Πλάναιμα

Κάθετ” η θλίψη όταν ψάχνει να καταστρέψει, σε πρόθυμα κι ευάλωτα μάτια· βλέφαρα ορφανά από χαρά και δύναμη: ανήλια. Κι εκεί, σαν μέλι παλιό, χαλασμένο, κυλά αργά, αρρωστιάρικα μέχρι τα σπλάχνα· και πολεμά να μπει στην καρδιά, να την πνίξει στο σκότος της. Βαραίνει τότε και λιποταχτεί το χαραγμένο, θαρρετό μέλλον από ‘κει, ταραγμένο και μυγιάγγιχτο από τη δυσωδία του άδικου φόρτου· κάνει μια βόλτα στις χελιδονόγουβες, στο πέταγμα το αιώνιο του γλάρου πάνω απ” την ηλιεβλόγητη θάλασσα, και περιμένει ενός μωρού και ενός ζώου τη θωριά τη μητρική, τον Έρωτα και το Παιχνίδι, ή του καιρού το έλεος για να ξαναγυρίσει ασφαλές στο είναι τ” ανθρώπου.

   Τί να “ναι άραγε η ψυχή τ” ανθρώπου σαν δεν είναι πηγάδι φυτεμένο απ’ το Θεό σε χωριό φιλόξενο, ζωσμένο από μπαρουτιασμένες τσιμινιέρες και λύκους; Και γεμίζει το χείλος και το βάθος του μέλισσες και σφήκες, χρυσάφι και πίτουρο, βροχή και χαμοκλάδια· ό,τι φέρει ο αγέρας, και ό,τι φορτώσει η τύχη κι η αφροντισιά.
   Και κοιτάζει τρομαγμένος ή θαρρετός ο άνθρωπος στο πηγάδι της Ψυχής του· κι αν είναι μέρα, και γλυκό το νερό, ρίχνει βουτιά ν’ ανασάνει τις μνήμες, τις χρονομηχανές με τα παιδικά αρώματα, τ” άσπιλα κι αιώνια. Κι αν είναι νύχτα, και μολυσμένο το βάθος του, δεν αποκοτά μήδε να ξανακοιτάξει· μα γυρνάει στο σπίτι του μυαλού του διψερός και μόνος κι ανήσυχος να καθαρίσει το πηγάδι του το μολερό, να το φροντίσει.
Κι εκεί γεννιέται ο κόπος των κόπων.
   Κι είναι οι λύκοι ντυμένοι θεοί και ιερείς, παντογνώστες κομπογιαννίτες, εγκληματίες της ζωής, και φροντίζουν να πείσουν  τον άνθρωπο να του καθαρίσουνε με μαντζούνια στείρα, ανέραστα, αγέλαστα και λιγόψυχα το Πηγάδι. Και ντύνονται βασιλιάδες απλόχεροι σε εύνοια και χρυσό, κι αναλαμβάνουν να γυαλίσουν τα τοιχιά· ντύνονται σοφοί και αρχαίοι, και φτύνουν ψέμα και βάρος καπνισμένο στα νερά. Και γδύνονται οι λύκοι, και βάφονται σάρκα και οδύνη και έρωτας. Και πείθεται ο ανήξερος κι ανήμπορος άνθρωπος, κι αφήνει τους λύκους της αταξίας και της καταστροφής «να καθαρίσουν την ψυχή του», τη δούλα του καιρού και του ερέβους. Και αφού φύγουν οι λύκοι, μένει στο μέσα της ψυχής ένας θεός βαρύς κι ομιχλώδης, δήμιος και ενοχικός, ντροπαλός, πλούσιος, σοβαρός και νευραγέλαστος, με βροντερή απειλητική φωνή· το Σκιάχτρο. Κοιτά τότε ο άνθρωπος το συχωροχάρτι που τ” άφησαν οι εγκληματίες στη λάσπη του αίματός του και χαιρετά, ξανακοιμάται, και ξυπνά ξανά για ακόμα μια απόπειρα αυτοκτονίας κατά τας γραφάς.
(«Λέρωσε» την ψυχή του με σάρκα; στην πυρά!: ο Έρωτας πρέπει να λεπρίζει από γερασμένες βλογιοκομμένες κόρες· τις Ενοχές· και η Βία να φυλακίζεται και να σκύβει το κεφάλι στην «Υπομονή». Ως πότε;)

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>