Μόρα

Μόρα

Μία σκιά έχει στο στέρνο μου καθίσει και κοιτάζει·
φόβος απόκοσμος απ’ άλλες διαστάσεις και ναούς·
κρύα σταγόνα από τη νύχτα και πιο μαύρη απ’ το σκοτάδι·
σειρήνες φρίκης ανασαίνουν θλιβερές νεκρούς Θεούς.
Κι εγώ ανίκανος τη λέξη να φωνάξω που τη διώχνει
πίσω στου έρεβους την ήπειρο, σ’ αρχαίων φυλακή·
σφύριγμα εφιαλτικό το σκότος του σκότους λυτρώνει·
θέληση πια νεκρή μές στις στιγμές για όσο μένει εκεί.

Ξάφνου ουρλιάζει λόγια ανείπωτα με νότες στοιχειωμένες,
σε μία γλώσσα ξεγραμμένη από δαιμόνους και θεούς,
πετάει τα πέπλα της και πλέει μες στου σκότους τους λιμένες·
μ’ αφήνει ακίνητο και φεύγει με μια υπόσχεση ηχούς..

Τί να τη γύρισε ξανά μέσα στου τρόμου το φρεάτιο·
τί να πολέμησε με Δύναμη της λήθης την Οργή·
κοιτάω δίπλα μου και βλέπω ένα σπουργίτι στο δωμάτιο,
και μία γάτα ν” αγναντεύει μες στα μάτια με στοργή

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>