Περί στίξεως, τονισμού και ορθογραφίας

Όλοι εμείς οι γραφιάδες (συγγραφείς θα μας πούνε άλλοι, αν και εφόσον έρθει η ώρα), έχουμε μάθει κουτσά-στραβά κάποιος κανόνες να χρησιμοποιούμε. Οι απλοί γραφιάδες θυμούνται ό,τι τους είπε το σχολειό κι ο Τριανταφυλλίδης,, οι γλωσσοδίφες θα την ψάξουνε λίγο παραπάνω, ενώ οι προχώ χειρίζονται σχεδόν άψογα τα εργαλεία τους διότι μπορεί να τυγχάνουν γλωσσολόγοι, φιλολόγοι, δικηγόροι και σούξουμούξου μανταλάκια. Σε κάθε περίπτωση, οι περισσότεροι προσπαθούμε -και οφείλουμε- να μένουμε συνεπείς στους κανόνες που γνωρίζει όλος ο κόσμος, έστω και εμπειρικά. Ειδικά οι επιμελητές κειμένων οφείλουν να πατήσουνε αυστηρά επάνω σ” αυτούς τους κανόνες, εκτός κι αν έχουν άλλη διαταγή απ” τον εκδότη ή το γραφιά. Οι κανόνες ετούτοι βρίσκονται σ” όλα τα βιβλία γραμματικής και αφορούνε στη στίξη, στον τονισμό, στην ορθογραφία, στη σύνταξη και τα τοιαύτα.

Γράφοντας συστηματικά όλ” αυτά τα χρόνια, μελετώντας μανιωδώς, συζητώντας αρειμανίως και σπαζοκεφαλώντας χαρακτηριστικώς, κατέληξα να πιστεύω πως εκείνα που μας μάθαν είν” 100% σωστά, και 10% επεκτάσιμα· ένα 10% υπεραρκετό όμως για να μας δώσει εκφραστική ώθηση μέχρι τα μπούνια, και ένα ποσοστό που ελάχιστοι -αν όχι κανένας- μπήκαν στο θάρρος να ψάξουν και εφαρμόσουν. Διότι ακόμη κι εκείνα τα 100% σωστά, δεν παύουν να είναι 90% περιοριστικά (καθώς και 50% δημιουργικά). Και αυτό διότι δεν έχουν ακόμα επιλυθεί από τους γραφιάδες (ούτε κι από τους γλωσσονόμους) διάφορα ζητήματα φύσεως λεξιλογικής και γραμματικής. Παραθέτω εκείνα που εντόπισα ως τα σημαντικότερα καθώε και προτάσεις και για λύση τους-

- Και ποιός είσ” εσύ ρε;…
– Εγώ.

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΟΝΙΣΜΟΥ
Η επικρατούσα γραμματική μάς λέει πως δεν γίνεται να έχουμε δις τονούμενη λέξη εκτός και αν υφίστανται συνδυασμοί προπαροξύτονων με εγκλιτικά· παράδειγμα «ο άνθρωπός μου». Υπάρχουν όμως λέξεις οι οποίες σαφέστατα διπλοτονίζονται κι όμως εμείς προσκολλημένοι στην τυπικότητα επιλέγουμε να τις απλοτονίσουμε· παράδειγμα το «παρολαυτά», το οποίο βέβαια, μπορεί κάποτε να ήταν τρεις ξέχωρες λέξεις («παρ” όλ” αυτά»), η ίδια όμως η ροή του προφορικού λόγου τις συγκόλλησε σε μία και μοναδική, καθώς και δεκάδες ή εκατοντάδες ακόμη λεκτικά σχήματα που  συγχωνεύθησαν. Δοκίμασε ρε παιδί μου να πεις, έτσι για πλάκα, το «παρολαυτά» μονοτονούμενο, και θα νιώσεις την ασυνήθιστη δυσηχία. Δοκίμασε τώρα να το πεις διστονούμενο «παρόλαυτά», και αμέσως η δυσηχία θα εξαφανιστεί. Εμείς όμως προτιμούμε να είμαστε τυπικοί στους παγιωμένους κανόνες. Μα γιατί; όταν γράφεις εξυπηρετείς δύο φωνές: την προφορική εκείνου που (ενδεχομένως) θα απαγγείλει το γραπτό σου, και τη νοητική, εκείνη την εσωτερική φωνή του αναγνώστη που διαβάζοντας υπαγορεύει το κείμενο σου μέσα στο κεφάλι του, οπότε άλλη μία προφορική φωνή, με κανονικότατο ήχο, έστω και εσωτερικό, ιδίας κατανάλωσης. Ο γραπτός λόγος, λοιπόν, θέλοντας-και-μη εξυπηρετεί τον προφορικό. Και πώς θα τον εξυπηρετήσει, πώς θα τον ζωντανέψει όταν προσκολληθεί σε κανόνες που αρκετές φορές δεν εξυπηρετούνε τον ήχο μα τον ίδιο τον κανόνα; Οφείλουμε λοιπόν ν” αρχίσουμε σιγά-σιγά να τονίζουμε τις λέξεις ό,πως ακριβώς εκείνες απαντώνται στον προφορικό λόγο, και ασχέτως του τι λέει ο κάθε κανόνας και ο δάσκαλος με το ρόπαλο.

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΤΙΞΗΣ
Οι κανόνες χρήστης των στιγμάτων είναι σαφώς διατυπωμένοι εδώ και δεκαετίες, αν όχι και αιώνα ολάκερο. Κι όμως, ενώ είναι ορθότατοι, σημαντικότατοι κτλ (εφόσον το κάθε στίγμα αποτελεί κατ” ουσίαν άλλη μια ξεχωριστή έννοια εντός του λόγου), κανείς απ” όσους τους διετύπωσαν δεν έκατσε ποτέ να σου πει ότι «Ρε φίλε, αυτοί είναι οι κανόνες· μελέτα τους και λειτούργα δημιουργικά μ” αυτούς». Κανείς δε στο “πε αυτό: ούτ” ο δάσκαλος, ούτε ο συγγραφέας, ούτε κανείς· απλώς σου δίνουν τα εργαλεία, σου λένε πως δουλεύουν ως τώρα, και σου ζητάνε να τα πλύνεις αμά τη χρήσει τους.
Ο προφορικός όμως λόγος είναι κατεξοχήν ήχος. Και ο ήχος -ειδικά ο προφορικός ήχος- έχει από τη μια τη μουσικότητά του κι από την άλλη την ελευθερία του. Στη μεν μουσικότητα ανήκει ο ρυθμός (η γλώσσα είναι ένα κατεξοχήν ρυθμικό και δη πολυρυθμικό σύστημα) η παύση, η προσωδία (το λέν και «μουσικότητα»), η μορφολογία κτλ. Στη δε ελευθερία ανήκει κάτι που αναιρεί εν μέρει το στοιχείο του ρυθμού. Για παράδειγμα, δε μου λες ρε δάσκαλε: δηλαδή πόση ώρα ακριβώς διαρκεί η παύση ενός κόμματος· ή μίας τελείας; πόσες νότες, πόσες συχνότητες ακριβώς χαμηλώνει η φωνή εντός μιας παρενθέσεως ή εντός παυλών; Τί; δεν ξέρεις να μας πεις; Τί; εναπόκειται στον αναγνώστη η διάρκεια της παύσης ή το χαμήλωμα της φωνής; Χμ… μάλιστα… οπότε εδώ έχουμε στοιχείο ελευθερίας ε; Αυτό γιατί δε μας τό είπες ρε δάσκαλε; Δηλαδη, νά σου πω ρε δάσκαλε,, εμένα τί μου απαγορεύει να χρησιμοποιήσω δύο κόμματα αντί για ένα εάν θέλω να δώσω λίγο μεγαλύτερη παύση; Θα μου πεις, «μα γι” αυτό υπάρχει η άνω στιγμή, η άνω τελεία!». Και θα σου πω: ναι, όμως εγώ μπορεί να μη θέλω να δημιουργήσω στο μυαλό του διαβαστή μου εκείνες τις συνυποδηλώσεις που γεννά μια άνω τελεία (ανακοίνωση, απάντηση, εκκρεμότητα κτλ) αλλά απλώς και μόνο να επεκτείνω χρονικά την παύση του λόγου. Τί μου απαγορεύει, δάσκαλε, να επεκτείνω την παύση έστω και κατά μία ακόμα αυθαίρετη μονάδα χρόνου σε ένα συγκεκριμένο κόμμα; Τί απαγορεύει, δάσκαλε, σ” έναν συνθέτη να βάλει ό,τι αξίας παύση θέλει, και να την παραστίξει άμα γουστάρει; Τί μου απαγορεύει, δάσκαλε, να απορρίψω το κόμμα σε συγκεκριμένο σημείο εάν μου προσκόβει δύσρυθμα τη ροή του λόγου; : Τίποτα δάσκαλε. Και ο προφορικός λόγος -γενικά ο λόγος- όσο ρυθμικός κι αν είναι δεν παύει να είναι και χρονικά ελεύθερος και υποκείμενος πιότερο στον Χάιζενμπεργκ παρά στο ατομικό ρολόι. Το ίδιο και ο γραπτός, ο οποίος οφείλει να προσιδιάσει στον προφορικό, στο ρέοντα. Ως εκ τούτου δάσκαλε είμαι ελεύθερος -αν όχι υποχρεωμένος- να βάλω και δύο και τρία και χίλια δεκατρία κόμματα άμα γουστάρω, εφόσον βέβαια είμαι σίγουρος τι πάω να κάνω και αν είμαι σίγουρος πως θα πάρει χαμπάρι τη στίξη ο αναγνώστης. Και θα μου πεις εδώ «Μααα.. πώς ο αναγνώστης, που δεν έχει συνηθίσει σε διπλά κόμματα και τελείες και δεν ξέρω γω τι, πώς θα πάρει χαμπάρι την ιδιότυπη αυτή στίξη σου;»· και θα σου πως: άμα το κάνουν δύο, τρεις και χίλιοι δεκατρείς, κάποια στιγμή ετούτο θα γίνει κανόνας, και τότε όλοι θα ξέρουν τι γίνεται. Αρκεί να ξεκινήσει αυτή η τάση από τώρα και αρκεί να ξεκινήσει σωστά. Όχι δλαδή να πετάμε διπλά κόμματα, διπλές άνω στιγμές κτλ ό,που μας κάτσει και «χάριν ελευθερίας», αλλά να ξέρουμε γιατί το κάνουμε, και εάν όντως η ποιότητα και η ποσότητα της εν λόγω στίξης είναι δόκιμη στο δεδομένο κείμενο -αν όχι καίρια- και για τη δεδομένη αλυσίδα προτάσεων, φράσεων κλπ.
Και τώρα που σ” έχω: τί μου απαγορεύει, δάσκαλε, τον «ανορθόδοξο» συνδυασμό στιγμάτων από τη στιγμή που το κάθε στίγμα είναι κατ” ουσίαν συνδιαμορφωτής μιας έννοιας (αν όχι έννοια), και από τη στιγμή που η ίδια η γλώσσα και η χρήση της δύναται να παρουσιάζει σύνθετη εννοιολογία; Ρε παιδί μου,: τί μου απαγορεύει να χρησιμοποιήσω το συνδυασμό κόμμα-άνω κάτω τελεία από τη στιγμή που θέλω πχ να δώσω παύση και ακολούθως παράθεση ή ερμηνεία ή ανακοίνωση κτλ; Τί μου το απαγορεύει δάσκαλε; Τίποτα δάσκαλε: μόνον οι κανόνες που όσο -πράγματι- ορθοί κι αν είναι, άλλο τόσο είναι και λίγοι και κάπως στενοί. Τί μου απαγορεύει δάσκαλε να κλείσω μια πρόταση με δύο ή και τέσσερις τελείες; Εάν η μία είν” ο κανόνας λήξης και οι τρεις (…) αποσιωπούν ή υπονοούν ή εκκρεμούνε νόημα, τότε τί μου απαγορεύει να βάλω δυο τελείες για να συνδυάσω σαφέστερα ένα κλείσιμο πρότασης με ημιεκρεμμότητα ή ημιαποσιώπηση στο νόημα της; Τί μου απαγορεύει να κλείσω με τέσσερις (ή παραπάνω) τελείες μία πρόταση -έστω και αν αυτό φανεί κατάχρηση- εάν εγώ θέλω να τονίσω μια αποσιώπηση, μια εκρεμμότητα;
Τί μου απαγορεύει δάσκαλε, να χρησιμοποιήσω διπλή άνω στιγμή εάν θέλω να επεκτείνω την παύση της απλής άνω στιγμής ή την ένταση της επικείμενης απάντησης; τί μου απαγορεύει να χρησιμοποιήσω τρεις άνω τελείες άμα θέλω να συνυποδήλωσω εκτεταμένη παύση, επικείμενη εκρεμμότητα και αποσιώπηση;

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΕΖΟΚΕΦΑΛΑΙΩΝ
Τί μου απαγορεύει, δάσκαλε (τώρα που σε βρήκα) να χρησιμοποιήσω κεφαλαία εντός ή τελικώς πεζογραμμένης λέξης; Δλαδή ρε παιδί μου, τί μου απαγορεύει άμα εγώ θέλω να υπερτονίσω έναν φθόγγο, μια συλλαβή κτλ, να τα κεφαλαιώσω; Πχ τί μου απαγορεύει να γράψω: «ΕγΏ μιλάω τώρα!!»; Κανείς δεν μου το απαγορεύει: μόνον οι (γενικώς ορθοί) κανόνες σου. Τί μου απαγορεύει για τον ίδιο λόγο να υπογραμμίσω ή μπλαβίσω τα εν λόγω γράμματα; πχ «Εγώ μιλάω τώρα!…»; ΠοιΌς μου το απαγορεύει δάσκαλε; : εσύ· ας πρόσεχες: η ιστορία και η γλώσσα γράφοντ” ερήμην σου· και ίσως και να με δικαιώσουν κάποια στιγμή· ίσως (πιθανότατα) όχι. Εγώ τόλμησα, δάσκαλε. Εσύ τόλμησες;

ΖΗΤΗΜΑ ΚΕΝΩΝ
Γιατί δάσκαλε θα πρέπει παντού και πάντα ν” αφήνω μόνο ένα κενό μεταξύ λέξεων, φράσεων και προτάσεων κτλ; Αφού αρκετές φορές ο ρέοντας λόγος έχει χρονικά άνισες παύσεις, γιατί εγώ να μην χρησιμοποιήσω μεγαλύτερα κενά μεταξύ των λέξεων και των στιγμάτων, και με αυτόν τον τρόπο να οδηγώ ασυναίσθητα το μάτι και τον μετρονόμο του αναγνώστη στο τέμπο και στο ρυθμό που έχει ο λόγος μου; Γιατί θα πρέπει πάντοτε το στίγμα ν” ακολουθείται από κενό; και γιατί απαγορεύεται το τούμπαλιν;
Τα ίδια ισχύουν και για τα διάκενα: γιατί θα πρέπει να “χω μονάχα ένα ή δυο μεταξύ παραγράφων εάν εγώ θέλω να τονίσω περαιτέρω τη νοηματική, θεματική ή/και χρονική τους απόστασή;
ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΥΝΘΕΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
Όπως είπα(με) και γνωρίζουμε, η λέξη «παρόλαυτά» είναι σύνθετη όπως χιλιάδες άλλες.: κι όμως, η εκφορά της γίνεται απνευστί στον προφορικό λόγο – δηλαδή στην πράξη. Υπάρχει λοιπόν μια μανία (που δεν είναι και η πρώτη φορά που θίγεται) από κάποιους να πετσοκόβουνε τις λέξεις (που τους παίρνει) στα συνθετικά τους, γεμίζοντας αποστροφικά την πρότασή τους. Κάποιοι ας πούμε, το «παρόλαυτά» το γράφουν «παρ” όλ” αυτά». Κάποιοι αντί για «τίν” τούτο» γράφουνε «τί “ν” τούτο»…:τί ομορφιά… Και ενώ πράγματι μια τέτοια αποσύνθεση είναι πιότερο ετυμολογική μιας δεδομένης λέξης-φράσης, δεν παύει να τραντάζει το μάτι και την προσοχή τ” αναγνώστη, ο οποίος την ώρα που διαβάζει με την εσωτερική του φωνή αναγκάζεται σ” εκείνο το σημείο να κόψει κομματάκια τη ροή του λόγου για ν” ανεβοκατεβάσει το μάτι του στην αποστροφική οροσειρά. Γιατί; για να μη μας πούνε άσχετους και λεξαγροίκους; Ό,τι πεις.

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΛΕΞΙΠΛΑΣΙΑΣ
Ορισμένοι ανθρώποι εκεί που θένε να δώσουν μια τάδε έννοια και τους σκάει στο μυαλό μία δική τους λέξη για κείνη, προτιμούν να σπάσουν το κεφάλι τους και να την αντικαταστήσουν με μια ήδη γνωστή, επίσημη, κεκτημένη. Μα γιατί; Η γλώσσα είναι έννοια,, και η εννοιολογία πολυσύνθετο ζήτημα που ακόμα δεν έχει μπορέσει να εκφράσει το συνολικό εύρος των εννοιών και των αισθημάτων μέσω της κοινής γλώσσας (και δεν το κόβω να τα καταφέρνει και ποτέ). Υπάρχουνε πράγματα ακόμη ανέκφραστα διότι δεν βρέθηκε ποτέ κανείς να τους δώσει όνομα, έστω και κακόηχο. Γιατί; ; Εάν δεν υπήρχε η λεξιπλασία δεν θα υπήρχε και η γλώσσα· ηλίου φαεινότερο, υπό την ίδια έννοια πως εάν δεν υπήρχε η γέννηση δεν θα υπήρχαν τα ζωντανά. Η λεξιπλασία είναι ο κατεξοχήν τρόπος δημιουργίας μιας γλώσσας, ξεκινώντας από τις άναρθρες κραυγές για να φτάσουμε στα μορφήματα, και από κει στις συλλαβές κτλ, και ως τα «μονοκοτυλήδονα». Η κάθε λέξη που υπάρχει είν” αποτέλεσμα γλωσσικού κοσκινίσματος από το λαό και τους συστημικούς ή αντισυστημικούς γλωσσονόμους του. Άμα είναι να ζήσει η λέξη, θα ζήσει· άμα είναι να ψοφήσει θα ψοφήσει και θειος σχωρέσ” την . Ας έχουμε όμως το θάρρος να τη γεννήσουμε, να τη βγάλουμε στη γύρα,, έστω και αν τρεκλίσει, κοροϊδευτεί ή απαγορευτεί. Ας έχουμε το θάρρος να δημιουργούμε λέξεις εφόσον εκείνες είν” εύηχες, εφόσον εξυπηρετούν τη ροή του λόγου μας, και -πάν” απ’όλα- εφόσον πρόκειται να τις καταλάβει εύκολα και ο αναγνώστης. Καλό θα είναι, πάντως, να έχουν μια τάδε ευηχία, ν” ακούγονται ωραία ρε παιδάκι μου, και όχι μοναχά εντός της δεδομένης πρότασης/φράσης αλλά και μόνες τους, σε εντελώς διαφορετικό γλωσσικό γυρολόι.

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ
Είχε πει κάποιος (δε θυμάμαι,, ούτ” ο Google) ότι «Επίσημη είναι μια γλώσσα με στρατό κι αστυνομία». Καπάκι είχα διαβάσει πως πχ, εάν κατά την Επανάσταση ελευθερωνόταν πρώτα η Σαλλονίκη αντί για την Αθήνα, αυτή τη στιγμή οι Έλληνες θα λαλλάγαμε σαλλονικά και όχι αθηναϊκά. Πόσο πιο κοντά θα μπορούσε να είναι αυτό στην προγματικότητα; ειδικά δυο αιώνες τώρα βα(ρ)υαροκρατίας και ευρωπεοσύνης,, ειδικά εφόσον είχαμε Ευαγγελικά, Ορεστειακά κτλ, ειδικά μετά από ένα σωρό γλωσσικούς πολέμους και διώξεις με σκοπό καθαρά πολιτικοινωνικό: δηλαδή την επικράτηση της (μι)αστικής κουλτούρας επί της αγρο(τ)ικής; Δεν είναι καινούργιο φαινόμενο το «με το σεις και με το σας«· το είπε καθαρότερα κι ο Μουφλουζέλης: «… η προπαραλήγουσα ποτέ δεν περισπάται όταν η λήγουσα είναι μακρά». Βέβαια ο στίχος είναι καλαμπόρτζικος, εφόσον η προπαραλήγουσα ούτως ή άλλως ποτέ δεν περισπάται· ο ποιητής ήθελε απλώς να πει πως η προπαραλήγουσα ποτέ δεν τονίζεται όταν η λήγουσα είναι μακρά, όμως δεν τού “κατσε. Βεβαίως πιο πριν μας προειδοποιεί για «τους δικούς του νόμους και τα φυσικά«, οπότε ίσως απλώς να τρολλάρει και τους δύο κανόνες ομάδι. Όμως ας επιστρέψω στο ζητούμενο.

Απαρχής νεοβρετανικού νεοελληνικού κράτους η κατεύθυνση του ήταν ευρωπεϊκή: από τη μουσική ως και τη Γραμματεία, κι από τα σχέδια πόλης ως και το (επερχόμενο) Σύνταγμα, τα πάντα διέθεταν ευρωπέϊκά αίτια κι αιτιατά. Η (χαρτογραφημένη και μη) Ελλαδίτσα που “χε ως τότε δυο και τρεις κυρίαρχες γλώσσες (ελληνικά, αρβανίτικα, τούρκικα) και κάτι δεκάδες διαλέκτους, απεφάσισε ίνα προχωρήσει εις γλωσσικήν συνειδητοποίησιν, ευπρεπισμόν και καθαρότητα. Ως εκ τούτου σκάρωσε ο Κοραής (και το γραφολόι του) την καθαρεύουσα, με αφορμή και τη γενικότερη ευρωπεϊκή τάση της εποχής για επαναπροσδιορισμό των εθνικών χαρακτηριστικών και τα τοιαύτες μπούρδες. Ετούτη η καθαρεύουσα (και ζητιανεύουσα) γλώσσα έπρεπε να διαδοθεί, διδαχθεί και επικρατήσει έναντι της καθομιλουμένης που καθομιλείτο σ” όλη την τότε χώρα (ή στα κέντρα της) εδώ και κάτι δεκαριές αιώνες. Η καθαρεύουσα έπιπτε τότε (και για ενάμισην αιώνα ακόμα) δια του λόγου και του ράβδου,, σα να λέμε «θα βγάλεις τα τσαρούχια σου να βάλεις μοκασίνια«. Από τη μια πλευρά, αυτό ήταν καλό,, διότι υπήρξε μια (μετά δισχιλιετίας) αναβίωση της Αττικής Διαλέκτου (και όχι γενικώς και αορίστως της «Αρχαίας Ελληνικής», η οποία δεν ήταν “ενα αλλά ένα σωρό πράματα), της ουσίας της και της αξίας της. Από την άλλη ήτανε καταστροφικό, διότι έπρεπε ένα σωρό κόσμος να μπει σ” ετούτη τη γλωσσική ταλαιπωρία εκεί που ήδη μια χαρά την έκανε τη δουλειά του και δίχως την υποχονδρεύουσα την καθαρεύουσα. Πέραν τούτου, και το εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής ήταν (και είναι) για τα μπάζα (ό,τι κι αν πρόφτασε ο κακομοίρης ο Καποδίστριας), οπότε ελάχιστοι μάθαν πραγματικά να μιλανε καθαρεύουσα, όσο κρέας ή κόκαλα κι αν δώσανε στο δάσκαλο. Πέραν τούτου, η καθαρεύουσα ήταν (και πάντα παραμένει) ένα πρώτης τάξεως εργαλείο για να περνάν οι νόμοι και οι δίκες στα κουτουρού, διότι τα επίσημα έγγραφα γραφότανε πάντα σ” ετούτα τ” αρχαιαλαμπουρνέζικα, και ο απλός κοσμάκης σφαζότανε με το γάντι όποτε πήγαινε να βγάλει ένα γρι και μιαν άκρη.: ένα σωρό ανομίες γίνανε (και γίνονται) για να φταίει αυτή η ξύλινη (και σαπισμένη) γλώσσα. Δεν παύει βέβαια η καθαρεύουσα να πάραξε και ένα σωρό έργα υψηλής λογοτεχνίας, διότι η (κάποιες φορές) καταπληκτική ευηχία της, το χαρακτηριστικά αστικό και βυζαντινίζον ύφος της, ο λεξιλογικός της πλούτος και η νοηματική της πυκνότητά είναι αναμφισβήτητα (τουλάχιστον από του λόγου μου και το συνάδελφο κοσμοκαλόγερο). Αλλά τί να το κάνεις άμα “ναι να χώνεις το κεφάλι του λαού στη σαλαμούρα να του πέσει η μαλλούρα για ν” αποκτήσει την τυπική αστική γερασμένη καράφλα και τη σταφιδιασμένη κάτωχρη φάτσα; Τέλος πάντων,, με τον καιρό η πολιτεία έκανε το αθηναϊκό χωριό να μιλά πρωτευουσιάνικα μέσω της καθαρευούσης. Βάλε σ” αυτό και τη βρετανική, τη γαλλική και γερμανική επιρροή (δηλαδή όλων των Μεγάλων Δυνάστεων πλην Ρωσσίας)· βάλε σ” αυτό και την (ευτυχώς) επιμονή τη καθομιλουμένης, και νά σου η χαρακτηριστική αθηναϊκή διάλεκτος (η αρχικώς καθαρευουσέ και μετέπειτα καθομιλουμέ)· ο ήχος της οποίας περιέχει (δίχως να το θυμάται ή παραδέχεται) τη βλάχικη, την αρβανίτικη, και ό,τι άλλο κουβαλάγαν στον τορβά τους οι τσαρουχάδες Στερεάς, Πελοποννήσου και νήσων στο τότε χωριουδάκι που σήμερα λέγετ” Αθήνα ή «Αθήναι» από Κωλονακιώτες και λοιπούς γκαγκαρομπουρζουάδες.

Ετούτη λοιπόν η διάλεκτος, συν το λεξιλόγιό της και τη γραμματική της σύσταση επεκράτησαν και διδάσκοντ” εδώ κι ενάμιση αιώνα, συν (ή παρά) τις όποιες μείζονες ή ελάσσονες μεταρρυθμίσεις. Αυτή λοιπόν είναι και η γλώσσα της «επίσημης» λογοτεχνίας σήμερα, και την οποία ο κάθε μικρομεσοαστός (συνήθως οι αστοί λογοτεχνίζουν και σπανίως οι «αγροίκοι») χρησιμοποιεί όταν θέλει να το παίξει λογοτέχνης και κατανοητος, είτε γράφει ποίηση είτε απλώς πεζοπορεί. Αυτού του τύπου οι λογοτέχναι πιάνουν τη μύτη τους έτσι κι αναγκαστούν να χρησιμοποιήσουν αργκό ή επαρχιακή διάλεκτο· ή κάποιες φορές περνάνε στην άλλη όχθη προσπαθώντας αδόκιμα να γράψουνε μαλλιαρά, κι ας μην έχουν πάει στο χωριό ούτε για φέτα. Έτσι, ένας ολάκερος λεξιλογικός, γλωσσολογικός και φιλολογικός πλούτος πάει να χαθεί από την τυπική λογοτεχνία επειδή βρωμάν οι μασχάλες του χωριάτη και επειδή θέμε μονάχα να τον έχουμε ζευγάρι με το βόδι να οργώνει της αφεντιάς μας τα στρέμματα. Ετούτο κυρίως τις τελευταίες τρεις δεκαετίες που «λεφτά υπήρξαν», διότι παλιότερα που η Ελλάδα ήτανε ένα σόπατο (οικονομικό, ταξικό αλλά και γενικό) οι λογοτέχνες βγαίνανε (κυρίως) από το λαό, ζούσανε (συνήθως) κοντά στο λαό (βλ. Βάρναλης, Αναγνωστάκης, Μίσσιος, Γώγου, Άσιμος κτλ) και γράφανε πολύ περισσότερο για το λαό – όταν δε γράφανε μετεωρολογικά και ψυχιατρικά για φλοίσβους, πουλάκια και «αισθήματα κενού». Παλαιότερα οι ποιητές χρησιμοποιούσαν (και αξιοποιούσαν) τον λεξιλογικό και γραμματικό πλούτο των επαρχιακών διαλέκτων πολύ περσότερο από σήμερα που «λεφτά υπάρχουν»· απλώς τσέκαρε την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη» (Βάρναλης), πάρε Καζαντζάκη, μελέτα Παπαδιαμάντη (κι ας καθαρέμβαζε τόσο όμορφα), πρόσεξε Μυριβήλη (κι ας μακάρθισε σαν πενηντάρισε – άσχετο), πρόσεξε διάφορους τέτοιους φίλε μου, για να δεις πόσο όμορφα μπορείς να γράψεις όταν οσφρανθείς ποτέ σου την αξία του «μαλλιού», της «προβατίλας», της «τυρίλας», της φλογέρας, της κυρα-τέτοιας και του μπαρμπα-τέθοιου·· και όταν ποτέ τα νιώσεις και τα μελετήσεις, να δεις για πότε θα ξεκολλήσει η πένα σου απ” τον κλίβανο.
ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑΣ
Έχουνε πει ο Πίνκερ, ο Τσόμσκι, ο ένας, ο άλλος, δεκάδες ξένοι και Έλληνες, ότι αυτή-καθαυτή η ορθογραφία μιας λέξης δεν είναι λανθασμένη εφόσον τοποθετηθεί στην εποχή και στο γλωσσικό της πλαίσιο. Διλαδεί ρρε πεδί μου  θα μπωρούσα να γράπσω αιτουτι την πρότασυ τελείως ανορθόγραφα γηα τα σημαιροινά δαιδωμένα και όμως να ήμουν απολύτως ορθός στο γλωσσικό πλαίσιο ενός τόπου όπου έτσι έχουν μάθει να τα γράφουν. Πέραν τούτου, θα μπορούσε να είναι επίσης ορθότατη η παραπάνω γραφή (να έχει ορθογραφία δηλαδή) εάν οι ρίζες, τα επιθέματα, τα μορφήματα κλπ των λέξεων της γραφόταν απ” την αρχή (από τόοοοοτε) κατ” αυτό τον τρόπο. Διότι τα γράμματα αυτά-καθαυτά δεν είναι τίποτ” άλλο από σχήματα,, και τα σχήματα αυτά-καθαυτά (τα ελληνικά τουλάχιστον) δεν είναι τίποτ” άλλο από σύμβολα που κάποτε κάτι συμβόλιζαν: το Α πχ συμβόλιζε τη βοϊδοκεφαλή (το κατεξοχήν νεοελληνικό σύμβολο). Μα όλ” αυτά σήμερα δεν έχουν καμία σημασία (τουλάχιστον στα μη-ιδεογραφικά αλφάβητα): ο συμβολισμός έχει χαθεί,, μας έμεινε απλά το σχήμα συν τις όποιες συναισθητικές υποδηλώσεις του. Πχ, το «ο» είναι στρογγυλό όπως και το σχήμα του στόματος που το εκφέρει. Το «ι» είν” ευθύγραμμο σαν και το οξύ, ευθυτενές άκουσμα του αντίστοιχου (ελληνικού) ήχου (ασχέτως παραλλαγών του αναλόγως θέσης και λέξης). Τώρα για τα «ε» και τα «ου» («u») κλπ μη με ρωτάτε, ρωτήστε καλύτερα έναν γλωσσολόγο.
Ξαναγυρνώ λοιπόν στο ζητούμενο.: Τα γράμματα αυτά-καθαυτά δεν είναι πλέον παρά σχήματα και όχι σύμβολα. Ο τρόπος με τον οποίο θα διαταχθούν δεν έχει καμία σημασία παρά μόνον το να βγάζει η σχηματοσειρά ένα νόημα, δηλαδή ένα σημαίνον στο μυαλό του χρήστη. Από τη στιγμή που εκείνος έχει αντιστοιχήσει τα σχήματα αυτά σε παραπάνω από έναν ήχο, πχ τον ήχο «ι» να τον έχει αντιστοιχήσει στα σχήματα «ι», «η», «υ», «οι», και «ει» (μιλάμε για τεράααααστια κατάχρηση, νομίζω), τότε όπως και να του γράψεις τη λέξη «ιριδίσει», είτε έτσι είτε «οιρειδήσυ», έχουμε το ένα και το αυτό· σημασία έχει το τι θα καταλάβει το κεφάλι του και όχι το εάν είναι διαφανής ή όχι ακόμα και η ίδια η ετυμολογία της λέξης. Ετούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γράφουμε με την επίσημη, γνωστή ορθογραφία (και ποιός ο λόγος άλλωστε;) και ότι δεν πρέπει να την ερευνούμε, και δη ετυμολογικώς και γραμματικώς· όμως σημαίνει ότι δε χρειάζεται να σπάμε το κεφάλι μας για το αν τελικά θα είναι «κτίριο» ή (το ορθόν) «κτήριο», αν θα είναι «εννιά» ή «ενιά», «αυγό» ή «αβγό» κτλ. Ούτε και είμαστε σωστοί όταν κατηγορούμε τον ένα ή τον άλλο τρόπο γραφής· ούτε και είμαστε σωστοί όταν κοροϊδεύουμε τους «χωριάτες» σαν ανορθόγραφους δίχως να συνυπολογίζουμε την άθλια εκπαίδευση της χώρας μας και ειδικά στα χωριά, όπως και την ίδια τη ζωή του χωρικού η οποία έχει πολύ σοβαρότερα πράματα να δαμάσει παρά την αλφάβητο.
Η ίδια η (προτεινόμενη εδώ) χαλαρότητα στην ορθογραφία θα μπορούσε κάλλιστα να συνδυαστεί επίσης με τη λεξιπλασία, όπου διακριτικές ανορθογραφίες καμιά φορά γεννούν υπέροχους σχηματισμούς και πολυσημίες στο pee και fee.
Αυτά είχα να πω,, και άλλα ελπίζω να “ρθουν με τον καιρό· περιμένω τις ιδέες σου.
Τέλος, οφείλω να ενημερώσω πως δεν είμ” ούτε φιλόλογος, ούτε γλωσσολόγος, ούτε επιμελητής, ούτε δικηγόρος ούτε κλπ κλπ. Οπότε μπορεί να λέω και αρλούμπες, όσο κι αν τό “χω ψάξει· διόρθωσέ με σε παρακαλώ.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>