Ρυάκι δανεικό

Κυλά ο χρόνος, το ποτάμι· μονάχα εμπρός και για πάντα.
Περνάν οι μέρες σαν τα κύματα και πίσω τις αφήνω, δίχως έστω και λίγο να με ξύσει τ” αλάτι απ” τον αφρό τους στο πρόσωπο.
Φεύγουν τα χρόνια σαν αγέρηδες πότε, μανιασμένοι πότε ήπιοι, μα ποτέ τους δε μένουνε: πάντα πίσω απ” την πλάτη πετάν” τ” αντίο και μισεύουν.
Φεύγουν κι άνθρωποι, ζώα, μέρη, αισθήματα· αδειάζει ο πλούτος τους,, και μόνον οι αναμνήσεις των βάζουν προυκί το προυκί, πετράδι το πετράδι να γιομίσουνε το κελάρι του βιος. Έτσι ειν” οι ζωές: άνεμοι περατάρηδες που σμίγουν για λίγο, μπλέκονται,  κάνουνε ρεύματα, κι εξακολουθούν το ταξίδι στο άπειρο τι.

   Περνάνε άγνωστες διαβάτισσες κι οι στιγμές· δίνουν το παρόν και γίνονται παρελθόν πασάροντας σκυτάλη στα ερχόμενα κύματα. Που εγώ δεν μπορώ να τ” αδράξω, να τα κάμω δικά μου. Διότι δεν είναι· είναι του ποταμιού· κι αυτό δεν είν” δικό μου· εγώ “μαι δικός του.  Και έτσι πάντα μ” αδράχνει το ποτάμι και τα κύματα· με χτυπάνε λίγο να χαράξουνε κι από μια τους ρυτίδα κι ύστερ” απέρχονται δίχως τ” αντίο.
   Όλο περνάνε ως και να σωθεί το ποτάμι μου. Και όταν κάποτε στην άλλη όχθη θα σιμώνω, θα τα κοιτώ τα κύματα – τις μέρες και στιγμές μου – να ξεμακραίνουν σαν και της ζωής τον ορίζοντα· και θα τις παρακαλώ να πισωγυρίσουν. Μα εκείνες, άγνωστες, διαβάτισσες, απλώς περάσανε, σκουντήξαν κι εφύγαν. Απρόσωπες·· κι όχι δικές μου: του ποταμιού: του χρόνου, που σαν από έλεος μου δάνεισε ένα φορτουνιασμένο ρυάκι που θα σωθεί, θα τελειώσει κι αυτό σαν κι εμένα.
   Μα το ποτάμι του χρόνου υπήρχε πριν, και θα υπάρχει μετά από μένα, να δανείζει σε πλάσματα ζωντανά κι αζώντανα ρυάκια, και να τα παρακλουθεί απαθώς και απόμακρα να σχηματίζουν το περίπλοκο σχέδιο. Δουλειά του Χρόνου να γεννά και ν” αφανίζει ρυάκια και κύματα, σύντομους παφλασμούς, τσακίσματα στο πανωφόρι του, το Ποτάμι. Κι έτσι διαβαίνει στο παγερό σύμπαν: αμίλητος, αδιάφορος κι ολοταχώς να βγάλει το Χρέος. Κι εγώ πιτυρίδα, χνούδι στα γόνατά του εξαρτώμαι απ” τον αγέρα και το διάβα του.
Περνά ο χρόνος κι άλλη δουλειά δεν κάνει. Κι η τύχη καλή, κακή ή απλά χασμουριέται και φέρνει και κλέβει. Κι εγώ στο λιοπύρι του χρόνου και της τύχης τα δέχομαι ή τα κλαίω όσα περνάνε, έρχοντ” ή φεύγουν. Και τίποτ” άλλο δεν μπορώ παρά να επιλέγω· όχι πάντα ολόψυχα, αυθόρμητα, κι ίσως ποτέ δική μου ολάκερη η νομή. Γιατ” είμαι κι εγώ κάτι που τύχη έφερε και χρόνος θα κλέψει· είμαι κι εγώ ένα υπό διαρκή επεξεργασία δεδομένο της· είμαι φορέας χρόνου άρα και τύχης, δλαδή της πάλης τάξης-αταξίας, μιας πάλης που τους νόμους δεν ορίζω, δε γνωρίζω, παρά μόνο παλεύω άτσαλα, άγαρμπα στα κύματά τους μπας κι απ” τα μαλλιά μου και σωθώ.
Γύρω μου, πάνω μου μυριάδες κλεψύδρες. Κάποιες φυλάνε και σκορπάνε τάματα όσων αγαπώ· κάποιες τις υποχρέωσης, άλλες του στανιού και κάπου εκεί και μια δική μου. Με κάθε κόκκο και μια κλεψύδρα. Κι όσο φροντίζω τη δική μου τόσο αξιώνονται κι εκείνες· όσο το χρόνο μου πετώ αυτές δακρύζουν. Ποιός να μου δίνει το ρυθμό, ποιός της απόφασης μαέστρος να οδηγεί την πτώση τους;
Περνάει ο χρόνος. Άραγε και να πρόλαβα κάθε στιγμή να χαιρετίσω πριχού για πάντα αυτή χαθεί; Κι άμα δεν πρόλαβα, σκιας ν” αντιλήφθηκα τ” άρωμά, το χαμόγελο, το βλέμμα; Ή μπας ανάξια, σαν αφηρημένος διαβάτης ν” αδιαφόρεσα στις απερχόμενες ατενίζοντας προς τις ονειρικές, ουτοπικές, φερέλπιδες ή επικίνδυνες εκείνες εμπρός μου στο άγνωστο, ακάμωτο και ασαφές μέλλον; Που κι εκείνο θα γεράσει για να δώσει τη θέση του σ” ένα ίδιο μέλλον; Να μέτρησα τάχα του περιστεριού το φτεροκόπημα πλάι μου; Κι αν δεν το μέτρησα, να πήρα σκιας απ” το ρυθμό του για το βήμα μου;

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>