Περί ωριμότητος (και συναφών ουτοπιών)

Η ενηλικίωση -η ωριμότητα αν θέλεις- σαν κάθε χρονική περίοδος της ζωής μας έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Και σίγουρα έχει παραπάνω δικαιώματα (άρα) και υποχρεώσεις από την παιδική, την εφηβική και τρίτη ηλικία, πράγμα απολύτως λογικό αφού πάντα το παραγόμενο έργο σε σχέση με την κατάσταση της κοινωνίας ήτανε ο δείκτης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ενός πολίτη.

Και ενώ η ωρίμανση, η ενηλικίωση (Θεού θέλοντος) είναι κάτι το οποίο δεν μπορούμε να αποφύγουμε, σίγουρα στα καθαρά ακαδημαϊκά πλαίσια μιας μονογραφίας, θα μπορούσαμε να δούμε αν πραγματικά αξίζει τον κόπο η ενηλικίωση, ή εάν είναι απλώς άλλη μία αναγκαία ροχάλα της ζωής· οπότε ας δούμε τα συν και τα πλην του να είσαι ώριμος.

Είσαι μικρός – ας πούμε επτά χρονών· θέλεις να μεγαλώσεις· βλέπεις τους γίγαντες μεγάλους γύρω σου και θέλεις να γίνεις κι εσύ ένας από δαύτους, να μη φοβάσαι κανέναν, να επιβάλεις την άποψή σου, να έχεις την ελευθερία σου. Μα δεν μπορείς, διότι δεν έχεις ακόμα ούτε την εγκεφαλική ούτε και τη μυϊκή δύναμη που απαιτείται. Έχεις όμως κάτι μονάκριβο που δεν σου το προσφέρει καμία ενηλικίωση: την ασφάλεια! Έχεις κάποιους να σε προστατεύουν – τους γονείς σου· ακόμη και αν, δυστυχώς, εκείνοι δεν υπάρχουν, υπάρχει η Πρόνοια (λέεεεμε τώρα). Είσαι λοιπόν (σχετικά) ελεύθερος να παίξεις, να τρέξεις, να ΜΑΘΕΙΣ· έχεις όλο το χρόνο μπροστά σου να αναπτύξεις την προσωπικότητά σου, να γελάσεις και χαμογελάσεις με την καρδιά σου, να κάνεις λάθη που θα συγχωρεθούν δίχως να φυλακιστείς, να κάνεις φίλους και ένα σωρό άλλα πράγματα· άλλος φροντίζει τα αναγκαία και μη αναγκαία σου, και όσο δύσκολα και να περάσεις τα παιδικά σου χρόνια, ό,τι και να σου λείψει στο αναπληρώνει η (συνήθης) ασφάλειά της προστατευόμενης ηλικίας σου.

Είσαι έφηβος. Έχεις ακόμα την παιδικότητα στην ψυχή σου, σε ταΐζουν ακόμα οι γονέοι σου, δεν πληρώνεις ούτε καν για τσιγάρα και βόλτες (παίζει το χαρτζιλίκι, όσο μικρό κι αν είναι), δύσκολα θα φας φυλακή (δύσκολα ακόμα και αναμορφωτήριο, όπου και πάλι θα να σε βγάλουν τα βύσματα ή τα παρακάλια), ερωτοτροπείς ελεύθερα και δίχως να σκέφτεσαι τις (κατ” ουσίαν ανύπαρκτες) συνέπειες· βολτάρεις, κοινωνικοποιείσαι, πας φαντάρος και περνάς λάδι, ή περνάς σε μια σχολή κι έπειτα πας φαντάρος. Όλα τα έξοδα πληρωμένα βέβαια… Ασφάλεια διπλάσια: καί από τους γονείς, καί απ’ το σώμα σου που σιγά σιγά μεγαλώνει.

Flashfront 4-5 δεκαετίες μετά (ΙΚΑ θέλοντος)

Είσαι πλέον στη σύνταξη· σε προσέχουνε τα παιδιά σου, η πρόνοια κτλ· δεν έχεις πια τις δυνάμεις που είχες ως και μέχρι πριν λίγα χρόνια, μα έχεις αποκτήσει Γνώση, Εμπειρίες. Μπορεί και νά “χεις πλέον το φόβο του αγνώστου, μα κάτι άφησες κι εσύ στη ζωή σου… Έχεις μονάχα φίλους πια· οι εχθροί έχουνε πλέον συμφιλιωθεί, φύγει, ή απομακρυνθεί, και ακόμα και μόνος σου έχεις έστω ένα καλυβάκι να κάθεσαι παρέα με τη σόμπα και την τηλεόρασή και κάνα-δυο γειτονογειτόνισσες για κουτσομπολιό και καφέ. Θαυμάζεις τη φύση όσο δεν πρόλαβες όλ τα προηγούμενα χρόνια, και γενικά έχεις κι εσύ ΑΣΦΑΛΕΙΑ: το ότι δεν χρειάζεσαι πια να φροντίσεις για πολλά παρά μόνον το να περάσεις απλώς ήσυχα και ειρηνικά.

Flashback 3-4 δεκαετίες πριν και εφεξής

Είσαι ενήλικας – ας πούμε στα τριάντα· έχεις πάει στρατό (για τους άντρες), έχεις γυρίσει· τα πτυχία που πήρες (ή δεν πήρες) δεν άλλαξαν και πολλά, και ακόμη και τα βύσματα που έβαλες απλώς σου σβερκώσαν την αξιοπρέπεια. Πες πως έχεις και μια καλή δουλίτσα και πως καθαρίζεις από κάνα χιλιάρικο το μήνα, πως έχεις και ένα ταίρι σου που στο πάει για γάμο, έχει κι εκείνη μια δουλίτσα και άλλο ένα χιλιάρικο στο σπίτι, θα τσοντάρουνε στο κάτω-κάτω και τα σόγια, κάτι θα γίνει. (Μιλάμε φυσικά για εξιδανικευμένες περιπτώσεις· κάνε μόνος σου την αφαίρεση στο τέλος της ανάγνωσης).

Αλλά..:

Πρέπει να πας και να γνωρίζεις σόγια και φίλους της· το ταίρι γκαρίζει που δεν έχετε παντρευτεί ακόμη, εσύ έχεις χαθεί από τους δικούς σου και τους φίλους σου, στη δουλειά σου την πέφτει ένα πιπίνι εικοσάρικο (και το ταίρι σου όλο και κάτι αρχίζει να χαμπαριάζει). Κοιτάζεις πίσω σου και βλέπεις ότι κι εσύ όλο και κάπου πάτησες/έγλυψες για να κονομάς τη χιλιάρα· έχετε χωρίσει με το ταίρι εκατοντάδες φορές για ψύλλου πήδημα, το εργασιακό σου δεν είναι ποτέ ασφαλές, και ξέρεις πως για να διατηρήσεις τη θέση σου οφείλεις να συνεχίσεις τον πόλεμο/γλείψιμο. Η αξιοπρέπειά σου έχει σκύψει δυσθεώρητα βάθη, και όλοι λεν για σένα τα χειρότερα· και ξέρεις πως τη στάμπα θα την κουβαλάς για πολυυυυύ ακόμα καιρό. Έχεις επίσης αρχίσει να αγχώνεσαι για τη μπάκα, το γκριζάρισμα και την υποψία καράφλας, πιάνεις τον εαυτό σου ν” ανησυχεί για μικροπράγματα, βλέπεις του φίλους σου και καβατζώνονται όλο και περισσότερο, βλέπεις και τους δικούς σου να γερνάνε, και το μέχρι πρότινος άτρωτο γονεϊκό στήριγμα το παίρνεις πλέον αγκαζέ για έναν περίπατο, κι αυτό σπάνια.. Ξέρεις ότι τα μπράτσα σου βαστάν για γερό τσαμπουκά, ξέρεις όμως κι ότι αυτό μπορεί να σε στείλει πανεύκολα στ” αυτόφωρο και την ψειρού, και ξέρεις πως για τουλάχιστον ακόμα τριάντα χρόνια οι δυνάμεις σου θα φθίνουν όμως η κατάσταση θα παραμένει η ίδια, συν τ” ότι θα πρέπει σιγά-σιγά κι εσύ να χτίζεις τη ζωή σου από τώρα κι έως τότε. Η τηλεόραση, η παντόφλα, η εφημερίδα και το Internet υπόσχονται, μα είν” απλά ανακουφίσεις· το αμάξι σου το προσέχεις, έχεις ένα σωρό στο κεφάλι σου· μα δεν έχεις ένα σωρό κεφάλια.

Φτάνεις στο σημείο να θες να τα παρατήσεις: ματαίωση, στρουθοκαμηλισμός βέβαια, τίποτα δεν θα φτιάξει. Η θρησκεία υπόσχεται, όμως δεν είσαι για πολλή εμβάθυνση, τα πιπίνια είναι απλώς χατζαμπλάστ στις πληγές σου, κι η μόνη σου χαρά τελικά είναι που θα παντρευτείς, θα κάνεις και δυο παιδάκια να τα χαίρεσαι και να σε χαίρονται.

Και εκεί αρχίζει το τρέξιμο: και νά σου διαφωνίες με τα σόγια, για το πότε και το πού και το πως και το πόσα, και να τσακώνονται όλοι μεταξύ τους· και τελικά καταφέρετε και βρίσκετε μια άκρια· εντωμεταξύ έχεις ψυχραθεί καί με το ταίρι σου καί με την οικογένειά σου· μετά βάλε τρέξιμο, χαρτιά, Άννας & Καϊάφας, γαμοδάνεια, παπάδες, πιστοποιητικά, φωτογράφοι, μπουμπουνιέρες, κέντρο διασκεδάσεως: μέρες και μήνες χαμένοι ολάκεροι για μόνο και μόνο μια μέρα όπου θα βάλετε μια περιούσια σε ρούχα και τσιμπράγκαλα και τα οποία ποτέ δε θα ξαναβάλετε, και προσκαλώντας επιλεκτικά τους επιφανέστερους «φακελάδες». Γίνεται το μυστήριο και το γλέντι, χορεύεις το ζεϊμπέκικο που δε χόρεψες ποτέ σου, και τρως από παντού τρία Βιετνάμ ρύζι· γυρνάτε σπίτι λιάρδα, μετράτε τα φακελάκια, το ταίρι προφασίζεται κούραση κι εσύ μένεις με τη γλύκα.

Τον επόμενο καιρό καταλαγιάζει το πράμα· οι φίλοι χάνονται σιγά-σιγά στα δικά τους κι η οικογένεια σας αφήνει να ηρεμήσετε, να πάρετ” ένα δρόμο βρε αδερφέ. Βλέπετε πως αρχίζετε να βαριέστε μόνοι σας· οι βόλτες οι πολλές-πολλές κοπήκαν και τα έξοδα αρχίζουν να ζητάνε. Τα πάγια έξοδα πλησιάζουν απειλητικά τα έσοδα όμως επίπλαστες ανάγκες όπως μεγαλύτερο αμάξι, πιο επίπεδη τηλεόραση, κεραμική κουζίνα, πιο χάι-έντ υπολογιστής, πιο λουστραρισμένα έπιπλα κτλ αρχίζουν κι έρχονται· «Μα τί θα πει ο γείτονας;…». Πρέπει να γνωρίσεις τους πλησιέστερους από δαύτους, να τά ‘χεις καλά μαζί τους και να τσακωθείς εν ανάγκη, να κόβει το μάτι σου μην και σου φάνε τη γυναίκα σε καμιά βεγγέρα με φυστίκια και ουζάκι· ο διπλανός σου είναι πιο λεφτάς, και τα μπασταρδάκια του σού ‘χουν ρημάξει το αμάξι και τις γλάστρες. Στη δουλειά σου το πιπίνι επιμένει ακόμα ν” ανάβει με τη βέρα σου, την οποία όμως φοράς και αναγκαστικά φοράς πάντα για τακτικές και έκτακτες εφόδους από τη σύζυγο και τους «καλοθελητές» της.

Το ταίρι σου αρχίζει και αφήνει κάτι βρομερές ό,τι ώρα και μέρος και να ‘ναι, το φαγητό πια δεν του αρέσει, η κεραμική κουζίνα χρησιμοποιείται κατά το εν τέταρτο και το (χρωστούμενο ακόμα) σαλόνι το γεμίζουνε μόλις και δύο άτομα· ως και να έρθει ο τοκετός.

Τρεξίματα από δω, τρεξίματα από κει, τα έσοδα λιγότερα λόγω μονόπλευρης πλέον εργασίας για τους τελευταίους μήνες, το πολυύ-πολύ το σεξ  αναγκαστικά κομμένο, και εσύ να πληρώνεις γιατρούς και να τρέχεις πάνω-κάτω με τ’ αμάξι και τα πόδια· το πιπίνι τελικά το έφαγες αφού δεν άντεξες, η γυναίκα σου δεν έχει πάρει ακόμα χαμπάρι, αλλά νά σου και κάτι μεταμεσονύκτια SMS και τα τοιούτα: να οι πρώτα σπόροι του κακού.

Έρχεται τελικά και ο τοκετός: τα πόδια σου τρέμουν: είσαι πλέον γονιός και πρέπει πάση θυσία να προφυλάξεις πρώτα το παιδί σου και ύστερα το γάμο σου. Γιατροί, πάνες, γάλατα, ρούχα, να βρούμε και έναν κουμπάρο -τον βρήκαμε και τον κουμπάρο-, νά σου το ίδιο τρέξιμο του γάμου, τώρα και για τη βάπτιση.

Το παιδί σου μεγαλώνει μα δεν το πολυβλέπει κανείς, αφού τρέχετε και οι δύο «για να μην του λείψει τίποτα». Το ταίρι πλέον έχει αφεθεί εμφανισιακά στο έλεος του χρόνου, ενώ πιάνεις τον εαυτό σου να φιλοσοφεί για τις τιμές του απορρυπαντικού και ν” αδιαφορεί για τις απορίες του παιδιού· ο πλούσιος εργένης γείτονας διακριτικά γλυκοχαιρετά τη γυναίκα σου, και τα νεύρα σου προκαλούν μπομπάτους καυγάδες και για τους τρεις του σπιτιού σου.

Το παιδί αρχίζει σχολείο, γυρνάει κάποιες φορές με μώλωπες, κι εσύ το σκέφτεσαι σοβαρά να πλακώσεις τα πουτανόπαιδα και τους γονείς στα μπουκέτα, όμως ξέρεις ότι μπορεί έτσι να κλείσεις το σπίτι σου έτσι, οπότε μένεις με τα νεύρα και τα Ladose. Οι βαθμοί του είναι καλοί, όμως θα χρειαστεί «κι εκείνος ο καθηγητής για ιδιαίτερα» (ναι, στο δημοτικό)· το ταίρι σου έχει πλέον παχύνει σαν μούσκαρος, και φορά κάτι κακόγουστα ταγέρ και κουστούμια. Τσακώνεσαι με τους καθηγητάδες του που δεν δίνουν την απαραίτητη σημασία στο βλαστάρι σου, και αγχώνεσαι συνεχώς για τις παρέες του και οποιονδήποτε τυχαίνει να το κοιτάει ύποπτα· τα νεύρα σου έχουν γίνει σκατά κι απόσκατα.

Στη δουλειά σου έχουν αρχίσει πλέον και σε ψιλοδουλεύουν, ενώ κάποιος νεότερος έγλειψε περισσότερο και τσάκωσε τη θέση που εποφθαλμιούσες επί μακρόν, ενώ για κάποιο λόγο απειλείσαι και με υποβάθμιση από τον προϊστάμενό σου. Το ταίρι σου παθαίνει τα ίδια, ενώ έχουν αρχίσει και κάτι περίεργα «επαγγελματικά ραντεβού» βράδυ παρα βράδυ, και το sex έχει ελαχιστοποιηθεί λόγω «αδιαθεσίας», «κούρασης» και «πονοκεφάλου». Οι κακές παλιές παρέες αρχίζουν ως δια μαγείας και επανεμφανίζονται, κι αρχίζεις ξανά σιγά-σιγά να τα ψιλοκοπανάς στα μπαρ.

Το παιδί είναι πλέον δώδεκα και χρειάζεται πιότερα φροντιστήρια, δεύτερη ξένη γλώσσα, πιάνο-μπαλέτο-γαλλικά, ποδόσφαιρο και μπάσκετ, ομως με το ταίρι πλέον τα πάτε σκατά κι αυτό το γνωρίζετε και οι τρεις στο σπίτι. Οι πρώτες ανακοινώσεις «πάω στη μάνα μου για λίγες μέρες» σκάνε μύτη, ενώ και το αλκοόλ πλέον δε βοηθάει. Το πιπίνι στο γραφείο πηδιέται πλέον με τον πιτσιρικά προϊστάμενο που σου θυμίζει συγκινητικά τη γλοιώδη σου νιότη, και τα γκρίζα μαλλιά και η βέρα χάσανε πλέον τη γοητεία τους, οπότε πιάνεις ξανά τον εαυτό σου σε αδιέξοδο, καφενείο και ψιλοβελονιά. Αρχίζεις να αγαπάς περισσότερο την οικογένειά σου· χρειάζεσαι την πολύτιμη στήριξή τους, και προσπαθείς να επανορθώσεις για παρελθόντα λάθη με φίλους, γνωστούς και συνεργάτες· μα είναι πια αργά.

Έχεις πενηνταρίσει πια, και το έφηβο παιδί σου κάνει ότι ακριβώς έκανες κι εσύ στους δικούς σου κάποτε: αδιαφορία· θράσος· φυγή. Το ταίρι σου την κοπάνησε τελικά μ” εκείνο το «επαγγελματικό ραντεβού», και περνάει μίζερα και πλουσιοπάροχα προσπαθώντας ν” αναβιώσει τη νιότη εκείνη που απέτυχε· αποτυχημένα και πάλι.

Δεν έχεις και πολλές επιλογές. Ξέρεις πως μάλλον από εδώ και στο εξής θα μείνεις μόνος σου και ελάχιστα οικογενειακά· ευτυχώς η σύνταξη πλησιάζει και τα ένσημα φτάνουν· παίζουν και κάνα-δυο χωραφάκια που τα γλίτωσες στο τσακ απ” το «εξ αδιαιρέτου»· βέβαια όλα τα μπικικίνια (έπιπλα, κουζίνα, ψυγείο κτλ) έχουνε αποχαιρετίσει για πάντα το σπίτι σου, και το οποίο κι εκείνο παρά τρίχα το γλίτωσες από τα νύχια του πρώην ταιριού· όμως πια δεν κάνει ούτε για αποθήκη. Γυρνάς στο χωριουδάκι σου, στην πρώτη σου οικογένειά, και πού και πού βαράς επισκέψεις στ’ αδέλφια σου.

Τελικά η σύνταξη και το εφάπαξ που με προσμονή περίμενες είναι τελικά τα μισά, κι έτσι τη βολεύεσαι απλά προς τα ζην ανήμπορος να κάνεις οτιδήποτε άλλο απ” το να τρως ξύλο στις διαδηλώσεις των συνταξιούχων· ναι, είσαι κι εσύ ένας απ’ αυτούς πλέον· πως πέρασε, ο καιρός, στ” αλήθεια…

Η ζωή σου που βάσισες στη φόλα της «ντόλτσε βίτα» κατέρρευσε όλη απ” την ενηλικίωσή σου και μετά·

κοιτάς πίσω και δε βλέπεις τίποτα πια το ουσιαστικό.

Μήπως ήταν καλύτερα όταν ήσουνα παιδί;

Την επόμενη φορά που θα σε πει κάποιος «ανώριμο», ευχαρίστησέ τον νοερά, ρίχ” του ένα πούλο πισώπλατα και τρόλλαρε νοερά το μέλλον του.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>