Περί αναγνώσεως ανάγνωσμα (περί διηγήσεως διήγησις)

Όταν πρωτοανοίγω βιβλίο σε βιβλιοπωλείο, σε βιβλιοθήκη ή ιστοσελίδα, το μόνο που (αναγκαστικά) αντικρίζω ως και να προχωρήσω στο διάβασμα, είναι το ξώφυλλο. Εφόσον μπορώ, ούτε του συγγραφέα τ” ονοματεπώνυμο κοιτάζω, ούτε και τον εκδοτικό οίκο, ούτε και τίποτα. Το ίδιο το ξώφυλλο έχει εξάλλου καμπόσα να πει για το ίδιο το περιεχόμενο· ή καλύτερα: για τα κουμάντα συγγραφέως και εκδότου: αν είν” η έκδοση κυριλέ, με μεταξοτυπίες, ανάγλυφα και τέθοια, με βάζει σε φιλύποπτες ρουτίνες (κι αν έχει και σταμπάκι «Best Seller», εκεί να δεις)· αν η αισθητική του εξωφύλλου σχετίζεται με τον τίτλο (και ποία η σχέση), τί γραμματοσειρές χρησιμοποιούνται και γιατί, τί χρώματα χρησιμοποιούνται και γιατί, και ένα σωρό ακόμα σημειολογίες που θεν-δε-θεν αντιστοιχούν στα νταραβέρια συγγραφέως με οίκο, ίσως δε να μαρτυρούν ολίγα πραματάκια και για το ίδιο το περιεχόμενο. Όλη αυτή η πληροφορία (μού) είναι αρκετή για να προκαταβαλθώ (και ουδείς αμερόληπτος, έτσι;) πριν να προχωρήσω κατευθείαν στο ζουμί: τη γραφή. Για να μην προκαταβαλθώ κι άλλο, προσπερνώ τ” οπισθόφυλλο, τα credits (εκεί που λέει τα copyrights, τα ISBN κτλ), τις αφιερώσεις στο θείο, στη μάνα, τα παιδιά και το γείτονα, το σωφέρ και την πηδιόλα του συγγραφέως κτλ), προσπερνώ τους προλόγους -ακόμη κι αν είναι του ίδιου του συγγραφέως ή και αν είναι κρίσιμοι για μια πιο ολοκληρωμένη πρόσληψη του βιβλίου- και, φυσικά, προσπερνώ το οποιοδήποτε διαφημιστικό ή ακαδημαϊκό ή φιλικό μπλάμπλαμπλά του εκδότη, του τάδε άλλου συγγραφέως, του ερευνητή, του συντέκνου του συγγραφέως, της θειας σου κτλ: ας τα βάζαν όλ” αυτά στο τέλος να τα διαβάσω αφότου έχω διαβάσει εκείνο για το οποίο κρατώ αυτό το βιβλίο στα χέρια μου: το περιεχόμενο· θα με αποπροσανατολίσουν· θα μου αποκαλύψουν μέρος του περιεχομένου· θα μου το εκθειάσουν (και αυτή “ν” η δουλειά τους),, γενικώς: άμα μου τα βάλουνε τα μπλάμπλαμπλα στην αρχή, δεν πρόκειται (κι ας έχουν) να μου πούνε τίποτα για καθαυτό το βιβλίο παρά μοναχά για το συγγραφέα· στ” αρχίδια μου ο συγγραφέας: ας τα βάλουν όλ” αυτά μαζί στο τέλος, και τότε θα ολοκληρώσω μόνος μου το πάζουλ (γράφεται και «παζλ»).
Όπως λοιπόν κρατάω το βιβλίο στα χέρια μου, που λέγαμε, και αφού “χω αβλεπί προσπεράσει την αναγκαία σαβούρα, αναζητώ τη σελίδα εκείνη που θα λέει «Εισαγωγή», ή «Κεφάλαιο 1″, ή «Μια πρωταπριλιά τ” Απρίλη», ή ό,τι στο λούτσο μπορεί να λέει για να καταλάβω πως αρχίζει το ματς.
Από ετούτη τη στιγμή και μετά αναμετρόμαστε στα ίσα με το συγγραφέα: ακούω τη φωνή του, την καρδιά του, το μυαλό του. Ασχέτως του αντικειμένου που διαπραγματεύεται (με) το πόνημά του, σημασία έχει πως εκείνη τη στιγμή τον κρίνω: ναι, εγώ ο τιποτένιος αναγνώστης στον οποίο αυτός απευθύνεται από τη στιγμή που έγραψε κάτι και το εμπιστεύτηκε στον εκδότη για τους όποιους δικούς του(ς) λόγους. Απ” τη στιγμή που θέλησε ν” αγορεύσει στη δημοσιά, είναι υπόλογος πλέον αυτής και εμού του ιδίου να τον χυλοπιτώσω ή προσκυνήσω: ετούτος ο τύπος απευθύνεται στο πνεύμα και στην τσέπη μου (εντός του βιβλιοπωλείου τουλάχιστον). Και μακάρι να απευθύνεται μέσω της τσέπης μου στο πνεύμα μου και όχι το αντίθετο.. Ευτυχώς οι περσότεροι συγγραφείς γενικώς στοχεύουν πιότερο στον εντυπωσιασμό μου και στην μούρη τους παρά στον παρά. Δε λείπουνε βέβαια και οι μπεσελερίστες ή/και βιοπορισταί συγγραφέες που και αυτοί κάπως πρέπει να ζήσουνε αφού τους δόθηκε το κάποιο ταλέντο· δεκτό και απόλυτα λογικό. Σε κάθε περίπτωση όμως όταν κρατάω ένα βιβλίο, έχω στα χέρια μου ένα προϊόν πνεύματος, το οποίο οφείλω να αντιμετωπίσω ως πνεύμα και όχι ως προϊόν,, άρα και θα προχωρήσω κατευθείαν σ” αυτή καθαυτή τη γραφή του συγγραφέου, ερευνώντας την υφολογικά, γλωσσολογικά κλπ κλπ, για να δω Καταρχήν αν με τέρπει (ό,τι και να σημαίνει αυτό στον καθένα) και δεύτερον εάν την τέρψη δεν τη φαλτσάρει ο τρόπος που γράφει. Δλαδή:

- Άπαξ και ιδώ συγγραφέα (σημερινό ή τελευταίου αιώνος) να μου αρχίζει τα καθαρευουσιάνικα ή τα ξύλινα λόγια της κομματογραφίας, ή άμα μιλάει σαν γλάστρα πρωινάδικου, ή αν είν” επιτηδευμένα μαλλιαρός (Θεοτόκης ακούει;), τότε το βιβλίο του τρώει αυτογκόλ απ” τη σέντρα διότι: και μόνο η χρήση τέτοιων παρωχημένων ή μαλακισμένων εκφραστικών μέσων δείχνει ότι ο συγγραφεύς είτε βαστάει τη μύτη του άμα σου απευθύνεται (κρατάει αδικαιολόγητη απόσταση), είτε βαστά τη δική σου (οπότε δεν τηρεί αποστάσεις ασφαλείας)· κατευθείαν-κατευθείαν καί ο ένας καί ο άλλος μού πουλάν μούρη γλωσσομάθειας ή γλωσσαμάθειας·· τον πούλο, μεσιέ.

- Άπαξ και ιδώ βιβλίο να ξεκινά με ακατάσχετη μετεωρολογική ακτινογραφία για το μέρος που λαμβάνει μέρος αυτό το μέρος της ιστορίας, το βιβλίο παίρνει πούλο και μάλιστα τρισδιάστατο. Παράδειγμα: «Η θάλασσα κυμάτιζε ήρεμα. Τα ψαροκάικα διαπερνιόντουσαν σύγκορμα από τον ήπιο κυματισμό του φλοίσβου, ο οποίος ταξίδευε σε αυτιά και ψυχές σαν μετάξι σε ζαφειρένιο σούρουπο. Η άμμος, ζεστή ακόμη από τον Αυγουστιάτικο ήλιο, θέρμαινε τα σώματα και την παιχνιδιάρικη διάθεση των τελευταίων παραθεριστών εκείνης της ημέρας.» Και χάνομαι γιατί ρεμβάζω σα λουλούδια μεσ” στο βάζο. Τέτοια σπατάλη λέξεων για να εντυπωσιάσεις (ή να εγκλιματίσεις) τον αναγνώστη έχει συμβεί περίπου δισεκατομμύρια φορές ανά τους τελευταίους περίπου δισεκατομμύρια αιώνες,, και μισώ τα τετριμμένα όσο κι αν γίνομαι ο ίδιος. Μπορείς ρε μαλάκα συγκραφέε με δυο λογάκια και δίχως φανφάρες να μου πεις που είσαι και τι γίνεται; ή έστω να μου τ” αποκαλύψεις αθόρυβα κατά τη διάρκεια της γραφής; Δεν μπορείς; Ε μη μας τα πρήζεις με ραβασάκια στη μητέρα φύση· τη γλιτώνουνε Τόλκιν, Καζαντζάκης, Παπαδιαμάντης και καμιά κατοστή ακόμ” από δαύτους· και πολλοί δεν είναι;

– Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για τις ακτινολογικές περιγραφές προσώπων που θα ξεπεράσουν μία μέτρια παράγραφο και που θα σου μετράν έως και πόσες τρολλότριχες στεφανώνουν τη μαλαπέρδα του σαραντάρη ήρωα: «Ο Γιάννης ήταν ψηλός· όχι ιδιαίτερα ψηλός, αλλά μ” εκείνο το ύψος που πάντοτε προκαλούσε ρίγη ανατριχίλας και κρυφό έρωτα στις γυναίκες. Στο δεξί μάγουλό του είχε μείνει ακόμα εκείνη η ουλή απ” τον καυγά με το Μάρκο, τον πορτιέρη στο Sala Reoul, τότε που οι δυο τους τα βάλανε για τα μάτια μιας Μιγάδας. Το στήθος του δασύτριχο· τα μπράτσα του στιβαρά. Φαινόταν από κείνους τους τύπους που θα το σκεφτόσουν να τον προκαλέσεις. Το βήμα του, βαρύ και ζυγισμένο, είχε κάτι από λιοντάρι«. Μόνο τον ωροσκόπο δε μας είπες μωρή. Τσου μωρή.

- Άπαξ και ιδώ γραφή να σιχαίνεται την απόστροφο και να είναι με το Νι και με το Λι και με το Σίγμα, μου γίνονται τ” άντερα πηνίο: «Ο Γιάννης κοιτούσε εκείνον τον τύπο που θα έπρεπε από ώρα να είχε φύγει. Θα έρθει σε εμένα, σκέφτηκε· γιατί με αποφεύγει;». Ο συγκραφέας εδώ αποστρέφεται την απόστροφο· ας πρόσεχε. Και ομοίως κοροϊδεύω την κατάχρηση στα κόμματα: «Τότε, του φώναξε, ο Γιάννης, για να του πει, ότι ήταν η ώρα, πια, να φύγουν, για τη δουλειά». Προτάσεις παϊδάκια/φράσεις μπεκρή-μεζέ.

- Άπαξ και ιδώ γραφή να πλατειάζει και να ελίσσεται μέσ” από λαβυρίνθους φράσεων, παρενθέσεων, αγκυλών, παυλών, κτλ, και που μέχρι να δεις τι θε να πει ο ποιητής έχεις γίνει Βικιπαίδεια και διπολικός, ρίχνω πούλο εικοσαδάχτυλο: «Ο Γιάννης (ένας ώριμος άνδρας, πλέον, που δεν είχε τίποτα να φοβηθεί – εξόν φυσικά από τις εσωτερικές του συγκρούσεις, απόρροια μίας αυταρχικής μητέρας και ενός αδιάφορου πατέρα που απλώς έφερνε χρήμα στο σπίτι και μετά εξαφανιζόταν για να θρέψει το άλλο μεγάλο του πάθος, το ουίσκι) απάντησε με αποφασιστικότητα στα λόγια -λόγια πρόστυχα και προκλητικά σαν εσώρουχα δεκαοχτάχρονης από το Κολοράντο- στη Σούζη, η οποία είχε ήδη αποστρέψει το βλέμμα της αφού του είχε πλέον δώσει τη χαριστική βολή που από καιρό περίμενε να δώσει, ίσως και απ” την πρώτη φορά που γνωριστήκανε στο γραφείο του πέμπτου ορόφου στην οδό Μάρνης δίπλα στην πιάτσα των ΚΤΕΛ που σε μετάφερνε στην πανέμορφη ενδοχώρα με τις ιτιές, τις καλαμίες και τα ανθισμένα μπουμπούκια από μαλαισιανά κυκλάμινα». Παράγραφοι National Geographic/προτάσεις κουνουπίδια. Τομ Ρόμπινς ακούει; Ν” ακούει.

- Άπαξ και ιδώ μαλλιά για τα μαλλιά, δηλαδή μαλλιαρή γραφή να θέλει να πείσει για τη λαϊκότητα του τζουκ-μποξ της, ρίχνω πούλο έξτρα-νικελ: «Ο Γιανς ήταν ένα στραβάδι και μισό. Μία ζωή στου χουριώ, άλλο πράμα δεν ήξερε παρά να σαλαγάει τα ζα, να κλαδιάζει, να πιοτίζει, να θερίζει, να κόφτει, να αρμέγει, και του βράδ” να μπεκρουπίνει στουν καφενέ του Λια με τις παρέες του. Στο κατφόρι του καλντεριμιού συναπαντάγανε γριες, νιες και παλκάρια, και από “κει γιουχαΐζανε τους μεθύστακες απού δεν ξεκολλάγανε απου το ρημάδι του πιουτό.». Διότι το μαλλί, φίλε μου συνγκραφέα, για να μακρύνει θέλει να τ” αφήσεις ελεύθερο και όχι να του παίρνεις την ψαλίδα ό,που και ό,ταν δεν ανακαλείς τη δόκιμη λέξη.

Μετά “π” όλ” αυτά (ακούγεται και «μετάπο λαφτά»), κοιτάω (ακούω) τον ήχο των φράσεων σαν μια μελωδία με χρονικές αξίες και παύσεις (και ειδικά στη στίξη), η οποία μελωδία οφείλει να εναρμονιστεί με τον συνολικό μουσικό αλγόριθμο της παραγράφου,, και οι παραγράφοι να συμφωνήσουν (ή ν” αντιφωνήσουν εύλογα) με τις ενότητες και τα κεφάλαια, και όλα αυτά να συναρμό(λογη)σουν τη μουσική ταυτότητα του βιβλίου, ασχέτως περιεχομένου κι αντικειμένου του. Η ανάγνωση είναι πρώτα και κύρια ήχος: ο ήχος της φωνής μας που εσωτερικά απαγγέλει αυτό που διαβάζει. Το κάθε διάβασμα μάς σε θέτει σε mode εσωτερικής απαγγελίας, και η κάθε απαγγελία έχει κάποια πάγια στοιχεία: προσωδία, ρυθμό, ύφος, φόρμα κτλ. Αμά “ναι μάστωρ ο συγγραφέας (ή μεταφραστής) προορίζεται να κεντήσει φούγκες και ριζίτικα στο μυαλό του αναγνώστη. Αν όχι, απλώς θα του ντιντινίσει λίγο το τσερβέλο ως και να σιχαθεί ή τελειώσει το βιβλίο και συνταξιοδοτήσει το στο πλησιέστερο ταμπούρι της βιβλιοθήκης του.

Αφού λοιπόν το “παιξα μάγκας και ψαγμένος και κριτής και τα τοιαύτα, παρατώ την ανάρτηση έως να την ξανασκαλίσω, έχοντάς σου δώσει τροφή για σκέψη ή εμετό· όπως θέλεις πάρ” το. Το κεντρικό μου μήνυμα πάντως ήταν -είναι-και-θα-είναι το εξής: Ντον τζατζ ε μπουκ μπα ιτς κάβερ: μην κρίνεις ένα βιβλίο από το ξώφυλλό του (όμως να μην το θεωρήσεις και άσχετο)· επίσης να μην το κρίνεις απ” τον εκδοτικό του οίκο, από τα credits, απ” τους προλόγους, τα σημειώματα, τις αφιερώσεις και τα τοιαύτα: από τίποτα να μην το κρίνεις το βιβλίο παρά μονάχα από καθαυτή τη γραφή του ως αυτή εφορμεί από την πρώτη-πρώτη σελίδα του πρώτου-πρώτου κεφαλαίου/εισαγωγής/δεν ξέρω γω τι άλλο.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>