Στο μυαλό(;) του γραφιά

Αίσιο τέλος· ένας που προσπαθεί να γίνει συγγραφέας μα δεν μπορεί, και σιγά σιγά του αποκαλύπτονται πτυχές της δημιουργίας ως ότου μπορέσει να το ολοκληρώσει.

Αυτές ήταν οι πρώτες λέξεις που ξεπηδήσαν στο μυαλό του Άρη και τις οποίες απευθείας σφυροκόπησε προσχέδια στο πληκτρολόγιο· πίστευε σ’ ένα είδος αυτόματης γραφής, όπου έγραφε απλώς ό,τι σκεφτόταν για να υπάρξει το ζέσταμα και η τριβή με τη νοηματική της γραφής.

Καιρό τώρα, από την παιδική του ηλικία ήθελε να γράψει βιβλίο· πάντοτε όμως σταματούσε στην πρώτη σειρά ελλείψει ιδεών – γεγονός προφανές για ένα παιδί με όλη την καλή διάθεση, την καλπάζουσα μ” ανεξέλεγκτη φαντασία, που δεν γνωρίζει τις αρχές, τους κανόνες και τα μυστικά εκείνα που δεν του έχουν ακόμη αποκαλυφθεί απ’ τις εσώτερες, πανάρχαιες φωνές, αυτές που νομοθετούν τη συγγραφική τέχνη. Και ούτε γνώριζε, βέβαια, πως ούτε έτοιμος ήταν, ούτε και οι Μούσες τον δεχόταν αισθανόμενες να βιάζονται ό,ποτε πυρέτωνε να κατεβάσει λέξεις απ” το Μεγάλο Κοφίνι των Ιδεών.

Και τώρα που μεγάλωσε ο πόθος του δεν είχε σβήσει· και αν λάβουμε υπ’ όψιν την ευκολία που σου προσφέρει το πληκτρολόγιο, επόμενο ήτανε να καταπιαστεί εντατικότερα με τη θεραπευτική για “κείνον ενασχόληση με την τέχνη ετούτη· και ίσως και να ένιωθε ένα ακόμη βαθύτερο χρέος στους συγγραφείς που “χε διαβάσει, που τού έδιναν ζωή μέσ’ από τα γραπτά τους, μέσ” από κείνους τους αέναους διαλόγους συγγραφέος – αναγνώστη που συνδέουνε ζωντανούς με νεκρούς με ζωντανούς ακόμη και μετα χιλιάδες χρόνια.

Βιβλία: αγωγοί επίκλησης του πνεύματος του συγγραφέα για μία δεύτερη ζωή μέσ” απ” το είναι του αναγνώστη· ένα μη με λησμόνει, κάλεσμα για φωτεινή ζωική οδό· ικεσία για έστω ένα κύτταρο απ” τα μάτια σου, θερμίδα απ” δάκτυλά σου: μια μετενσάρκωση·· πείραμα που μονάχα οι τολμηροί, οι απελπισμένοι κι οι τρελοί γνωρίζουνε.

Τελικά του τινάχτηκε η μεγαλοφυής» ιδέα: θα έγραφε την ιστορία ενός ανθρώπου που ήθελε να γράψει, και για το πως τελικά τα κατάφερε να ολοκληρώσει το αριστούργημα· ουσιαστικά θα ξιστορούσε την ίδια του την απόπειρα, και γι’ αυτό ακριβώς και το βιβλίο θα το κυκλοφόραγε κανονικά με τ’ ονοματεπώνυμό του: Άρης Μανουράς.

Χμ… ωραίο όνομα για συγγραφέα! Τώρα που το σκέφτομαι, μόνο για συγγραφέα θα μπορούσε να κάνει… τί ωραίο… ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΟΣ… ΟΚ, σκατά ο τίτλος· θα μπορούσε να είναι ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ ή κάποιο τέτοιο κιτς, και από πάνω ΑΡΗΣ ΜΑΝΟΥΡΑΣ· Θεέ μου!

Τί υπερηφάνεια θα ένιωθε σαν τ” αντίκριζε στις προθήκες κάποιου βιβλιοπωλείου, ενός πραγματικού ναού, μέρους αγιότερου απ’ τα Ιεροσόλυμα κι όλους μαζί τους θρησκευτικούς τόπους που γίναν ποτέ στον πλανήτη.. Μέρος όπου η μυρωδιά του χαρτιού σε ταξιδεύει όσο όλος ο στόλος του Καββαδία δεν κατάφερε· εκεί που «περίεργοι», με μούσια, γυαλιά, καραφλίτσα, με θλιμμένο και προσεκτικό βλέμμα κολυμπούσαν στις άπειρες ώρες της ανάγνωσης επικοινωνώντας με τα παγκόσμια αρχέγονα πνεύματα· μυσταγωγία σχεδόν ερωτική ετούτη μέσα στο βιβλιοπωλείο και τη βιβλιοθήκη· σε έναν χώρο όπου και τα ίδια τα δέντρα θα χαμογέλαγαν έτσι γνώριζαν πως θα πελεκηθούν και πολτοποιηθούν για να στολίσουν.

Ναι, αυτό το βιβλίο έπρεπε να το γράψει και να πουληθεί· ή, ακόμα καλύτερα: να χαριστεί και να ταξιδέψει από χέρι σε χέρι, από παγκάκι σε παγκάκι κι από αεροπλάνο σε αεροπλάνο. Μακάρι να “βρισκε τα λεφτά ν” αυτοχρηματοδοτήσει την έκδοση· μακάρι να “ρχόταν ή ώρα που το βιβλίο του θα πάλιωνε σαν το καλό κρασί, και το χαρτί θ” ανέδυε την τόσο γνώριμη γλυκιά ευωδία του· την ευωδία κρασιού της Θείας Κοινωνίας. Και άμα περνούσανε χρόνοι εκατό, πώς το χαρτί θα κιτρίνιζε και θα “χε πλέον τη μυρωδιά του σαν λιοκαμένου από μόχθο εργάτη που μόλις σχόλασε, και ο ίδρως τού ψιθύρισε πως κάτι έκαμε και σήμερα!.. Και άμα θα άρχιζε να μαδάει το βιβλίο, πόσο θα πόναγε το σώμα του σαν θα “χανε το μαλλί του και το δέρμα του.. Θα κρυφογέλαγε βέβαια το βιβλίο, γιατί  ξέρει πως άμα σιτέψει είν” ομορφότερο, και σα γλυκός σοφός παππούς, με το χαμόγελό π” αγαθά συγκρατά το δάκρυ στην κάτω άκρη του βλεφάρου  να μην τρέξει, σε ταξιδεύει μέσα από τα μουστάκια του και το πανάρχαιο εκείνο βλέμμα, σ” ώρες και χώρες μακρινές· σε ανθρώπους και πρότυπα, σ” αξίες και λύπες και χαρές και μυρωδιές που χάθηκαν ή σπανίσανε, και που δεν μπορείς να τις νιώσεις καλύτερα απ’ όσο μπορείς να διαβάσεις γι” αυτές· που σου δίνει θέα σ” εξωτικά πτηνά της Ανατολής και που περήφανα χορεύουν στις στέπες του Βόλγα· κι ενώ το κρύο σ” ανατριχιάζει και ψυχοπλακώνεσαι με τη φτωχή οικογένεια του Ρώσου αγρότη. πιάνεις τον εαυτό σου να σκιρτά και να παθιάζεται στη θωριά της χορεύτριας που την είπαν Κάρμεν, καθώς βγάζει την πέρκα απ’ τη φωτιά για να ταΐσει τα παιδιά της στο ιγκλού· ο μπάρμπα Θωμάς σου χαμογελά, μα σ” αγωνιά ο ινδιάνος που κυνηγάει το ιππικό· αντικρίζεις ορδές αλυσοδεμένων νέγρων που σάχνουν μπλουζ με φυσαρμόνικα και μπάντζο όξ” απ” τις φυλακές της Βαστίλης που ένας κατάδικος σχεδιάζει απόδραση κι εκδίκηση.

Ένα ταξίδι είν” το βιβλίο· ένας βυθός. Κάποιες φορές είναι και δέκα ταξίδια μ” αφετηρία τη διάθεσή σου, σταθμούς στο σύνολο των ψυχικών συντεταγμένων, και τέρμα κι απώτερο σκοπό απλώς εκείνο το χαμόγελό σπυ άπαξ και ξαναβγείς στην επιφάνεια π” ονομάσανε βίο.

Λευκή μου κόλλα, σα ψυχή φαντάζεις, και φοβούμαι να λερώσω σε με μελάνι. Μα ξέρω πως πρέπει· και θα προσπαθήσω να σκαλίσω με γράμματα τη χαρά και τη θλίψη, το φόβο και τη ντροπή. Κι εσύ σαν του Θεού το δισκοπότηρο θα καθαρίσεις σκέψη και μέλλον. Προσευχητάρι είσαι για μένα, χαρτί· “κόνισμα να σου μιλώ αφού δεν ξέρω άλλο να κάνω και πως. Φίλος μου είσαι και καμβάς να ζωγραφίζω τις σκέψεις μου, τ’ απόσταγμα του πιο ταπεινού βασιλικού πολτού από κερήθρα τεχνίτη παραγιού. Στα πετάλια και στα δοκάρια τ” αργαλειού σου στέκομαι: μπλέχνω στους ιστούς των νοημάτων σου – των αισθήσεων, και σαν αρλεκίνος (και στιγμές σα βασιλιάς) χορεύω στα προστάγματα αγέρα απ” της ζωής ένα σπλάχνο βλογημένο. Και σάχνω προυκιά με τις ελπίδες μου σε ραφή χρωματιστή και ταλαίπωρα γαζιά· και ματώνει το βελόνι τα ροζιασμένα μου δάκτυλα· και του καμάτου το περίσσεμα μιλά στην ψυχή και της λέει συνέχισε· θα σαπίσουν τα δοκάρια· θα γκρεμιστεί ο αργαλειός· και το γαζί θα τσαλακώσει.

Θέλω να σου γράψω μα δεν ξέρω γιατί· ίσως και να το κάνω έτσι για να περάσει η ώρα σαν καφές. Στην κλεψύδρα μου χοροπηδάν οι στιγμές σαν μπαλαρίνες π” ανημένουν να εχτελέσουν τις φιγούρες τους: η μια   μου χαμογελά· η άλλη   μου κλαίει· μα όλες τους πιασμένες αγκαζέ στέκουνε τα ποδάρια τους στου Χρόνου τ” ανάδεμα. Και σ’ αυτόν το χορό του Ζαλόγγου, χαμογελούν η μια στην άλλη και φεύγουν για να συναντηθούν ψημένες και νεκρές στην κάτω όχθη της κλεψύδρας, στον Καιάδα. Μα ακόμα κι εκεί το χαμόγελό τους πονηρό· σα να σου λεν «θυσιάστηκα για σένα να προστατεύσω το παιδικό σου πάρκο· κάτι έκανα. Ξαναμάζεψέ μας τώρα και πλάσε με την τέφρα μας εκείνο το φοίνικα που κι εσύ κάποτε με χαμόγελο, σαν στιγμή, κάποια στιγμή θα το χαρίσεις στα παιδιά σου.

Πάλευε πολλή ώρα με τις λέξεις. Κι άξαφνα εμφανίστηκε αυτός.

- Πες μου: γιατί παλεύεις με τις λέξεις; Ποιά μονομανία σου δίδει φτερά πισσωμένα που στον ήλιο, Ίκαρε, θέλεις να πας μα εκείνα σε δένουν στο χώμα; Ποιός ήλιος έδυσε για ν’ ανατείλεις, και ποιός σου “πε πως είσ’ ο τυχερός που τ” ανοίχτηκαν οι πύλες του Λογισμού και της Λογοτέχνης; Πόσο εγωιστικό να κάθεσαι και να πετρώνεις στην καρέκλα σου, μ” εκείνα τα κόπρινα χέρια π” αρνούνται να αφήσουν τη γραφή; Να ξέρεις πως δεν αξίζεις τίποτα παρά μονάχα τον περίγελο των Μεγάλων Πνευμάτων της Τέχνης, που σε βλέπουν ικέτη και ασύνδετο, αποσπασματικό και γελοίο και κρατάν την κοιλιά απ’ τα γέλια, γελωτοποιέ τους, μιας και δεν είσαι διατεθειμένος να δουλέψεις, να γίνεις μεγαλύτερος απ” όλους αυτούς. Αυτό το κοφίνι που έλεγες, το Κοφίνι των Ιδεών, δεν αδειάζει ποτέ: μπες μέσα λοιπόν, τσαλαβούτα, και πάρε όσα φρούτα θες· όσα παίρνεις άλλα τόσα γεννώνται· κι ακόμη πιότερα. Γιατί ψάχνεις να βρεις το προσωπικό σου ύφος, και αρνείσαι να συνεταιριστείς αυτό των Μεγάλων; του Σέξπυρ, του Μποντλαίρ, του Καρυωτάκη; Φοβάσαι τη σύγκριση; μη σε πούνε κλώνο και μ” «έλλειψη προσωπικότητας»; Φοβάσαι να χαθείς μεσ” στο πλήθος ε;.. Ποιός σου δίνει ενοχές κάθε που πας ν” απαγκιστρώσεις τα χέρια σου, τις ιδέες σου; Γιατί δε φτιάχνεις έναν ήρωα που να θέλει αγωνιωδώς να ταυτιστεί ο αναγνώστης σου μαζί του; ή νομίζεις πως τόση ώρα είναι κανείς που θέλει να μπει στην ανάπηρήηθέση σου, καημέχαρε βλάκα; Κάθε γύρισμα της σελίδας και μια σφαλιάρα στα μούτρα σου, βρωμερέ ικέτη. Και ποιός σου είπε ότι αυτά που γράφεις τόσο καιρό αξίζουν έστω και ένα χιλιοστό από ουρλιαχτό ξαφνιασμένου κι ενθουσιώδους μπόμπιρα που σου χαλάει τη μεσημεριανή σου ραστώνη; Απάντησε μου άμα μπορείς…

(Τότε η πένα σίγησε.)

- Βρίσκω το βάλσαμο Δαίδαλε και χαλαρώνω· είν” αγχολυτική, θεραπευτική η γραφή για μένα..

(Μα μόλις τα ‘πα ένιωσα λες και έκανα όντως το πιο άχρηστο πράγμα στον κόσμο· τόσο κενός: ίσος μ’ εκείνους τους κενούς που χλευάζω: που δε διαβάζουν και δε γράφουν: που με χλευάζουνε που γράφω και διαβάζω. Ω.. μα πόσο σας καταλαβαίνω τώρα, καλοί κενοί μου φίλοι! Κι εσείς το φάρμακο βρίσκετε στην αποχή, εξίσου πολύτιμο με το δικό μου – απλώς με άλλα συστατικά. Ω.. σχεδόν θέλω να σας γράψω την ωδή· ίσως όμως και να καταντώ το ίδιο γελοίος με την απαξίωση που μου γεννιέται όταν σας βλέπω έκθαμβους και έκπληκτους μπροστά και στο απλούστερο προσωπείο ή εκμαγείο της τέχνης.)

- Σταμάτα να παίζεις με τις λέξεις, ηλίθιε μεθυσμένε και ματιασμένε απ” την Τέχνη, από το κόμπλεξ κατωτερότητας κι από την έμφυτη μεγαλομανία σου, γύφτε. Η πιο ηρωική πράξη που θα είχες να κάνεις ήταν να κάψεις όλα σου τα γραπτά, να ξεχάσεις τα τραγούδια σου, και να εξαφανιστείς μια για πάντα από αυτή την κουρασμένη -από του λόγου σου- καρέκλα,· μα έχουν βαρύνει τόσο τα οπίσθιά σου· σχεδόν τρέμω, μειδιώ στην θέα της υπαρξιακής σου κυτταρίτιδας. Και αιωνίως κρυμμένος πίσ” απ” το ψάθινο δάκτυλο σου, την καταραμένη ετούτη καρέκλα και την «καλλιτεχνική σου ενασχόληση», βαρύθυμος και έρμαιο της σκέψης σου καταντάς ξεχνώντας πως είν” κι αυτή ένα εργαλείο που δεν μπορείς για πάντα να κρατάς· καταντάς μονότονος, καταντάς μονόπλευρος· φαγώνεις όλη τη ζωή σου δεμένος στο κατάρτι σου μην και ακούσεις τις σειρήνες της, σ’ ένα καΐκι που βουλοπλέει πάνω στα ηλεκτρικά καλώδια της σκέψης σου. Κάποιος ετούτη τη στιγμή ποντάρει την αγχόνη του πάνω από “να λαχείο και ένα δελτίο προπο· κάποια κοπέλα ανοίγει τώρα τα πόδια της, έτοιμη να νιώσει εκείνο που ονομάζεις ψευδαίσθηση. Ξεχνάς πως ό,τι Μεγάλο θεωρείς είναι απλώς η σύγκρισή σου με το σύμπαν εφόσον ήσουν από εκείνους τους τυχερούς που άκουσαν πως είναι το μέγιστο όλων, κι από τους άτυχους που δώσανε παραπάνω από μία στιγμή σημασία. Ετούτοι οι κακομοίρηδες ουδέποτε θέλησαν να συγκριθούν μαζί του, ούτε να γίνουν έστω βουνά για να βλέπουν από κοντά τους, τούς πρόποδες του σύμπαντος, τον Ουρανό.

- Καλά όλ’ αυτά, άγγελε, μα τί να κάμω;

- Δεν ξέρω Άρη. Και δεν ξέρω διότι θέλω μόνος σου να βρεις τη λύση. … Και μόλις σου είπα παραπάνω απ’ όσα μου επιτρέπεται. Η λύση ακούει σε μια λέξη: Ευγένεια. Αν έχεις καλό γένος, να αγαπάς τους πάντες δίχως να τους χαρίζεσαι· να μη μισείς κανέναν· και να μην του χαρίζεσαι. Το μίσος επιστρέφει στον κάτοχο. Σέβου -

- Συγνώμη που σε διακόπτω, άγγελε. Μα κάθε που πάω να χαρώ, μαχαίρι πληρωμένο έρχεται στην καρδιά και μου καρφώνεται την ίδια κιόλας στιγμή ο πόνος και ο πέλεκυς της προδοσίας τους. Γι” αυτό και κλείνομαι στο καβούκι μου σαν σαλιγκάρι μόλις τ’ αγγίξεις..

- Και ποιός σου είπε, γυρνάει αλλόφρων κι οργισμένος ο άγγελος με μίαν όψη που “χε κάτι απ’ το Θεό, πως είν” απ” του σαλιγκαριού το γένος πλασμένος ο άνθρωπος; Πόσο βλάσφημος μπορείς να γίνεις απέναντι στη λιονταρίσια κι αετίσια φύση σου; Είσ” άξιος της μοίρας σου, φτωχέ μου γραφιά. Κι εκείνο που κρύβεις στα σπλάχνα σου, μικρόπνοε και ξενέρωτε εραστή της Ύπαρξης, είν” ο καρκίνος του πόνου σου· του πόθου γι” αναγνώριση: για να “σαι “σύ ο ήλιος γύρω απ’ όπου χορεύουνε τα πάντα· πόσο εγωιστικό αυτό!.

- Μη μου φωνάζεις, άγγελε! Θα ήθελα κι εγώ να είχα κάτι από τη θεϊκή, την ασφαλή και μακάρια φύση σου..

- Θεέ μου, : πόσο οκνηρό για κάποια τόσο μικρής διάρκειας κατασκευή σαν την ανθρώπινη, ετούτο που επιθυμείς. Αντί να ρουφάς τις στιγμές κάθεσαι και…

(Κάπου εδώ ξύπνησα.

Και πέταξα ό,τι κόλλες είχα γράψει.)

Όντως η μονομανία μου να γράψω ένα βιβλίο ήτανε τόσο επίμονη, τόσο καταστροφική για τον ψυχισμό μου..

Ποιός να με άραγε υποχρεώνει άραγε; σε ποιόν να χρωστάω τον πόνο μου· : σε κανέναν. Ίσως και να “χει δίκιο ο άγγελος, και να “ναι πράγματι μονομανία αυτό που έχω· ίσως να απλά να θέλω να μουτζουρώσω τη μάταιη ζωή μου σε κόλλες λευκές, που πιθανότατα να μην είναι και πιο χρήσιμες από χαρτί τουαλέτας.. Κι όμως,, κάτι μου λέει πως δεν είναι μάταιο αυτό που κάνω, αλλιώς δεν θα “γραφε κανείς. Και, ίσως μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας να μην υπήρξαν εάν το ίδιο σκεφτότανε και όλοι εκείνοι που έμελλε να γραφτούν στην ιστορία. Άραγε το ίδιο να ποθώ; την υστεροφημία για την οποία οι αρχαίοι μου πρόγονοί φρόντιζαν; μήπως θέλω να νικήσω το θάνατο διαιωνίζοντας τις σκέψεις και το είναι μου μέσ” από τη γραφή κι ευρύτερα την καλλιτεχνική, τη λογοτεχνική δημιουργία;

Να, και τώρα που αναρωτιέμαι γιατί γράφω, ετούτη εδώ τη στιγμή λες και προσγειώθηκα έξαφνα πάνω στο πληκτρολόγιο, που δε μου είναι και τόσο γνώριμο πλέον, μήδε σαν όνομα. Και όμως τί περίεργο αίσθημα.. : να μην ξέρω τι κάνω αυτήν εδώ τη στιγμή κι όμως να νιώθω συγχρόνως ότι έγραφα από πάντα. Κι όσο για την αναφορά στα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας τι; υπάρχει περίπτωση εγώ να θερίσω ποτέ κάτι τόσο μεγάλο σαν Καζαντζάκης, Ντοστογιέφσκι, Ουγκώ, Δουμάς ή Θερβάντες; σαν Πλάτωνας, σαν Καββαδίας; Η απάντηση είναι Όχι· μπορώ όμως να προσφέρω κι εγώ το λιθαράκι μου, και να τολμήσω ν” αναζητήσω θέρμη απ” τα χέρια των αδιάφορων προς εμένα μεγάλων συγγραφικών πνευμάτων, καθώς θα απλώνω ως ικέτης το χέρι μου να σφίξω τα δικά τους. Ώρες-ώρες νιώθω σε επαφή μαζί τους: σα να με προσέχουν, να με κυκλώνουν και μ” αγκαλιάζουν αυτά τα Βουνά· σαν να κάθονται όλοι μαζί σ’ τραπέζι που “χει στην κεφαλή του το Σωκράτη, και όλοι αυτοί οι γεράκοι να μου δίνουνε συμβουλές για τι να κάνω και τι ν” αποφύγω. Κι εγώ, θέλω να γίνω Βουνό,, μα νιώθω τόσο μικράκι. Μου αρκεί τ” αγαθό μου χαμόγελο, και που μετά βίας κρύβει την άγνωστη κι ανείπωτη οδύνη μου – το φόβο μου για τον θάνατο· εκείνο το γλυκό βλέμμα που “χει μια παιδική φωτογραφία μου. Και δεν ξέρω αν θέλω όντως να καθίσω ποτέ στο ίδιο τραπέζι μαζί τους· ή μάλλον θέλω· μα δεν γνωρίζω αν ετούτο το τιτάνιο θάρρος π” απαιτείται το έχω, ή και αν πρόκειται ποτέ να τ” αποκτήσω· δεν ξέρω καν αν θέλω ποτέ να ενηλικιωθεί η γραφή μου· τις φοβάμαι τις ρυτίδες·· μα θα ‘ρθουν, το ξέρω· και χρέος μου είναι να τους δώσω το σχήμα της Άλφαβήτας.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>