Περί μουσικής και ακροατή

  Ξεκίνησα να γράφω το άρθρο αυτό υπό τους ήχους του «Textures» των Prog-jazz-whatever-deathsters, Cynic από τη Florida. Είναι από τον πρώτο και ιστορικό δίσκο τους, το Focus. Το συγκρότημα δυστυχώς διέλυσε το ’92 μετά τον καταστροφικό τυφώνα Andrew που κατέστρεψε ολοσχερώς το στούντιό τους· ευτυχώς ξαναφτιάχτηκαν πρόσφατα και βγάλανε και δισκάρα.
Ανοίγω την τηλεόραση· παίζει σε γνωστό κανάλι (και ποιό κανάλι δεν είναι γνωστό σήμερα) το τάδε γνωστό βιντεοκλιπ της τάδε γνωστής τραγουδίστριας. Ξέρω πως είναι απ’ τις γνωστές φορές που ο οργανισμός μου θ” αντιδράσει έντονα στις έντονες διαφορές αισθητικής, κουλτούρας, δυναμικής και μουσικής αντίληψης μεταξύ ενός μνημείου του παγκόσμιου τεχνικού και επικολυρικού στερεώματος σαν το «Textures» και της παπαριάς του μπουζουκοσουξέ, που μού “ρχεται να εκτοξεύσω το τηλεκοντρόλ κατευθείαν στην τηλεόραση ν” αλλάξει αμέσως κανάλι και σχήμα.   Για να μου δίνει ο οργανισμός μου τέτοιες εντολές πάει να πει πως είν” ακόμα ρυθμισμένος, καλιμπραρισμένος, ζυγοσταθμισμένος κι ευθυγραμμισμένος να αποβάλει οτιδήποτε θέλει να σπρώξει τ” IQ και το EQ του για βάδην στο χλοοτάπητα της ευκολίας και της χυδαιότητας με την οποία οφείλουν(;) να γίνονται όλα σήμερα. Όχι, φίλε· δε θα πεθάνουμε ποτέ, πουτάνα ψυχοθάφτη. Control & resistance που ουρλιάζει κι ο Alan Techio.
Ποιοί πεθαίνουν όμως αισθητικά· και γιατί;


ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ

Απ’ όσο έχω μελετήσει εαυτόν, βιβλία, συγγράματα, άρθρα κτλ, κι απ” όσο έχω κουβεντιάσει και παρατηρήσει με κριτική και αμφισβήτηση, έχω καταλήξει στ” αυτονόητο: πως η μουσική παιδεία ενός ανθρώπου είναι κι αυτή κομμάτι της συνολικής του παιδείας, η οποία είναι θα δώσει την εντολή στον εγκέφαλό του να δεχτεί ή ν” απορρίψει μια μουσική. Ο παράγοντας είναι καθαρά εγκεφαλικός, και όσο πιο ηλίθιος είναι και θέλει να είν” ένας άνθρωπος, τέτοια κι η μουσική που θα επιλέξει. Όμως όλα αυτά είναι αντιεπιστημονικές και χονδροειδείς γενικολογίες, και σαφώς ΔΕΝ είναι η μουσική που κάνει τον άνθρωπο αλλά ένας σωρός (κι) άλλοι παράγοντες. Παρόλαυτά, υπάρχει θαρρώ μια βάση στα λεγόμενά μου. Απ’ όσο μικρό θυμάμαι τον εαυτό μου, συνήθιζα να καταγράφω στο μυαλό μου τις συνήθειες κάθε ανθρώπου που γνώριζα (και γνωρίζω) και έπειτα να τις συγκρίνω με τις δικές μου. Και παρατήραγα πως άτομα με συναφείς αντιλήψεις, συγγενή λογική και ψυχική παιδεία μ” εμένα, παρουσίαζαν (συνήθως) παρόμοια μουσικά κριτήρια. Επίσης παρατηρούσα ότι άτομα με βίαια αντανακλαστικά, απροθυμία μάθησης και ψυχαγωγίας, γενικώς οι λεγόμενοι νταήδες και τσαμπουκάδες, είχανε (συνήθως) τελείως διαφορετικά ακούσματα από του λόγου μου. Τέλος,  οι «λίγο απ’ όλα» ανάμεσοι των παραπάνω κατηγοριών ήτανε (συνήθως) λίγ” απ’ όλα καί στη μουσική τους. Και πάντα αναρωτιόμουν εάν συνδέεται η πνευματική εξέλιξη και οι μουσικές προτιμήσεις του καθενός. Κάτι τέτοιο εκ πρώτης όψεως φαίνεται αυτονόητο, αλλά καθώς θαρρώ πως μόνο τα αισθήματα είν” αυτονόητα (εφόσον δεν μπορείς να τα περιορίσεις με λέξεις) προσπάθησα να μελετήσω το ζήτημα όσο μπόραγα. Σ’ αυτό βοήθησε το ότι μεγαλώνοντας ασχολήθηκα με την τέχνη της μουσικής και ουκ ολίγα είδη αυτής. Παίζοντας και παρατηρώντας τον εαυτό μου στην περιπλάνηση ετούτη, που βαστάει ήδη καμιά εικοσαριά χρόνια), γνώρισα καταρχήν πως η μουσική έχει διαβαθμίσεις στη δυσκολία της (άαααντε…): υπάρχει η εύκολη, η πιο δύσκολη, η ακόμα πιο δύσκολη, η άπαιχτη και όλες οι ενδιάμεσες βαθμίδες. Για να μην μειώσω κανένα μουσικό είδος, δεν θ’ αναφερθώ σε κάποιο περιοριστικά, μιας και όλα έχουν τις εξαιρέσεις τους, τα διαμάντια τους και τη φύρα τους, θ” ασχοληθώ όμως σίγουρα με κάποιες μούφες. Και θα προσπαθήσω να κάνω ξεκάθαρο ότι ο τρόπος που αντιδρούμε στη μουσική έχει καθαρά να κάνει με την ψυχή και τον εγκέφαλό (άααααντε)· στην παρούσα όμως άρθροψη θ” ασχοληθώ κυρίως με το νοητικό κομμάτι της υπόθεσης.

ΛΙΓΑ (ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ) ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
   Η μουσική έχει το χωροχρόνο της· χώρος της οι νότες, χρόνος της ο ρυθμός. Ο χώρος χωρίζεται σε δύο άξονες: κάθετος Χ της Μελωδίας, οριζόντιος Ψ της Αρμονίας (θα το δεις και σε μια παρτιτούρα αυτό). Ο χρόνος έχει έναν και μόνο άξονα Ω, γραμμικό, που κινείται προς το μέλλον κατά τη διάρκεια του κομματιού. Η μουσική είναι τρισδιάστατη όπως και ο κόσμος.
Οι άξονες Χ και Ψ στηρίζονται στις ίδιες βασικές αρχές: Μελωδία = ακολουθία από νότες· Αρμονία = νότες που παίζονται την ίδια στιγμή (απλουστευτικός ορισμός). Ο τρόπος που φτιάχνονται Μελωδία και Αρμονία στηρίζεται σε κάποιους κανόνες (απλούς ή περίπλοκους δεν έχει σημασία). Οι κανόνες αυτοί ορίζονται από την επονομαζόμενη Κλίμακα: φαντάσου τη κάτι σαν σκάλα με δώδεκα σκαλοπάτια (οι νότες) με πέντε από αυτά να είναι σπασμένα (φάλτσα) και τα υπόλοιπα εφτά να είναι σταθερά (σωστές νότες). Έτσι, μπορώ να επιλέξω ποιες από τις επιτρεπόμενες νότες (και τις οκταβικές τους: οι ίδιες νότες ψηλότερα ή χαμηλότερα) θα χρησιμοποιήσω για να έχω το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο τρόπος που δημιουργείται μία κλίμακα έχει να κάνει κυρίως με απλά μαθηματικά και φυσική, και σκοπό έχει απλώς να ορίσει τις αποστάσεις μεταξύ των επιτρεπόμενων της νοτών. Παράδειγμα κλίμακας είναι το κλασικό Ντο Ρε Μι Φα Σολ Λα Σι που μας μάθανε στο σχολείο, όπου οι αποστάσεις των σκαλοπατιών ξεκινώντας από το Ντο είναι 2-2-1-2-2-2. Όσον αφορά στην Αρμονία, δηλαδή στις συγχορδίες (τα ακόρντα που λέμε), η απλή Εναρμόνιση ακολουθεί τον κανόνα 1ης-3ης-5ης, με τους αριθμούς αυτούς να δηλώνουν την θέση της νότας μέσα στην κλίμακα (τη θέση των σκαλοπατιών επάνω στη σκάλα ξεκινώντας από το πρώτο κάτω-κάτω). Όσον αφορά στο Ρυθμό τα πράγματα είναι λίγο απλούστερα: είναι τα γνωστά 6/8, 4/4 κλπ που ακούς απ” τους μουσικούς κι αναρωτιέσαι αν είναι τελικά μουσικοί ή μαθηματικοί· μην ψαρώνεις: είναι απλώς ένας αριθμητής και ένας παρονομαστής που μας λένε ότι, π.χ. στο 4/4 (ακολουθεί καραϋπεραπλουστευση), κατά τη διάρκεια 4 δευτερολέπτων θα πρέπει να παίξω, ή να σιγήσω (ή και τα δύο) σε (ακέραια ή μη) πολλαπλάσια ή υποδιαιρέσεις του δευτερολέπτου. Αυτό εντελώς μεταφορικά και σχηματικά, διότι ο ρυθμός είναι τεράαααααστια σπουδή, όπως και γενικά η μουσική. Και με όλες αυτές τις αριθμουσικές ημικρανίες ήθελα απλά να σου εξηγήσω ότι η μουσική έχει ένα νοητικό κι αισθητικό αποτέλεσμα που πάντοτε εξαρτάται από απλές (ή μη) μαθηματικές διεργασίες που κάνει ο εγκέφαλος μας για να δημιουργήσει μουσική (σύνθεση) και για να ερμηνεύσει μουσική (ακρόαση).
ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
   Όταν κάποιος λοιπόν ακούει μουσική, ακόμα και παθητικά (σιδερώνω και ακούω…) το μυαλό του δε σταματά να επεξεργάζεται εκείνο π” ακούει (καθώς και το οποιοδήποτε άλλο νευρικό ερέθισμά). Έτσι, λοιπόν, επεξεργάζεται και το χωροχρόνο της μουσικής. Από τα τρία στοιχεία που τον απαρτίζουν (ρυθμό, μελωδία, αρμονία) ο ρυθμός είναι ο ευκολότερος στην αποκωδικοποίησή, και όσο απλούστερος τόσο και ευκολότερος στην αφομοίωσή του. Ο ρυθμός είναι το μουσικό στοιχείο που ο εγκέφαλος επεξεργάζεται στον πιο αρχέγονο τομέα του, τον κεντρικό, εκείνον που συνευθύνεται και για τις παρορμήσεις, τα ένστικτα κτλ. Αυτό συμβαίνει για τρεις λόγους. Πρώτον διότι στη φυλετική μνήμη και σ’ αυτό ακριβώς το κέντρο του εγκεφάλου έχει παραμείνει η πληροφορία ότι απ’ αρχής ανθρώπινου γένους πρώτα υπήρχε ο ρυθμός και αργότερα άρχισαν να οργανώνονται οι μελωδίες και οι αρμονίες. Σε όλους τους λαούς τα πρώτα όργανα ήτανε κρουστά, και συνήθως χρησιμοποιούνταν για την επικοινωνία απομακρυσμένων σημείων, και λίγο αργότερα για τελετουργικές, στρατιωτικές και λοιπές ανάγκες. Δεύτερον, στα περισσότερα σύγχρονα τραγούδια το ρυθμικό μοτίβο (συνήθως) παραμένει το ίδιο και επαναλαμβανόμενο, οπότε ο εγκέφαλος αφού το αναγνωρίσει και συνηθίσει πλέον δεν του δίνει σημασία. Σε μία τέτοια περίπτωση ο ακροατής μπορεί κάλλιστα να κρατάει ασυνείδητα με το πόδι του το ρυθμό (σιδερώνω και ακούω…) ακόμα κι αν δεν έχει ξανακούσει το συγκεκριμένο κομμάτι, και αφήνοντας το σώμα να τον ειδοποιεί για την πορεία του κομματιού. Τρίτον, ο ρυθμός στα κρουστά αποτελείται από κρότους οι οποίοι έχουν αφενός μπερδεμένη ηχητική πληροφορία (την οποία ο εγκέφαλος απλώς παραβλέπει) και (συνήθως) ελάχιστη διάρκεια, στην οποία ο εγκέφαλος δεν έχει λόγο να εστιάσει.    Ο εγκεφαλικός φλοιός, ως το πλέον περίπλοκο και ανεπτυγμένο μέρος του εγκεφάλου, είναι αυτός που έχει αναλάβει να επεξεργάζεται τις λεπτεπίλεπτες μαθηματικές διεργασίες της αποκρυπτογράφηση των συχνοτήτων, της χροιάς (αρμονικών), των δυναμικών και όλων των υπολοίπων παραμέτρων που ενσωματώνει η πληροφορία μιας (μη κρουστής) νότας. Διότι εκείνη έχει τα εξής κύρια μετρήσιμα στοιχεία: διάρκεια, τονικό ύψος (συχνότητα), χροιά (αναλογία αρμονικών), ένταση (πλάτος ταλάντωσης) και κάποια άλλα. Όλ” αυτά σε μία και μόνο νότα, ενώ στην κάθε συγχορδία και μελωδία οφείλει να εξερευνήσει τη σχέση μεταξύ των νοτών που την απαρτίζουν, και απλώς ν” αποφασίσει αν του αρέσει αυτό το άκουσμα, επίσης πρέπει να καταλάβει (και ας μην ξέρει από μουσική) την κλίμακα του κομματιού, την ενορχήστρωση, και όλα τα παραπάνω να τα συνδέσει με το ρυθμό, το νόημα των στίχων (εάν υπάρχουν) κτλ. Όταν μιλάμε λοιπόν για μουσική ακρόαση μιλάμε για έναν αρκετά απαιτητικό συνασπισμό των δύο κυρίαρχων τομέων του ανθρώπινου, ούτως ώστε αυτός να (προσπαθήσει να) ερμηνεύσει το νευρικό ερέθισμα που δέχεται. Ακόμα και στο απλούστερο τραγούδι ενεργοποιείται ένας ολόκληρος μηχανισμός, και ο οποίος την ίδια στιγμή δίνει το λόγο στην ψυχοσωματική πλευρά του εαυτού μας ν” αποφανθεί την αντίδρασή του στο ερέθισμα αυτό.
Σαν συμπέρασμα, λοιπόν, εξάγεται ο ισχυρισμός ότι, ανάλογα με το πόσο ανεπτυγμένα είναι τα κέντρα εκείνα που ευθύνονται για τη μουσική επεξεργασία -και ιδιαίτερα ο εγκεφαλικός φλοιός- ανάλογη περιμένουμε να είναι και η μουσική προτίμηση του κάθε ακροατή, καθώς ο εγκέφαλος συνηθίζει ν” απορρίπτει ό,τι δεν έχει Μάθει Να (Θέλει Να) Ερμηνεύει. Εδώ, αν και σιχαίνομαι να καρφιτσώνω ξένους συνδέσμους στα γραπτά μου, οφείλω να παραθέσω μία πολύτιμη άποψη επί της μουσικής ακρόασης.
ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ
Εδώ λοιπόν επεισέρχεται ο ρόλος της παιδείας ως (συν)αποτέλεσμα της εκπαίδευσης. Προσωπική μου άποψη είναι πως το χωνευτήρι των ψυχών που “χουν ονομάσει ζωή, και το χωνευτήρι των μυαλών που “χουν ονομάσει εκπαίδευση, με τους κρατούντες κανόνες, προκαταλήψεις και μεθόδους, προσπαθούν ήδη από την αυγή της ζωής του ανθρώπου να τον αποπροσανατολίσουν απ” την εκγύμναση του εγκεφάλου του (και της ψυχής του), άποψη η οποία σηκώνει μεγάλη συζήτηση εφόσον επεκτείνεται σε όλες τις βαθμίδες του κοινωνικού και προσωπικού μας γίγνεσθαι, με μόνο σκοπό τη χειραγώγηση ενός τεράστιου τσούρμου ηλιθίων με βελούδινα -και μη- μέσα. Πέραν, πάντως, από τις όποιες απαισιόδοξες παρατηρήσεις, ας επιστρέψουμε στη σχέση εγκεφαλικής ανάπτυξης και μουσικών προτιμήσεων. Η εγκεφαλική ανάπτυξη είναι βεβαίως (συν)αποτέλεσμα της παιδείας. Είναι κοινός τόπος η παραδοχή πως η παιδεία (και όχι μόνον η εκπαίδευση) είναι σχεδόν παγκοσμίως ελλιπής και αναποτελεσματική, με κυρίαρχα αποτελέσματα τη βία και τη χυδαιότητα, ένεκα της απουσίας οικογενειακής, εκπαιδευτικής και κοινωνικής στοργής. Ο άνθρωπος έχει μάθει να απεχθάνεται οτιδήποτε του κουράζει το μυαλό, εφόσον η οικογένειά ή/και σχολείο δεν τον κάναν ν’ αγαπήσει τον όμορφο και δύσκολο δρόμο της σκέψης· δεν τον “κάναν να θέλει να πονέσει τον εγκεφαλικό του φλοιό μαθαίνοντας. Αντίθετα, αφήσαν τα πλέον υποανάπτυκτα ένστικτα σαν κι εκείνα που βρίσκονται στο κέντρο του (το οποίο που ελέγχει συν τοις άλλοις και τα ρυθμικά μοτίβα) να βγουνε στην επιφάνεια, επιστρέφοντας την υπόστασή του στην ιμηζωώδη κατάσταση, και με όλες τις γνωστές βίαιες άμυνες και επιθέσεις. Πρόκειται για την αιώνια κόντρα μεταξύ του κανιβαλιστικού εγκεφαλικού κέντρου με τον λόγιο φλοιό και τη φαιά ουσία. Έχεις παρατηρήσει, άραγε, ότι ακόμα κι ο πλέον μουσικά απαίδευτος άνθρωπος, ο πλέον απροκάλυπτα βίαιος, και η πλέον χυδαία (Τ)Σούλα» μπορούνε πανεύκολα να χτυπήσουνε παλαμάκια σε έν” απλόρυθμο κομμάτι και να σιγοτραγουδήσουν μια μελωδία με λίγες νότες; Στους ίδιους ανθρώπους έτσι και βάλεις ν’ ακούσουνε Zappa, Rush ή Ντεμπισύ, με τους κατά ρυπάς εναλλασσόμενους ρυθμούς, τις απρόβλεπτες παύσεις κι αξίες, τις περίπλοκες μελωδίες και τις πλέον δύσβατες αρμονίες, θα παρατηρήσεις από εκφράσεις σαστισμού και δυσαρέσκειας ως και λεκτικές και σωματικές διαθέσεις καταστροφής του ηχοσυστήματος για το «θόρυβο» που «προξενεί». Βασισμένος στα ως άνω, η εξήγηση μιας τέτοιας συμπεριφοράς απλουστεύεται: ετούτοι οι άνθρωποι δεν έχουν μάθει να παιδεύουνε το μυαλό τους· χρησιμοποιούνε τα σχετιζόμενα με την ευφυΐα κέντρα τους ελάχιστα (για απλές και αναγκαίες μαθηματικές πράξεις) και απλώς για την επίτευξη χειρισμών και λύσεων σε ζητήματα που προκύπτουνε στη δουλειά τους και στη ζωή τους· και γενικότερα προτιμούνε να δρουν ενστικτωδώς και χρησιμοποιώντας στο ρελαντί τον κτηνώδη κεντρικό τομέα του εγκεφάλου τους, ο οποίος είναι κι αυτός που αναγνωρίζει/επεξεργάζεται τους ρυθμούς, τα πιο απλά και επαναλαμβανόμενα μοτίβα τουλάχιστον. Γιατί άραγε η rave μουσική να είναι τόσο δημοφιλής; Διότι επιστρατεύει τέτοιες τεχνικές σύνθεσης και ηχογράφησης ούτως ώστε να μην κουράζει τον ανώτερο φλοιό, παρέχοντας απλές μελωδίες κι ενορχηστρώσεις, και ρυθμούς ριζικά απλούς και κυκλικούς, παύσεις σε αναμενόμενα σημεία, και βέβαια ταχύτητες που γεννούν το αίσθημα της έντασης σε αγωνιώδεις ποσότητες, το αίσθημα εκείνο δηλαδή που ανέκαθεν κυριαρχεί στο στοχευόμενο target group: στους νέους. Πάμπολλα είδη μουσικής λειτουργούν καθ” αυτόν τον τρόπο εφόσον τα κέρδη της δισκογραφικής βιομηχανίας αυξάνονται όταν αγοράζει η μάζα· η οποία γενικά δεν (θέλει να) έχει παιδεία· της προσφέρουν ένα fast food ακρόαμα: fast σε έμπνευση, fast σε παραγωγή, fast σε διαφήμιση, fast σε διανομή· ένα χρυσωμένο χάπι: καλοεκτυπωμένο booklet με (ό,τι-μας-μάθανε-πως-είναι) sexy φωτογραφίες, και ελλιπές πληροφοριακό περιεχόμενο -πολλές φορές δίχως καν στίχους- και βέβαια βελούδινος (χμ…) ψηφιακός ήχος σε CD (ή MP3), εφόσον τα βινύλια και τα πικάπ με το ζεστό αναλογικό τους ήχο, δεν ταιριάζουν στη fast μόδα, αισθητική, τεχνολογία και ζωή, ούτε και στην δήθεν μίνιμαλ σε διαστάσεις προϊόντων, εποχή.
ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
   Ως τώρα αναφέρθηκα στην παιδεία και τη σχέση εγκεφαλικής λειτουργίας και μουσικών προτιμήσεων. Σημαντικό ρόλο όμως παίζει και το πως η ίδια η εγκεφαλική λειτουργία έχει παιδευτεί -υπό την εκπαιδευτική έννοια του όρου- στην τέχνη της μουσικής. Δυστυχώς δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πολλά για τη διδασκαλία της Μουσικής στα εκπαιδευτικά ιδρύματα άλλων χωρών, γνωρίζω όμως γενικά την κατάσταση στην Ψωροκώσταινα, αφού ως μαθητής πέρασα από τα θρανία του δημοτικού, του γυμνασίου και του λυκείου. Για το δημοτικό δεν αξίζει καν ν” αναφερθώ, μιας κι η μελόντικα και το παιδικό μεταλλόφωνο -και ειδικά ο τρόπος που τα δασκαλεύανε- δεν είχαν καμία μα καμία σχέση με την εμφύσηση μουσικών γνώσεων, παρά μονάχα με τη δικιολόγηση του μισθού ενός άμοιρου εκπαιδευτικού που τον διατάζανε να διδάσκει μουσική δίχως να ξέρει μουσική, στα πλαίσια μιας προχειρότατης σταχυοθέτησης της διδακτέας ύλης από την πλευρά του εκάστοτε φορέα (και κυβέρνησης)· απ” όσο βλέπω τα σημερινά βιβλία του σχολείου για τη τη Μουσική, ετούτο έχει πλέον αλλάξει ριζικά. Αναφέρθηκα όμως στο δημοτικό, καθώς οφείλεται να καταδειχτεί ότι ήδη από την πρωτοβάθμια (από τα έξι σου χρόνια) αντιμετωπίζεται το μυαλό, η tabula rasa, του παιδιού με τρόπο καλαμπόρτζικο και θλιβερό. Στο γυμνάσιο περίπου μιαπ” τα ίδια: θυμάμαι ότι δευτέρα και τρίτη γυμνασίου που κάναμε, λέει, το μάθημα της Μουσικής, η φιλοτιμοτάτη καθηγήτριά προσπαθούσε με ένα (ομολογουμένως καλογραμμένο κι ενδιαφέρον) βιβλίο Μουσικής να διδάξει κάποια παιδιά που ποτέ τους δε μάθανε μουσική σ” ένα δημοτικό που δεν έκανε ποτέ σωστά τη δουλειά του. Η καθηγήτρια προσπαθούσε ακόμη και πιάνο να μας δείξει, σ’ ένα γυμνάσιο που ποτέ του δεν έδωσε άδεια και αίθουσα για πιάνο, λες και τη μουσική τη μαθαίνεις μόνο στα λόγια και όχι στην πράξη. Οπότε με την κιθαρούλα της προσπαθούσε να μας διδάξει λίγες νότες και σκοπούς, δίνοντάς την κι από λίγο σε όλους μας για ν” αντιληφθούμε τι μαγικό πράγμα ήταν αυτό το πράγμα. Το μόνο που κατάφερε να μας κάνει να θυμόμαστε αυτό το γυμνάσιο ήταν ότι οι νότες είναι Ντο Ρε Μι Φα Σολ Λα Σι (διέσεις και υφέσεις; τί είν’ αυτό;) και το οποίο το ξέραμε ήδη από το δημοτικό (και ήταν το μόνο που μάθαμε). Ίσως λοιπόν το ΝΤΟΡΕΜΙ να είναι και το μόνο πράμα που έμαθε σε πολλούς το γυμνάσιο… Εκπαιδευτικό success story, όχι μαλακίες. Μουσική όμως δεν μάθαμε· κάτι έστω παραπάνω, όπως ότι οι νότες είναι δώδεκα σαν και τους μήνες του χρόνου, ότι υπάρχουνε πέντε νότες που για κάποιους λόγους δε βαφτίστηκαν οπότε χρησιμοποιούνε ονόματα δανεικά συν τις λέξεις «δίεση» και «ύφεση»· ότι η κιθάρα έχει έξι χορδές και κάμποσα σιδεράκια που πρέπει να πατάμε ανάμεσά τους και την ίδια στιγμή να χτυπάμε την αντίστοιχη χορδή για να ακούσουμε μια νότα, ότι τα βασικά τύμπανα αποτελούνται από τη μπότα, το χάι-χατ, το ταμπούρο και διάφορα άλλα θορυβώδη καλούδια.
Εδώ οφείλω επίσης ν” αναφερθώ (είπαμε: κομμένος ο πληθυντικός· εγώ γράφω – εγώ που σου μιλώ σε πρώτο πρόσωπο) στον τρόπο που λειτουργεί γενικά το ελληνικό ωδείο, αν και πάντοτε μόλις μια μειοψηφία του πληθυσμού πηγαίνει εκεί, και με ένα μόλις ανεπαρκέστατο ποσοστό της να το συνεχίζει μετά τα δυο-τρία πρώτα χρόνια, και  με ακόμα μικρότερο ποσοστό να αριστεύει ουσιαστικά.
Το ελληνικό, λοιπόν, ωδείο (τουλάχιστον έως και πρόσφατα) δεν ήτανε τίποτ” άλλο από μια μικρογραφία του δημόσιου σχολείου, όπου όλοι ανεξαιρέτως οι μαθητές έπρεπε να διδαχθούνε την ίδια ύλη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, και κατ” ουσίαν αδιαφορώντας για τις προσωπικές ανάγκες, κλίσεις και ιδιαιτερότητες του κάθε παιδιού· με βιβλία δεκαετιών ή αιώνων που επεκράτησαν είτε λόγω ποιότητας είτε λόγω δημοσίων σχέσεων(…), κάποιου πεπαλαιωμένου ευρωπαϊκού συστήματος που ενώ στο εξωτερικό έχει ήδη αναβαθμιστεί, εδώ έχει να συμβεί κάτι τέτοιο ίσως και τέσσερις δεκαετίες. Αίθουσες με στοιχειώδη ακουστική και αισθητική, που κατ΄ουσίαν δε διαφέρουν απ” οποιοδήποτε γραφείο, όπου τη θέση του γραφείου την έχει ένα φτηνό εκπαιδευτικό πιάνο τοποθετημένο σε σημείο όπου ούτε καν αναδεικνύεται η (όποια) του ακουστική ποιότητα. Το μάθημα 45λεπτο (και τί να μάθεις σε 45 λεπτά την εβδομάδα;), δίχως να εστιάζει στην αγάπη για τη μουσική και στην ανάδειξη της αξίας της, παρά μόνο παραδίδοντας ασκήσεις που -στα πρώτα χρόνια τουλάχιστον- δίνουνε σημασία περισσότερο στην τεχνική παρά στην έκφραση. Μα και η ίδια η έκφραση όταν διδάσκεται, στοχεύει σ” εκείνη του συνθέτη και όχι του εκτελεστή! Μα ακόμα και η ίδια αυτή η διδαχή της τεχνικής και της έκφρασης αγνοούν τις παγκόσμιες εξελίξεις και πρόσφατες έρευνες, όπως και κάποιες ιδιαίτερες μεθοδολογίες και παραλλαγές αυτών. Κάθε τέλος του χρόνου, όπως και στο σχολείο, υπάρχουν οι εξετάσεις όπου το παιδί θα πρέπει ν” αρχίσει να μπαίνει (θέλει-δε θέλει) στο βάσανο του να παίζει δημόσια, -σα να εκφωνεί λόγο ένα πράμα- μπροστά σ” σωρό καλοντυμένους κυριούλιδες και κυρίες που “ρθανε να θαυμάσουν το καμάρι τους, και σε κάτι μεροκαματιάρηδες ακαδημαϊκούς με ταγιέρ και γραβάτες, ύφος μαστουρωμένου γύπα, και άσπρα ξεχτένιστα μαλλίά τύπου «καλλιτέχνης». Είναι μεγάλο το ποσοστό εγκατάλειψης του ωδείου από τα παιδιά, και σε αυτό δε φταιν μονάχα οι τσιμπημένες τιμές για τα μόλις τριάντα σαρανταπεντάλεπτα ενός ακαδημαϊκού έτους (ΟΚ, οι τιμές έχουν πέσει αρκετά πλέον). Φταίει μονάχα και μονάχα το αποστειρωμένο περιβάλλον και η προσέγγιση του μαθητή ως πελάτη, ο οποίος διδάσκεται μουσική και όχι Μουσική, την Ουσία της μουσικής· μαθαίνει απλώς να κουνάει τα δάχτυλά του με μια παρτιτούρα εμπρός του (όπως ακριβώς κι η γραμματέας στη γραφομηχανή) και να παίζει κομμάτια από ένα συγκεκριμένο «διαπεπιστευμένο» ρεπερτόριο, το οποίο αισθητικά δεν του λέει μάλλον τίποτα· δεν υπάρχει καμία εξατομικευμένη διδασκαλία: μόνον αποστήθιση: χωνευτήρι. Και μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε το τυπικό ωδείο να διδάσκει συστηματικότερα την αξία της παραδοσιακής ή της σύγχρονης μουσικής· έως τώρα μόνο Μπαχ και Σαγκρέρας. Και εδώ οφείλω να σου πω μερικά προσωπικά βιώματα να φρικάρεις.
Κάποια στιγμή πήγα στο ωδείο για ένα ακαδημαϊκό έτος (δηλαδή για ένα ούτε οκτάμηνο) μπας και συμμαζέψω την έως τότε αυτοδιδαχή μου σε κάτι τετράγωνο· ζήτησα της καθηγήτριάς μου -που τύχανε και διευθύντρια του ωδείου- να βγάλει «με το αυτί» της ένα πανεύκολο κομμάτι που της πρότεινα· η απάντησή της; «Α-παπαπά, δε γίνεται! Έχεις την παρτιτούρα του κομματιού;; Μόνον με παρτιτούρα!..»
Αυτή ήταν μια εκπαιδευτικός της μουσικής, με όλα τα σχετικά πτυχία, καθώς και η ίδια η διευθύντρια του ωδείου, και η οποία δεν μπορούσε (ή δεν ήθελε) να βγάλει ένα τραγούδι με το αυτί παρά μονάχα με παρτιτούρα… Δηλαδή με τα μάτια έπαιζε μουσική αυτή; Με τ” αυτιά μας δεν ακούμε και δεν προσλαμβάνουμε τη μουσική; δεν τα εξάσκησε καθόλου αυτά; Και που είναι η μουσική σε όλο αυτό;
Άλλο παράδειγμα: ξέρω καθηγητή Μουσικού Γυμνασίου με δεκαετίες εμπειρίας ως καθηγητής ωδείου, και ως επαγγελματίας μουσικός σε λαϊκά, παραδοσιακά, μοντέρνα, διεθνή κτλ, και ο οποίος για να παίξει ακόμα και ταξίμι (αυτοσχεδιασμός συνήθως σε μπουζούκι) στα πλήκτρα του, έβαλε μπροστά του παρτιτούρα! ΑΧΑΧΑ!! Αν είναι δυνατόν! Αυτός ο άνθρωπος έβγαζε και βγάζει πολλάαααα λεφτά απ” τη μουσική· και έχει διδάξει παμπολλα παιδιά· ζήτω το έθνος.
Επίσης έχω παίξει με πληκτρά που ήταν και επί μακρόν μαέστρος σε λαϊκό μαγαζί, και που για να παίξει το Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας έβγαλε παρτιτούρα, και μάλιστα όπως την έψαχνε γύρισε και μου είπε ότι  δεν μπορεί να παίξει χωρίς αυτήν… Μουσικός όχι μαλακίες…
Να μην τα πολυλογώ. Έπρεπε όμως να κάνω και μια στάση στο ελληνικό ωδείο, για να καταδείξω πως ούτε κι εκεί παρέχεται (τουλάχιστον έως και πρόσφατα) η ουσία της μουσικής, παρά μονάχα το εκτελεστικό της υπόβαθρό. Και ότι πολλά παιδιά το εγκαταλείπουν, ξεχνάνε μια για πάντα ό,τι μάθανε, και ξαναγυρίζουνε στο μηδέν απ” όπου ήρθανε. Ολοκληρώνοντας αυτή την ενότητα, θα σου παραθέσω ξεχωριστά τη δική μου άρθροψη περί ωδείων κι ιδιαιτέρων, και του πως θα “πρεπε εκείνα να δουλεύουνε μπας και κάποια μέρα απολαύσουμε περισσότερη μουσική και λιγότερους μουσικούς. Ας προχωρήσουμε όμως τώρα. Ούτως ή άλλως, η μουσική και η ευρύτερη παιδεία του καθενός αποτελούσε κάποτε ευθύνη της οικογένειάς του, έπειτα και παράλληλα ευθύνη του σχολείου του, και από “να σημείο κι ύστερα αυστηρά δική του. Υπάρχει όμως η δυνατότητα επιλογής; ή, μάλλον: υπάρχει θέληση;
ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
      Υπάρχει μία γενικότερη μεθόδευση από εκείνα τα (πχ) πέντε παγκόσμια κεφάλια που θέλουν (και με ποιό δικαίωμα;) να ορίζουν τις τύχες μας και την υποταγή μας, χρησιμοποιώντας το κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο· έν” απ’ αυτά (και ίσως το κυρίαρχο) είν” η νοητική μας ακαμψία ως πλήθη και έθνη και λαοί· συμφέρει και τις δύο πλευρές: οι ολίγοι κυριαρχούν και κοιμούνται με ασφάλεια από ανατροπές, και οι κολλίγοι κυριαρχούνται αλλά κοιμούνται με «ασφάλεια» τον ύπνο του δικαίου(;) εντός μίας «γαλήνιας» διανοητικής και συναισθηματικής στέρησης και ατμόσφαιρας την οποία ούτε καν γνωρίζουν ή παραδέχονται. Ετούτη η «σύμβαση» έχει προφανώς περάσει καί στην τέχνη· και βέβαια στη μουσική: στρατευμένη τέχνη. Η σημερινή εποχή δεν έχει τίποτε άλλο να προσφέρει στις αχόρταγες αισθήσεις των ηλιθίων, που η ίδια δημιουργεί, παρά τη χυδαιότητα, τη βία και την ευκολία. Και βέβαια, για την διάδοση ετούτων των «αξιών» έχει επιστρατεύσει το σύστημα όλες του τις δυνάμεις στα πρόσωπα μουσικών, παραγωγών, καλλιτεχνών, συγκροτημάτων, γραφιστών, στυλιστών, κομμωτών, ενδυματολόγων, εκδοτικών οίκων, μουσικοδημοσιογράφων, κριτικών, ιδρυμάτων, και γενικώς στην περσόνα και φορέα οποιουδήποτε θα μπορούσε να σπρώξει ή να οδηγήσει τα πρόβατα στο παχνί και μετά στο σφαγείο. Ανοίγεις το βιβλιαράκι του CD και αντικρίζεις την τάδε αρτίστα σε όλες τις πιθανές σεξουαλικές υποδηλώσεις (λες να φταίει το βρώμικο μυαλό μου ή κάποιος με θέλει να σκέφτομαι μονάχα με το τσουτσούνι μου;), αρτίστα ντυμένη βέβαια (ντυμένη;) εφόσον υπάρχει (μα για πόσο ακόμα;) μία «τάδε» λογοκρισία. Μετά ακούς τη μουσική κι αντιλαμβάνεσαι πως ετούτη τη μαλακομελωδία θα μπορούσες να την την είχες «εμπνευστεί» ακόμα και την ώρα που έχεζες πίτουρα και δίχως καν να ξέρεις μουσική. Προσέχεις το στίχο και ξέρεις ότι θ” ακούσεις το ρεφραίν τουλάχιστον ογδόντα φορές μέσα σε τρία μόλις λεπτά (radio friendly διάρκεια κομματιού) και θά ‘χεις μάθει όλους τους στίχους απ’ όξω με τη δεύτερη (το πολύ) ακρόαση. Επίσης ξέρεις ότι το CD έχει άλλα δεκαπέντε (τί σού “ν” η έμπνευση ρε παιδάκι μου…) παρόμοια κομμάτια για να χαρείς, φίλε μου, ακόμα παραπάνω που έκανες «την αγορά της ζωής σου» ψωνίζοντας την παράνομη κόπια απ” τον πλανόδιο με μόλις ένα πεντάευρω εκεί που η αυθεντική κάνει είκοσι. Και σκέφτεσαι για μια στιγμή «ρε μιπος ημε ιλιθιως;καπιως βλακας χθεσ πρωσπαθουσαι να με πισοι γηα τοιν αξηα τοισ μουσηκεις σαν φωραια ποσ το ηπε  πεδηας κε ψιχηκεις ποσ το ηπε ανατασεις;μου παιτακσαι ωτη οι μουσηκει που ακουο ηνε τα ηδηα κε τα ηδηα, χοιληωηπωμαινεσ φρασης κε χοιληοπεγμαιναισ μαιλοδηαισ με σαχλο αιροτοικω στηχω κε αηκηου παιπωνηου.ρε μοιποσ αιχη δοικηω;ρε σοι αφτω τοισ ταδαι θοιμηζη αφτω τοισ αλοινεισ που θοιμηζη αφτω τοισ αιτση που θοιμηζη τω αλω τοισ παραλοις που θοιμηζη…κε τω κουρραιμα ρε κε οι πωζζα στω αικσοφφοιλω ρε ωλα ηδοια;μπα οιδαια μου ηνε…ας κσαννακυμηθθο τωτται…». Κοιτάζεις, Λίτσα, τον καθρέπτη σου και ξέρεις πως είσαι η μία και μοναδική… Καμιά δεν έχει το μαλλί σου, το στυλ σου, το φόρεμά σου, το περπάτημα σου, την εξυπνάδα σου, το φρασεολόγιο σου, και… φυσικά, τις γνώσεις σου! Θυμίζεις βέβαια την τάδε γνωστή τραγουδίστρια αλλά εντάξει: όλοι έχουμε τα είδωλά μας στο κάτω-κάτω… Αλλά «ρε συ κ η κολητη μου θυμυζει τη γνωστη τραγουδηστρια κ μια αλλη αγνωστη που ιδα χθες στο ταδε περιοδικο κ αυτη που παιρναει απ εξω.ρε συ;τι συμβαινοι;LOL!!ολαις ημαστε μοναδικαις κι ολες στην ιδια μιάζουμε;μιπως μιαζουμε και μεταξι μας;;που πηγε η μοναδηκοτητα μου;;;είμαι μοναδηκη!!!μ ακους;;;είμαι μοναδηκη κ δε μνιαζω σε καμια!!!εκτος βεβεα απο τη γνωστη τραγουδηστρια…». Θα κατάλαβες βεβαια πως οι δυο αυτές φανταστικές σκηνές είναι κοινός τόπος και τρόπος σκέψης για το μέσο ακροατή, και σίγουρα για τον «τυπά» και την «τέτοια». Και μακάρι αυτές οι σκέψεις να τους περνάγανε καν από το (όποιο….) μυαλό. Αλλά κι οι λίγες πιθανές εκλάμψεις ανησυχίας τους σύντομα θ” αποκοιμηθούν μεταξύ φθοράς, αφθαρσίας, κομμωτηρίου και κερκίδας.
ΣΚΛΗΡΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
   Ένα άλλο τεράστιο και σίγουρα παρεξηγημένο κεφάλαιο της μουσικής ιστορίας είν” η σκληρή μουσική: το Rock, το Punk, το Heavy Metal και οποιοδήποτε άκουσμα κρίνεται ως σκληρό για το μέσο ακροατή. Έχεις ποτέ αναρωτηθεί γιατί ονομάστηκαν σκληρές ετούτες οι μουσικές; Κοινός τους άξονας και στοιχείο αναγνωρίσιμο και διαφοροποιητικό είναι σίγουτα η παρουσία της ηλεκτρικής κιθάρας και δη της παραμόρφωσης της· πρόκειται για εκείνα τα μαγικά Gain, Distortion και Overdrive που θα δείτε επάνω σ” αυτό το μαγικό κουτί που λέγεται Ενισχυτής Ηλεκτρικής Κιθάρας, και που (συναπο)δίδουν ετούτο το μοναδικό ηχητικό αποτέλεσμα σε μια Fender, σε μια Les Paul, σε μία Ironbird. Είναι εκείνος ο λερωμένος σαν ζητιάνος, βραχνός σαν ετοιμοθάνατος φυματικός, ξυραφιαστός κι επικίνδυνος σαν σκουριασμένη λάμα, μα και αμέτρητες φορές βελούδινος σαν σατέν, ήχος που έχει μεγαλώσει ήδη τρεις γενιές ανθρώπων που προτιμήσανε να ματώνουν τ’ αυτιά τους μ’ ετούτες τις καταραμένες βόμβες συχνοτήτων παρά ν” αφήσουν τους αυλοκόλακες να τους τα χαϊδεύουν. Κι όμως, αυτή η μουσική ποτέ δεν έγινε ευρέως αποδεκτή απ” τις μάζες, με εξαίρεση ίσως την δεκαετία του ‘80, και όπου το μακρύ μαλλί οδήγησε πολλούς μπαρμπέρηδες σε πρώιμη συνταξιοδότηση, πολλές μανάδες να κλαίνε τα σκισμένα τζιν που βρίσκανε στο μπουγαδοκόφινο, και τους ηθικούς(…) να αποδώσουν το νέο «καρκίνωμα του ήθους» στα πρόσωπα άπλυτων δεκαοχτάρηδων με -αν είναι δυνατόν!- καρφιά, σκουλαρίκια κι αλυσίδες, και με όλους τους καθωσπρέπειδες να πραγματοποιούν έκτακτες συμμαχίες για να καυτηριάσουν από τον καναπέ τους «τον ξεπεσμό της κοινωνίας» και «τον ερχομό του αντίχριστου».   Τί συνέβη; γιατί τόσος κόσμος εναντίον της σκληρής μουσικής; τί τους έκανε; ήταν ο στίχος που δε μίλαγε για καψούρα αλλά γι’ αγάπη; ήταν που δεν μιλούσε μονάχα γι’ αγάπη αλλά και για έτερα επικίνδυνα θέματα όπως η κατάργηση των διακρίσεων ή η σαπίλα της Δικαιοσύνης και του Κράτους; ήταν που έσπαγε κάθε σιωπηρή στιχουργική συνωμοσία μιλώντας ανοιχτά για παγκόσμια προβλήματα και αλήθειες; Ήτανε όλ’ αυτά μαζί; εν μέρει ναι· όλα αυτά βοήθησαν στο κακό σταμπάρισμα της σκληρής μουσικής. Το πρόβλημα όμως ξεκινούσε απ” αλλού: ήταν εκείνος ο καταραμένος παραμορφωμένος ήχος της κιθάρας, οι ταχύτητες, οι εντάσεις και τα φωνητικά· το πρόβλημα ήταν και και πάλι βιολογικό, και συγκεκριμένα εγκεφαλικό-ακουστικό. Άμα το ανθρώπινο είδος έχει ηλικία κάποια εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, η φυλετική μνήμη του εγκέφαλου του είχε ως τώρα αποθηκεύσει μονάχα φυσικούς και (πρόσφατα) μηχανικούς ήχους, όποιοι και να “ταν αυτοί: το σπάσιμο του κλαδιού, το χτύπημα του ταμπούρλου, το κελάρυσμα του νερού, τον ήχο της σύριγγας του Πανός, το ούτι της Συρίας και πάει κλαίγοντας ως και την αμαξοστοιχία. Και όλοι οι καθαυτό μουσικοί ήχοι ήτανε φυσικοί, με κανένα ηλεκτρικά παραμορφωμένο σήμα και αρμονικό και φασικό χαρακτήρα. Οτιδήποτε ακουγότανε ήταν αυτό και τίποτ’ άλλο. Αυτούς τους ήχους κουβάλαγε πάντα στα κύτταρά του ο άνθρωπος, και είχε μάθει μόνον για τα μουσικά όργανα μόνο τους φυσικούς τους ήχους. Όλα λοιπόν ήτανε δεδομένα και καλώς καμωμένα για τον ανθρώπινο εγκέφαλο, μέχρι που (ακολουθεί ωραιοποιημένος μύθος) κάποιος έγχρωμος εικοσάρης, κάποιος Hendrix, για να δώσει λιγάκι παραπάνω ένταση στην ηλεκτρική του κιθάρα, την κάρφωσε σε δυο κασετόφωνα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Το πρόβλημα είναι πως μέσ” από τα τρανζίστορ των μηχανών, το σήμα της κιθάρας παραμορφώθηκε, και εκείνο που ακούστηκε ήτανε μία «γκρινιάρα» κιθάρα που δεν ξεκαθάριζες και πολλά μεσ’ απ’ τα λόγια της· αλλά που είχε υγιή τσαμπουκά και κάτι το γλυκά δαιμονικό· σα να σ’ ενοχλούσε για κάποιο λόγο ο οποίος θα σου άλλαζε για πάντα τη ζωή· βραχνή σα νέγρος σε κατάσταση trance να ουρλιάζει και να ψιθυρίζει gospel λοιδορώντας τους δαίμονές του. Μα πάν’ απ’ όλα αυτή η κιθάρα ήτανε παραμορφωμένη: ένας ήχος «λάθος της φύσης» που γεννήθηκε όταν χτύπησε ο κεραυνός του ηλεκτρισμού μία παρέα από συχνότητες που τά “πινε σ’ ένα κακόφημο μπαράκι που το λέγανε «ΤΡΑΝΖΙΣΤΟΡ».   Αυτός όμως ο «εκτρωματικός» ήχος δεν υπήρχε ακόμα στην τεράστια βάση δεδομένων του ανθρώπινου γένους· ήταν μια νέα γη, μια νέα πληροφορία που έπρεπε να ερμηνευτεί και αφομοιωθεί· τρέχα γύρευε δλαδή… Όπως όμως συμβαίνει και στην κάθε μεγάλη αλλαγή της Ιστορίας, έτσι και ο χρόνος που χρειάστηκε για ν” αποθηκεύσει το παγκόσμιο sampler ετούτον τον ήχο δοκίμασε τις αντοχές αυτού στο πέρασμα ετούτων των περίπου τεσσάρων δεκαετιών που ζει (και διώκεται) η σκληρή μουσική, για να περάσει από εποχές τεράστιας κοινωνικής και εξουσιαστικής κατακραυγής και καψίματος μαγισσών σταμπαρισμένη ως «επικίνδυνη» και «ανατρεπτική», σε ημέρες δόξας ως το πιο high-trend της δεκαετίας του ‘80 ξεπερνώντας σε δημοτικότητα ακόμα και μουσικές που ετυμολογικά χαρακτηρίζονταν από την λέξη «λαϊκός» όπως πχ η Pop (Popular· βλέπε και «πόπολο»). Δεν ήταν όμως μόνον αυτός ο ήχος που δεν μπορούσε να συνηθίσει το ανθρώπινο αυτί: ήταν κι η γενικότερη δυναμική που κατάφερνε να παράξει μια μπάντα -μια «συμμορία»- με τύμπανα, μπάσο, κιθάρες, πλήκτρα (προαιρετικά) και φωνή. Στις δε πιο ακραίες εκφάνσεις αυτής της σκληρής μουσικής όπως στο Grind Metal πχ, παρατηρούνται απίστευτες, ασύλληπτες ταχύτητες από τους ντράμερ, ταχύτητες (και τους υπολοίπους) που ποτέ έως τώρα δεν είχε συνηθίσει ν” απολαμβάνει και καταναλώνει το ανθρώπινο είδος, και που τού σκαλώσαν  το PC του εγκεφάλου του, αναγκάζοντας τον να δώσει παραπάνω RAM και CPU για να αφομοιώσει· κι ακόμα προσπαθεί. Έως και πριν την εμφάνιση της καθαυτής σκληρής μουσικής, οι μουσικές ταχύτητες που γνώριζε ο άνθρωπος φτάνανε το πολύ σ’ εκείνες της Fusion ή στα καπρίτσια του Παγκανίνι, του Λιστ και λοιπών βιρτουόζων. Όταν όμως ακούς έναν Gene Hoglan να σπέρνει είκοσι χτυπήματα το δευτερόλεπτο στο ταμπούρο του, και την ίδια στιγμή να σερφάρει όλα τα πιατίνια σε χρόνο dt, ενώ οι μεμβράνες της μπότας εκλιπαρούν να σταματήσει την κλωτσοπατινάδα, καταλαβαίνεις ότι αυτό εδώ είναι κάτι που δεν έχει ξαναπαιχτεί· κάτι που δύσκολα θα συνηθίσει ο κόσμος των αργών και απαλών (μουσικών) ταχυτήτων· και που θα περάσουν χρόνια ως και να το δεχτεί (και αν το δεχτεί). Οφείλεται επίσης να σημειωθεί ότι τέτοιες ταχύτητες απαντούνε, πάραυτα, παντού στον βιομηχανικό κόσμο: από τα μοτόρια των οχημάτων κι  εργοστασίων ως και τα ποδοβολητά του όχλου. Και ίσως αυτός να είναι ακόμα ένας λόγος που ο μέσος ακροατής αρνείται τέτοια ακούσματα να τα βρίσκει στην τέχνη του, εφόσον αδυνατεί να τ” αρνηθεί στη ρουτίνα του. Έπειτα είναι και οι φωνές: εκείνα τα ουρλιαχτά που ποτέ του ο μέσος ακροατής δεν μπόρεσε να καταλάβει το λόγο ύπαρξής τους, ξεχνώντας πως είναι κι εκείνα ένα εκφραστικό μέσο το οποίο αποδίδει αισθήματα και συναισθήματα, καθώς και στην κάθε ωδική τεχνοτροπία. Ξεχνούν πως τα συναισθήματα αυτά όπως της οργής ή της φρίκης που εκφράζονται μέσα από ένα brutal ή cut throat ουρλιαχτό βρίσκονται καθημερινά μπροστά μας και μέσα μας, και ότι ετούτη η μουσική, η σκληρή, αντικατοπτρίζει -όπως και κάθε είδος μουσική οφείλει- τα συναισθήματα όλων εκείνων που τα χρησιμοποιούν κι όλων εκείνων στους οποίους τα απευθύνουν φωνοποιώντας έτσι ένα κομμάτι της αναντίρρητης καθημερινότητας τους: τη φρίκη, τη βία, τον κανιβαλισμό, εκείνα τα οποία οι αφυπνισμένοι δυστυχώς διακρίνουν παντού. Μα είναι και οι στίχοι! : κάποιοι εξέπεμπαν τέτοια κύματα αγάπης για τον άνθρωπο, και τέτοια μηνύματα απέχθειας για το σύστημα, τον πόλεμο, τη μισαλλοδοξία κτλ, που οι δημιουργοί τους ή ερμηνευτές τους το πληρώσαν ακόμα και με τη ζωή τους, με γνωστότερα τα παραδείγματα, βέβαια, του Lenon και της Joplin. Κάποιοι εξ αυτών με αλληγορικό ή μη τρόπο καταφερόταν εναντίον της οργανωμένης θρησκείας, χρησιμοποιώντας λέξεις όπως Σατανάς, Αντίχριστος, και με σκοπό να δηλώσουν την αντίθεσή τους στα δεινά όσων κατ’ επίφασιν γίνονται «στο όνομα του Θεού». Χαρακτηρίστηκαν αμέσως «σατανιστές», λογοκρίθηκαν, και κάποιοι εξ αυτών, βεβαίως-βεβαίως πούλησαν καλά και χρησιμοποίησαν το σατανιλίκι τους ως το δισκογραφικό τους εισιτήριό για βίλες και ιδιωτικά τζετ. Μα είν” επίσης και τα εξώφυλλα, όπως και το γενικότερο artwork και layout της rock και metal μπάντας: καταρχήν βάζουνε μέσα στο booklet τους στίχους· αντί να γλιτώσουν μελάνια και κόστος εκτύπωσης, γράφουνε μέσα τα «μανιφέστα» τους, πυροδοτώντας με σκέψη τον ακροατή «που-είναι-και-θα-πρέπει-να-παραμείνει-ηλίθιος». Μετά, είναι και οι πεντάλφες, οι ανάποδοι σταυροί, τα ξεκοιλιασμένα πτώματα που σοκάρουν· δεν σοκάρουνε όμως τα τσοντοπεριοδικά τα κρεμασμένα στα περίπτερα, ούτε οι ειδήσεις με τους καρβουνιασμένους φαντάρους στο Ιράκ, ούτε η υλική ή πνευματική μπόχα που κυριαρχεί σ” ολόκληρο τον πλανήτη. Είμαι περήφανος που έχω στη δισκοθήκη μου άλμπουμ σαν το Control & Resistance των Watchtower, το Focus των Cynic και τη δισκογραφία των Atheist, το Speed metal opera των Cacophony και το A tale never told των Lost Innocence. Δίσκοι που μου ξυπνάνε το μυαλό σαν πάει να κοιμηθεί, και που παράλληλα με κάνουν κάθε τόσο ν” απορώ με την έμπνευση και την ιδιοφυΐα συνθετών και στιχουργών· δίσκοι με ψιλά γράμματα· που θέλει να τους ακούς αλλεπάληλλα προσπαθώντας να λύσεις το μυστήριο που κοινωνούν, και που, αν τελικά τα καταφέρεις, βλέπεις πως δεν έχεις μάθει ακόμα τίποτα για τη μουσική και τον εαυτό σου, και ότι αυτό είναι το ταξίδι με το σπουδαιότερο κρασί της γνώσης. Δίσκοι που δοκιμάζουν την ψυχή, που της δίνουνε λυρισμό σε σημείο κάποιες φορές να νοιώθεις παιδί που το κρατάει η μάνα του στα πρώτα του βήματα. Δίσκοι που οι πιο «γλυκές μπαλάντες» τους είναι οχτάλεπτα κομμάτια με άγριες ταχύτητες και διαθέσεις, ρυθμικές τρικλοποδιές και νοσηρές αρμονίες· που σε σημεία όμως σε γαληνεύουν με τέτοιο τρόπο που αποφορτίζεσαι πλατσουρίζοντας σε ομιχλώδη ή καλειδοσκοπικά ηχοσύννεφα· δίσκοι που ανατριχιάζουν με δυσαρμονικά και δυσρυθμικά solo, με breaks από ντράμερ-χταπόδια που πετάνε βροχή τις μπαγκέτες πάνω απ” το στερεοφωνικό σου· μπασίστες που η κάθε τους νότα κλωτσιά στα πνευμόνια σου μπας και ανοίξουν κι αναπνεύσεις λιγάκι απ” τον παλμό τους· τραγουδιστές που ξερνάν τα λαρύγγια τους σε δυσθεώρητα τονικά ύψη και βάθη φτύνοντας αλήθειες, αλήθειες πανανθρώπινες που πονάν, σαν την κάθε αλήθεια. Δίσκοι που πάνω απ’ όλα σού δίνουν, μού δίνουν ζωή· που με ξυπνάνε τραβώντας τα και σκίζοντας μου αυτία και συνείδηση όποτε νομίζω πως όλα είν΄εντάξει· τίποτα δεν είναι εντάξει· και αυτό δε μ’ αφήνουν να το ξεχάσω.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
   Ξαναέβαλα το «Textures»· είναι ξημερώματα πια. Ο «τυπάς» πάει ανήσυχος στη δουλειά του μετά από κακό όνειρο που είδε ότι τον δέρνει, λέει, ένας πλανόδιος με το CD κάποιου βλάκα που τονε λέγανε Frank Zappa. Η «τέτοια» σε λίγο θα ξυπνήσει κι αυτή σκεπτόμενη το δικό της εφιάλτη· ήτανε λέει σ” δωμάτιο με σπασμένους καθρέπτες, και που τα είδωλά τής χαμογελούσαν ειρωνικά σφυρίζοντάς της «Είσαι μοναδική… είσαι μοναδική…» αργά και βασανιστικα. «Textures: Το fade in του τραγουδιού οδηγεί σε μια περίεργη μα όμορφη μελωδία που φέρει σε Ινδιάνικο σκοπό, παιγμένη απο τα χρυσά δάκτυλα του Masvidal σε synth guitar που θυμίζει ναπολιτάνικο μαντολίνο. Τα drums και το μπάσο εισβάλλουν μ” εμβόλιμες παύσεις για να κοπούν απότομα και να ξαναμπούνε μετά όλοι μαζί σε έναν οργιαστικό free jazz κυκεώνα, που θα δώσει με τη σειρά το χώρο σε έναν επιθετικό progressive riff, για να σταματήσει κι εκείνο (αφού αναπτυχθεί) απότομα· δεν αφήνει ανάσα όμως: ο Sean Malone, ένας εκ των κορυφαίων εν ζωή μπασιστών, ένας master της κλάσης Jaco (τί «Ποιός Jaco;» ρε μαλάκα;), εκρήγνυται με ολοστρόγγυλες νότες μονολογώντας στα chapman sticks. Το τραγούδι κυλάει. Σε κάποιο σημείο αχνεμφανίζεται το prog riff και ομιχλωδώς αναμιγνύεται με το προηγούμενο jazz σύννεφο, και πλέον όλα μαζί απλώνονται σε διακριτή μίξη. Έπειτα αρχίζει επίθεση από καταιγιστικές εναλλαγές ρυθμών και παύσεων, με 5-6 κανάλια της κιθάρας να στροβιλίζονται μ” εκείνο του μπάσου. Κάπου όμως ακούγεται το μαντολινάκι της έναρξης· ο προηγούμενος metal όλεθρος εξακολουθεί, αρχίζει όμως σιγά-σιγά και σβήνει, δίνοντας χώρο στην αρχική μελωδία. Τώρα εκείνη μονοπωλεί τα ηχεία· μα αρχίζει κι αυτή σιγά-σιγά να σβήνει. Με αποχαιρετά περνώντας μου ένα μήνυμα που μόνον σαν Ελπίδα μπορώ να ερμηνεύσω· όχι όμως με τη σκέψη αυτή τη φορά, με τη φαιά μου ουσία, με τα κύτταρα και τους νευρώνες μου, μα με κάτι άλλο το οποίο ανήκει στο όλον μου· μία αύρα που εύχομαι πάντα να με τυλίγει, να μη μ’ αφήσει ποτέ, και που σε χρόνο ανύποπτο πάντα με πλησιάζει με αγαθό χαμόγελο να μου ψιθυρίσει λέξη γραμμένη σε γραμματοσειρά καθαρά δική μου· λέξη που γράφω στον κάθε πνευματικό τοίχο που συναντώ, και βέβαια στον μαυροπίνακα της μουσικής τέχνης.   Κλείνω με μία φράση που από μικρός ακούω από τη μητέρα μου· απλά και σοφά:
«Κάποτε ο Θεός λυπήθηκε τον άνθρωπο· και τότε έστειλε τη Μουσική».

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>