αποδίδεις τα απαραίτητα παραστατικά εάν σκοπεύεις να το πουλήσεις νόμιμα χέρι-χέρι
– Γίνεται όμως κάλλιστα να μη διαθέτεις κανένα παραστατικό εάν σκοπεύεις απλά να το δωρίζεις το βιβλίο (άμα στο εντωμεταξύ το Υπ. Οικ. δεν έχει φορολογήσει και τα κάλαντα)

Συμβουλή μου:

Λάβε υπόψιν σου όλα τα παραπάνω· μετά υπολόγισε το πόσος κόσμος σίγουρα θ” αγόραζε/αποχτούσε το βιβλίο σου: εάν αυτό αντιστοιχεί σε τιράζ κάτω των 500 αντιτύπων, δεν έχεις κανένα λόγο να πληρώσεις για να στιβάξεις μια κεραμίδα άδωστα αντίτυπα στην αποθήκη να στη φρακάρει· διότι υπάρχει και η λύση που ακούει στο όνομα

ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΚΤΥΠΩΣΗ (Oh mon dieu!!..)

Πλεόν (δλαδή τί πλέον…) μπορείς να κόψεις όσα αντίτυπα θέλεις: από 1 έως 1.456.230.120.456.548. Το οποίο σημαίνει πως εάν έχεις έτοιμο το pdf σου μπορείς κατευθείαν να μιλήσεις στο τυπογραφείο, και σε λίγες μέρες να έχεις το βιβλίο σου έτοιμο στα χέρια σου. Οι τιμές είναι και πάλι χονδρικές· με τη διαφορά όμως ότι μπορείς να δώσεις Ακριβώς όσα λεφτά αντέχεις για να πάρεις τις αντίστοιχες κόπιες, και όχι ένα ασύμφορο φιξ ποσό για έναν παράλογο αριθμό (και όγκο) αντιτύπων. Ετούτο σημαίνει πως αν έχεις αξιολογήσει ότι “εμένανε το βιβλίο μου άντες να το πάρουν 250 άτομα”, τότε κόβεις 300 (για να είσαι και σίγουρος) ή και 251 (για να σου μείνει κι εσένα κάτιτίς). Ομοίως συμβαίνει και για το εάν θέλεις να τυπώσεις απλά και μόνο ένα αντίτυπο (ένα, one, uno, eins,ᐯᔭᒄ, ಒಂದು). Σε κάθε περίπτωση έχε στο νου σου ότι η όλη αυτή διαδικασία όπου έχεις παρακάμψει γραφίστα και εκδοτικό οίκο θέλει πολύ παραπάνω τρέξιμο, αφού το pdf οφείλει να πληροί τις προδιαγραφές και τις απαιτήσεις του εκάστοτε τυπογραφείου, και ότι αν έχεις κάνει κάποια μαλακία, θα πρέπει να ξανατρέχεις, να συζητάς, να διορθώνεις και αξιολογείς τις δοκιμαστικές εκτυπώσεις ως και να καταλήξεις κάπου, και τελικά να τυπωθεί το τιράζ σου, κι εσύ (αν δεν πλερώσεις μεταφορική) μετά θα πρέπει να φορτώνεις στ’ αμάξι σου τις κούτες των βιβλίων και να τρέχεις στο σπίτι να τις φυλάσσεις.

Όλο αυτό το μπάχαλο το γλιτώνεις εφόσον συνεργαστείς μ” έναν εκδότη, οπότε και απλώς παραλαμβάνεις τα δωρεάν τεύχη που “χετε συμφωνήσει (ελάχιστα πάντως). Όμως κ(ρ)αι πάλι θα “χεις τρέξιμο, εφόσον το χειρόγραφό σου θα πρέπει να ψηφιοποιηθεί και εν τέλει διορθωθεί από κάποιον που (στην καλύτερη) είτε θα διαφωνείς συνεχώς με τις επεμβάσεις, είτε (στη χειρότερη) δεν θα έχεις κανέναν αντίλόγο στο λόγο του, μιας και το συμβόλαιό σου σχεδόν πάντα αποδίδει στον εκδοτικό οίκο ανοχής τον πρώτο και τελευταίο λόγο επάνω στο έργο-προϊόν. Επίσης θα έχεις τρεξίματα παρόμοια για να δίνεις αρχεία κειμένου, φωτογραφίες, βιογραφικά στοιχεία κτλ, επίσης θα υπογράφεις συμβόλαια τα οποία θα πρέπει (Επιβάλλεται) να ελέγξεις με κάποιο νομικό ή έστω νομοδίφη. Και όλ’ αυτά βέβαια κάπως τα γλιτώνεις άμα επιλέξεις την ως άνω περιγραφείσα διαδικασία της αυτοέκδοσης.

Γενικά, και όπως θα είδες, έχουν και οι δύο δρόμοι τα + και τα – τους. Είναι στο χέρι (το χέρι αυτό που χώνεται στην τσέπη) του καθενή το πώς τελικά θα εκδώσει.
Και αφού είδαμε λιγάκι την έκδοση, πάμε τώρα στη

ΔΙΑΝΟΜΗ

Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει (στατιστικά και ρισκικά) να εξασφαλίσεις  πως αυτό που βγήκ’ απ’ την ψυχή σου (το βλιβλίο ντε) θα φτάσει κάποτε στα χέρια και του αναγνώστη· είτε έκδοση είτ” αυτοέκδοση οφείλεται κάτι τέτοιο να εξασφαλισθεί αλλιώς τί μπήκαμε και καν στον κόπο…

Στην περίπτωση της αυτοέκδοσης υπάρχουνε δύο τινά: εκείνο της εμπορικής διανομής και εκείνο του χέρι-χέρι (ή δέμα-δέμα).

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΕΚΔΟΣΗ

Για να μπορεί αυτή να πραγματοποιηθεί, οφείλει το βλιβλίο να διαθέτει ISBN· και επίσης να κοπούν τα σχετικά παραστατικά και να υπογραφούν τ” αντίστοιχα συμφωνητικά. Ετούτο σημαίνει ότι:

α) χρειάζονται λεφτά για ρήτρα (αν και δε γνωρίζω πως ακριβώς δουλεύουνε οι διανομείς). Δλαδή, είσ’ εσύ ένας συγγραφέας και έχεις συμφωνήσει να βιτρινιάσεις ή ραφιάσεις το βιβλίο σου σε δέκα πχ βιβλιοπωλεία· στ’ αρχίδια του τού διανομέα: αυτός λεφτά θέλει να βγάλει, από κάπου πρέπει κι αυτός να πληρωθεί. Εάν το βιβλιοπωλείο-παραλήπτης πληρώνει τη διανομή σου (χλωμό) όλα καλά. Αν όχι (μελαψό) κάποιος θα πρέπει να πληρώσει, αυτοχρηματοδοτούμενέ μου γραφιά· μάντεψε ποιός.

β) θα πρέπει να μπεις στο μπελά του ψυλλιασμένου και να ελέγχεις εάν τ” αντίτυπα παραδόθηκαν εγκαίρως, σε τί κατάσταση, εάν όλα τα έγγραφα είν” εντάξει κτλ.

ΧΕΡΑΚΙ – ΧΕΡΑΚΙ ΔΙΑΝΟΜΗ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΕΚΔΟΣΗ

Εάν θέλεις ντε και καλά να μπει το έργο σου στα βιβλιοπωλεία αλλά να παρακάμψεις την εμπορική διανομή και να την κάνεις εσύ μόνος σου (είτε με κούτα και ποδάρια είτε με το ταχυδρομείο), πάλι θα πρέπει να κοπούν παραστατικά, τιμολόγια και μαλακίες τέτοιες, να υφίσταται ISBN κτλ.

Εάν σκοπεύεις να το πουλήσεις χέρι-χέρι σε φίλους/γνωστούς/αγνώστους/εξωγήινους, και πάλι θα πρέπει να έχεις θεωρημένο μπλοκάκι και να κόβεις αποδείξεις· εκτός κι αν ρισκάρεις “καλοθέλητη” καρφωτή και μετά τρέχεις και δε φτάνεις. Και αυτό σημαίνει ό,τι ακριβώς τι συνειρμό σου κάνει η λέξη «μπλοκάκι».

ΔΙΑΝΟΜΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γλιτώνεις τα ντράβαλα με το διανομέα, με τους ελέγχους κτλ, εφόσον έχεις πλερώσει από πριν τον εκδότη γι’ αυτήν ακριβώς και για άλλες δουλειές. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν έχεις και τον έλεγχο· διότι για τούτη ακριβώς τη δουλειά, δικαιώματα και ευθύνες αναλαμβάνει και απολαμβάνει ο εκδότης. Δηλαδή δεν μπορείς εσύ έτσι απλά να ρωτήσεις το διανομέα ή τον βιβλιοπώλη για να τσεκάρεις το τι έχει γίνει με το βιβλίο σου· αλλά και να το κάνεις, δε γίνεται χωρίς στοιχεία ν” αποδείξεις τίποτα· ίσα-ίσα, η καχυποψία που θα φανερώσεις θα εγείρει και τα πρώτα παγάκια στις σχέσεις σου με τον εκδότη. Βέβαια γλιτώνεις το “χεράκι-χεράκι”, μιας και ο καθένας που θα θέλει να πάρει το βιβλίο σου πηγαίνει απλώς στο βιβλιοπωλείο· και έτσι θα αυξάνει και τις επίσημες πωλήσεις σου, και οι οποίες με τη σειρά τους θα αυξάνουν τις πιθανότητες επανέκδοσης, παράτασης/ανανέωσης/αναθεώρησης συμβολαίου κτλ. Σε κάθε περίφτωση όμως, εφόσον θέλεις κι εσύ να πουλήσεις χεράκι-χεράκι (και αν στο επιτρέπει και ο εκδότης) τότε θα πρέπει να ενεργοποιήσεις όλα τα της προηγούμενης παραγράφου.

Και τώρα λίγα λόγια που πρέπει να γνωρίζεις για

ΤΟ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Στο εκδοτικό σύστημα περιλαμβάνονται οι

Εκδότες
Τυπογράφοι
Διανομείς
Διαφημιστές
Βιβλιοπώληδες
Συγγραφείς
Αναγνώστες

Και κάποιοι άλλοι σχετικοί και παράλληλοι, όπως τα Υπουργεία Παιδείας (γκούχου) και Οικονομικών (γκούχου-γκού), τα ακαδημαϊκά και εκπαιδευτικά ιδρύματα, οι βιβλιοθήκες κτλ.

Ο ΕΚΔΟΤΗΣ

Είναι μια νόμιμη εταιρία που αντικείμενο έχει να πάρει αυτό που δημιούργησε ο γραφιάς (το έγγραφο), να του δώσει εκδοτική υπόσταση (να το κάνει βιβλίο), και έπειτα να το πουλήσει (να το κάνει προϊόν).
Εκδοτική υπόσταση είναι όλο εκείνο το παντεσπάνι και το μπετόν της διόρθωσης, αναθεώρησης, επιμέλειας, κόσμησης, σελιδοποίησης, νομιμοποίησης, εκτύπωσης, ελέγχου, προώθησης και διανομής του πνευματικού προϊόντος που καλείται εφεξής “βιβλίο” ή “έργο” ή “προϊόν” ή κάτι τέτοιο ανεξαρτήτως αντικειμένου, ως κι εκείνο να απομακρυνθεί από κάποιο ταμείο και εντός της τσάντας του χαρούμενου αγοραστή και σώο και αβλαβές. Ο εκδότης είναι επίσης και υπεύθυνος για όλα τα (έμμεσα ή άμεσα) ψυχοφθόρα νταραβέρια μεταξύ όλων των υπολοίπων του εκδοτικού συναφιού πλην (συνήθως) του αναγνώστη. Εννοείται πως όλ’ αυτά δεν τα κάνει ένα μονάχα άτομο ή μόνον οι εργαζόμενοι του εκδοτικού οίκου, αλλά και όλες οι άλλες ομαδούλες που θα δούμε παρακάτω.

ΤΥΠΟΓΡΑΦΟΙ

Είναι εκείνοι που σε συνεργασία με το γραφιστικό τμήμα του εκδότη (εργαζόμενο ή συνεργαζόμενο) θα αναλάβουν το ξεγέννημα του DNA που έσπειρε ο γραφιάς και που κυοφόρησε ο εκδότης, σε ένα απτό, στερεό βιβλίο. Δουλειά τους είναι κατόπιν εξαντλητικής συζήτησης, αναθεώρησης και διόρθωσης, να υλοποιήσουν ό,τι εκδότης και συγγραφέας έχουνε συμφωνήσει ως την οριστική μορφή του έργου. Η γνώμη τους πάντοτε βαραίνει τελικά, μιας κι εκείνοι γνωρίζουνε καλύτερα τις όποιες τυπογραφικές δυνατότητες και περιορισμούς, ό,τι λαγούς και πετραχείλια να ζητάν οι δύο πρώτοι (και ειδικά ο συγγραφέας).

ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ

Είν” εταιρίες π” αναλαμβάνουν τη μεταφορά των βιβλίων μεταξύ αποθηκών, τυπογραφείων, εκδοτών, βιβλιοπωλείων, περιπτέρων, ιδρυμάτων, βιβλιοθηκών κτλ. Έχουν πανίσχυρη δύναμη, και ο λόγος τους τελικά πολλές φορές βαραίνει πιότερο κι από του εκδότη, διότι εκείνοι είναι υπεύθυνοι για deadlines, άρτιες παραδόσεις και λοιπά θεμιτά ή αθέμιτα που έχουν άμεσες συνέπειες και στην τσέπη του τελευταίου. Επίσης είν” εκείνοι που έμμεσα ή άμεσα προτείνουν (πλασάρουν) στους βιβλιοπώληδες και το ποιο βιβλίο να πάρουν ή να μην πάρουν από τη λίστα που κουβαλάνε.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΣ

Είν” οι εταιρίες ή freelancer που δύναται ν’ αυξομοιώσουν τις πιθανότητες ενός βιβλίου κι ενός συγγραφέα για πωλήσεις, αναγνώριση, διάρκεια κτλ. Είναι αυτοί που γίνεται ν’ αναγάγουν μια θλιβερότητα σε best seller και ένα αριστούργημα σε αραχνοσυλλέκτη υπογείου, όμως και να ισχυροποιήσουν την αξία ενός αριστουργήματος ή να οριστικοποιήσουνε ως κωλόχαρτο μία ημικατάδικη μούφα. Είν” εκείνοι που διοργανώνουνε καμπάνιες, βιβλιοπαρουσιάσεις, που βιτρινιάζουν περίτεχνες κι εντυπωσιακές προθήκες, αυτοί που αποφασίζουν τη θέση και την ορατότητα ενός βιβλίου σ” ένα κατάστημα, και ένα σωρό άλλα λήγοντα σε «ίζουν» και «ώνουν». Πολλές φορές το διαφημιστικό τμήμα ενυπάρχει στον εκδοτικό οίκο. Είναι επίσης εκείνο που φροντίζει για την συγγραφή(…) και την παρουσία ή απουσία βιβλιοκριτικής στον Τύπο, για τζάμπα ή ιδιοπλερωμένες περιοδείες του γραφιά (εφεξής «συγγραφεύς» παρακαλώ), για τις εμισθί ή αμισθί «ποιητικές» και «λογοτεχνικές» βραδιές, και για λοιπές αρπαχτές και μη.

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΗΔΕΣ

Είναι όλοι εκείνοι που οφείλουν να “χουν τζιμάνια πωλητές για να καταφέρνουν να ζμπρώχουν το κατάλληλο βιβλίο στον κατάλληλο άνθρωπο. Οφείλουν ν” ακολουθούν σχεδόν πιστά τις γραμμές του εκδότη, του διανομέα και του διαφημιστή. Επίσης οφείλουν να έχουν διαβάσει πολλάααα βιβλία κι ακόμα περσότερα οπισθόφυλλα, κριτικές και μπροσούρες. Είναι επίσης ημιυπεύθυνοι για το ντεκορασιόν του μαγαζού τους, για τα βιβλία που θάβονται ή ξεθάβονται, για κείνα που είναι μπροστά και τ” άλλα πίσω. Η αγάπη τους για το βιβλίο και τους αναγνώστες είναι δεδομένη, αφού σε κάθε αγγελία για υπάλληλο βιβλιοπωλείου «Ζητείται νέα, εμφανίσιμη, έως 24 ετών, χωρίς υποχρεώσεις»…

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

Είν” όλα εκείνα τα ψώνια που με το να γράφουν γίνανε λίγο καλύτεροι ή πολύ χειρότεροι άνθρωποι. Είναι λίγο στην κοσμάρα τους, την παραμύθα τους, εξαιρετικά ευαίσθητοι (χμ…), και μετά από την πρώτη τους έκδοσή γίνονται και μια ολιά “μπερεδάκηδες”, δηλαδή ψευτοκουλτουρέ, ελεγκάντ κτλ μέχρι ως και να τους ξεβράσει ο οίκος ανακοινώνοντας τους ότι δεν τους επανεκδίδει και δεν τους ανανεώνει το συμβόλαιο, οπότε και χάνουν τη γη κατ’ απ’ τα πόδια τους και γίνονται για μια στιγμή μισάνθρωποι ή «επαναστάτες» και «αντισυστημικοί». Οι συγγραφείς είναι γραφιάδες με συμβόλαιό, και το οποίο τους αποκαλεί “συγγραφείς”, ή “δημιουργούς” ή κάτι τέτοιο αρκετό για να πιστέψουν πως είναι όντως. Οι περισσότεροι (αν όχι όλοι) έχουν πληρώσει τα μαλλιοκέφαλά τους, ειδικά στην πρώτη τους έκδοση, για τούτο  θα παρατηρήσεις μια αμυδρή ή καθόλου αμυδρή καραφλίτσα ν” ασσορτάρει το θραψαλισμένο μουστάκι, και τα γυαλάκια ανηλεώς φεγγοβολλούντα την ιδρωμένη μασχάλη του και το μέτωπο. Οι δε λεγάμενοι “μπεσελλερίστες” πιθανόν να πληρώνουν και τίποτα ή ψίχουλα για την κάθε τους έκδοση και γενικώς ν” απολαμβάνουν διευρυμένα πνευματικά (και όχι μόνο) δικαιώματα και ως εκ τούτου να έχουν αυξημένες υποχρεώσεις απέναντι στο κοινό τους και τους εκδότες τους. Κάποιοι εξ αυτών ούτε καν γράφουν, αλλά απλώς υπογράφουν, βάζουν τη τζίφρα στα έργα «τους», εάν οι ίδιοι ή οι νταβατζ μανατζέρ τους κρίνουνε πως υπάρχει ψητό στον τάδε ghost writer. Τα οποία φαντάσματα βέβαια υπογράφουνε και τηρούν σιγή ιχθύος και υδροχόου επί της πατρότητος του γραφτού. Πάντως μεταξύ του νουμπά και του παλιού υπάρχει πάντα ένας αρκετά ενδιαφέρων ογκόλιθος από συγγραφέες κάθε ποιότητος, εμπορικότητος και κλάσεως. Το περσότερο λογοτεχνικό ζουμί βρίσκεται εκεί, κατά την ταπεινή μου άποψη, στο ανάμεσο· όπως και σε κάποια ξεπαρθενιάσματα νουμπάδων.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

Είν” όλα κείνα τα φιλότιμα παιδάκια, κυριούλες και κυριούληδες με τα γυαλάκια, την καραφλίτσα, το μουστακάκι, το ψιλοεναλλακτικό ή κάουζιουαλ ντύσιμο, το ταγιέρ κτλ, που χώνουνε τη μύτη τους στα ράφια και με ύφος Ηρακλή Πουαρώ εξετάζουν εαν αξίζει τα λεφτά του το βλιβλίο. ΟΚ, να μην είμαι και γενικόλογος: είναι και αρκετοί που δεν τους κόβεις για διαβαστές, όμως είναι κι αυτοί εκεί, και το ίδιο φιλότιμα όπως όλοι ψάχνουν να βρουν την καινούργια τους τυπωμένη υπεραπόλαυση. Ελάχιστοι εξ αυτών συνειδητοποιούν την ευθύνη που φέρουνε γραφιάς και εκδότης απέναντί τους, και για τούτο δεν έχουμ” ακόμα θρηνήσει θύματα στη λογοτεχνία· ίσως και επειδή ψυχανεμίζονται την ανάγκη και τις (κατά βάση αγαθές) προθέσεις του γραφιά, και ίσως επειδή να τον έχουν και κάτι σαν το “μάγο” της φυλής.

Όλοι λοιπόν οι παραπάνω -και κάποιοι ακόμη- συνιστούν το Εκδοτικό Σύστημα, το οποίο δεν διαφέρει κατ” ουσίαν από το Δισκογραφικό, με τη μόνη διαφορά ότι ποτέ σου δεν θα δεις συγγραφέα να σοδομίζει κωλόνα στην Ιερά Οδό, ούτε θα μάθεις τα γκομενιλίκια του ή ότι τσέπωσε δέκα χιλιάρικα τη βραδια. Πάραυτα μπορεί να είναι εξίσσου κοκκάκιας, πρεζάκιας ή μαυράκιας, παρτουζιάρης, οπισθογεμής ή τσιβιτζιλού, και να τρώει στα μαγαζά τα ίδια ή περισσότερα απ” το μέσο νυχτραγουδιάρη. Παντού τα πάντα, αν και σίγουρα όχι τόσο στο συγγραφιλίκι.

Με αυτά και μ” αυτά λοιπόν, και παρόλ” αυτά τα παραπάνω περί εκδόσεων, και χάρη και στην τεχνολογία σού ‘χω λοιπόν μια ωραία καλή πρόταση, φίλος…

ON-LINE PUBLICATION

Και ναι κύριοι: το μέλλον δυστυχώς (ναι, δυστυχώς) βρίσκετ’ εδώ: σε μια δεκαετία από σήμερις να το ξεχάσεις το vintage, αναλογικό, χαρτοπόλτινο βιβλίο, κείνο που σαν παλιό κρασί ευωδιάζει στις κιτρινισμένες σελίδες του, κείνο που χώναμε ως τώρα τη μύτη μας ξαπλωμένοι πλάγια στο κρεβάτι, και που στο στήθος μας επάνω το ‘χαμε ν” αποκοιμιόμαστε· εκείνο που μας ταξίδευε μέσ” από τα χρατς-χρουτς του ξεφυλλίσματος μέσα στα μάτια και την καρδιά ανθρώπων που μπορεί να ‘χουν πεθάνει εδώ και εξακόσα ή χίλια εξακόσα χρόνια· εκείνο που πάγωνε τον χωροχρόνο γύρω μας και μας έβαζε στη σκουληκότρυπά του και μεμιάς μας έκανε Μόγληδες, Ρομπένους, Νταρτανιάνους, Όλιβερ, Κιχότες, Μπενχουρηδες και Αγιάννηδες. Ναι, ξέχασ” τα όλ’ αυτά κουμπάρε: κάτι η “πράσινη” υποχονδρίαση για τις “επαπειλούμενες” αειφόρους, κάτι να σώσουμε τον Αμαζόνιο, κάτι που όντως τελειώνει το ξύλο (εκτός των αρχών), κάτι που “ναι και η ίδια η υλοτομία ακριβό σπορ πλέον, κάτι η μεταποίηση κτλ, κάτι που έχουνε πέσει κι οι πουλήσεις του βιβλίου κατακόρυφα από το ιντερνέτς και μετά, κάτι όλ” αυτά και ξεκίνα σιγά-σιγά να (μην) το ξεχνάς το βιβλίο όπως το ήξερες. Ναι κύριοι, το βιβλίο πνέει τα λοίσθια, μαζεύει υπογραφές και καθίσταται σιγά-σιγά συλλεκτικό αντικείμενο. Οπότε μαζέφτε… Κι ετούτο τό ’χουνε πάρει χαμπάρει πλείστοι γραφιάδες και συγγραφείς, και που πλέον διαθέτουν το ολοκαινούργιο “αριστούργημα” τους μονάχα από (πληρωμένο) download. Και ο λόγος είν” απλός: το paid download είναι τσάμπα και βγάνει και λεφτά: έγραψες το βιβλιαράκι σου καμάρι μου; έστω και εν’ απλό αρχείο word που το pdf-τιαξες ή e-pub-λησες ή ούτε καν; Μπράβο! Φιάξε τώρα ένα λογαριασμό σε κάποιο site ηλεκτρονικών αγορών/πληρωμών, φιάξε κι ένα σε κάποιο/α από τα πάμπολλα site διχτυακών εκδόσεων, ανέβασέ το “κεί το “καμάρι” σου και πούλα το! Κι αφού “σ” ωραίος και μετράς, φιαχ’ του και ένα εξωφυλλάκι -έτσι για την τιμή των όπλων- και πάλι μάγκας θα “σαι! Και μετά πάλεψέ το όπως ξέρεις και μπορείς μέσω διαδιχτύου ή/και πραγματικότητος ούτως ώστε να προωθήσεις το βλιβλίο και την τσέπη σου. Κι αν είσαι και τίγκα μερακλέστατος, τύπωσε και έναν συλλεκτικό αριθμό βλιβλίων και καν” τα δώρο/πούλα τα όπου αγαπάς.

ΤΑ ΥΠΕΡ

- Είναι τσάμπα-τσάμπα
– Έχεις κάποιο-κάποιο κέρδος· έστω και τιποτένιο
– Έχει πολλές περισσότερες πιθανότητες το έργο σου να φτάσει σε, κατ” ουσίαν, αμέτρητους αναγνώστες
– Δε σπαταλιέται ξύλο (όμως να μην το παραχέσουμε με την οικολογία)
– Και ως εκ τούτου, το βιβλίο σου δεν πρόκειται ποτέ να φθαρεί, και θα είναι πάντα διαθέσιμο
– Δεν περνάς όλον αυτό το μανικουλέ συγγραφής-παραγωγής και διανομής
Δεν έχεις αφεντικά πάνω απο το κεφάλι σου (σημαντικό!)
– Οι διαβαστές σου γίνεται να έχουν απευθείας επικοινωνία μαζί σου (ανεκτίμητο!)
– Έχεις τον απόλυτο (χμ…) έλεγχο του “προϊόντος” ως και τη στιγμή τουλάχιστον που θα κατέβει στο πρώτο ξένο PC
– Είναι πανέυκολο!: εκεί που κάθεσαι (καλή ώρα) και γράφεις, μετά από λίγα κλικ το ‘χεις εκδόσει κίολα!
– Και ένας σωρός άλλα.

ΤΑ ΚΑΤΑ

- Πολύς και αξιόλογος κόσμος θα χάσει τη δουλειά του άμα το πάμ” όλοι έτσι
– Θα μαραζώσει και πεθάνει η κουλτούρα της έκδοσης, του τυπογραφείου και του βιβλιοπωλείου (όπως την ξέραμε)
– Κανείς δε θα ‘χει την απροσμέτρητη χαρά να μυρίσει το μελανόχαρτο σου (ημιανεκτίμητο)
– Κανένα παιδάκι ή ενήλικας δεν θα χώσει ποτέ τη μούρη του στο στάχωμα σου και θα χαθεί στον κόσμο που τού έπλασες (ανεκτίμητο)
– Η όλη κάβλα του διάβασέ το–δάνεισέ το–μίλησέ το θα σβήσει· απλώς θα κυκλοφορεί το βιβλίο σου με ένα email, ένα download, έναν διακτινισμό ξέρωγώ..
– Όλο και κάποιος anti-protection αλγόριθμος θα κοπιάρει το βιβλίο σου, και ετούτο ελεύθερα πλέον θα πλέει από παντού προς παντού, και συνεπώς όλο και κάποιος γελοίος «καλοθελητής” θα επιθυμίσει να βάλει το όνομά του στη θέση του δικού σου. Αυτό δεν το θες, έτσι;
– Ακόμα χειρότερα, κάποιος μπορεί να το τυπώσει κιόλα και να βγάλει και λεφτά επάνω στον ψυχικό σου ιδρώτα
– Και ένας σωρός άλλα.

Συμπέρασμα: σκέψου το καλά πριν ρίξεις την εκδοτική σου πετονιά στο διαδίχτυ· τίποτ’ άλλο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Λέω σιγά-σιγά να το κλείνω το ζήτημα, άσε που δε φτάνουνε πέντε σέρβερ να το ξεχειλώσω και ν” απεργήσουν τελικά τα μηλίγγια μου. Ελπίζω όσα διαβάσες, έστω και εισαγωγικά (και γενικά), κάπως να βοηθήσουν τους γουάναμπήδες (και όχι μόνο) νά ‘χουνε μια ιδέα για το πως ίσως τα καταφέρουν να γράψουν, να εκδώσουν και γενικώς ν” αποπειραθούν να απολαύσουν τους ανεκτίμητους καρπούς αυτού που λέμε Γραφή. Πολύ πιθανόν, επίσης, να επανέλθω κάποια στιγμή με νέα πραγματάκια. Θα ήθελα (δίχως επώνυμες αναφορές) τις γνώμες, τις προτάσεις, τις διορθώσεις και τις εμπειρίες σου, κι εσένα, και σένα, και εσένα.

Γεια.

2 thoughts on “Περί συγγραφής και έκδοσης

  1. Γιώτα

    Καλημέρα.Θα ήθελα να ρωτήσω το εξής:Εχω κάνει την αίτηση για έκδοση isbn.Πως το παραλαμβάνω;Γενικά,ο,τι εχω γράψει εως τώρα εχει κατοχυρωθεί πνευματικά με τον…απλο τρόπο του ταχυδρομειου,θα με ενδιέφερε λοιπόν η έκδοση του αριθμου isbn.
    Ευχαριστώ.

    1. Άρης Μανουράς Post author

      Καλημέρα και ευχαριστώ για την επίσκεψη. Για οτιδήοποτε σχετικά με το ISBN και την αίτηή σου θα σε πληροφορήσει το http://www.nlg.gr/www/el/node/73 και γενικώς η αρχή στην οποία αποτάθηκες και, δυστυχώς, όχι εγώ :).

Γράψτε απάντηση στο Γιώτα Ακύρωση απάντησης

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>