Ο Φούφοτος

Ο Φούφοτος ήτο παιδί που μεγάλωσε σε ήρεμη οικογένεια. Ο πατήρ λογιστής και η μήτηρ ασχολείτο με τα εν οίκω. Οι σχέσεις μεταξύ των ήτο πάντοτε αρμονικές, δίχως υπερβολικούς συναισθηματισμούς, και τους οποίους ουδέποτε και μεταδώσαν στο Φούφοτο, ο οποίος θα ήτο ο μοναχογιός τους εάν ο Πάτροκλος και η Αγλαΐα δεν είχανε ξεπετάξει το Μπόμπο, τρία χρόνια μικρότερο και με καλλιτεχνική κλίση στην εξολόθρευση σάντουιτς.

   Ο Φούφοτος δεν είχε ποτέ του οικονομικό πρόβλημα· ούτε φυσικά και ο Μπόμπος, ο οποίος για να συνθέσει στον φούρνο του στομαχιού του αφηρημένα αγάλματα νεκρής φύσης και αηδιαστικών οξέων χρειαζότανε «στο νερό» ένα τριαντάευρω την ημέρα. Ο πατέρας τους πάντοτε χαρτζιλίκωνε το Φούφοτο με την απαραίτητη πενηνταρού, την οποία ποτέ δεν ήξερε τι να την κάνει άμα δεν τη δάνειζε στον αδερφό του για ν” αγοράσει «πηλό» από το κυλικείο· ως εκ τούτου αποταμίευε.
   Ο Πατροκλος διάβαζε όλη μέρα εφημερίδα, την οποία άπλωνε ακόμη και στο μεσημεριανό τραπέζι, προκαλώντας τα άναρθρα ουρλιαχτά του Μπόμπο που έχανε οπτική επαφή με την τεράστια «παλέτα» του. Επίσης την άπλωνε στο τεράστιο -και πανάρχαιο- συζυγικό κρεβάτι, προκαλώντας τα έναρθρα μουγκρητά και την επιστημονικής ακριβείας κρεβατομουρμούρα της Αγλαΐας του· ίσως γι” αυτό τελικά εκείνη να τον απάτησε έν” απόγευμα με το φίλο του τον Ιάσωνα, έναν πάρα πολύ ενδιαφέρον τύπο που μελετούσε μανιοκαταθλιπτικά την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και λοιπά μυθιστορήματα. Απάτησε δίνοντας στο αμόρε ένα φιλί στο ζαχαροπλαστείο που “χανε κλείσει το κρυφό ραντεβού τους, κι αμέσως έφυγε ντροπιασμένη μα κατά βάθος χαρούμενη για την αμαρτία που μόλις διέπραξε.
Ο Φούφοτος δεν ασχολείτο με όλ” αυτά· το μόνο του ενδιαφέρον ήτανε, πλέον που επιτέλους μεγάλωσε, να εκμεταλλευτεί όσο περισσότερο κόσμο γινότανε: θα γινόταν ένας Λεφτάς· θα συγκέντρωνε κάθε βράδυ τα λεφτά του πάνω στο τραπέζι, και σαν γνήσια μετενσάρκωση του Σκρουτζ Μακ Ντακ θα καλομέτραγε δεκάδες φορές· ίσως να έκανε και βουτιές στο θησαυροφυλάκιό του μυρίζοντας το μεθυστική και βρώμική ευωδιά τους. Ήγγικεν η ώρα του, αφού επιτέλους πέρασε στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών και θα διδάσκονταν όλα εκείνα τα κόλπα που αιώνες τώρα χρησιμοποιούσαν εκείνοι που εφηύραν τα μαθηματικά για αυτό ακριβώς το λόγο. Αφετέρου, με τα εκατομμύρια που “χε τραπεζώσει από δύο μηνών έως τώρα, συν το έντοκο (23% με κυμαινόμενο επιτόκιο) χρέος του Μπόμπο-ακόμα-τρώω-σάντουιτς-και-πλάθω-τη-Μόνα-Λίζα-σε-παχύρρευστη-μορφή, θα μπορούσε αποφοιτώντας το πανεπιστήμιο να ανοίξει την ολόδική του ληστρική εταιρία, με την κοινή ονομασία «τράπεζα»: την Euro-dollar Bank· επίσης τη leasing επιχείρηση Υou pay-you pray, καθώς και έναν κολοσσό παραγωγής αυτοκινήτων, την Fouf-auto.
Ο κύριος Πάτροκλος ήταν υπερήφανος για τον κανακάρη του, και την πρώτη (και τελευταία) φορά που αποφάσισε να κλείσει για λίγο τη φυλλάδα μπας και χαιρετήσει το γιο που “φευγε για το άνδρο της επιστημονικής απάτης, το Λονδίνο, τον παρακάλεσε, όταν με το καλό αποφοιτούσε, να αναλάβει τα βιβλία των μελλοντιών εταιριών του γιου του, για να λάβει τη συναισθηματικά φορτισμένη απάντηση «Βλέπουμε…». Τα χρόνια περάσαν. Ο Φούφοτος πήρε το πτυχίο, το οποίο του παρέδωσε προσωπικά ο πρύτανης, μαζί κι ένα βέτεξ να σφουγγίσει τα λάδια στην υπογραφή του κάθε καθηγητή, και έφυγε περιχαρής και με δάκρυα συγκίνησης στα μάτια του (ήταν η πρώτη φορά που του έτρέξαν, ίσα για μισό δευτερόλεπτο, και δίχως να γνωρίζει τί “ν” τούτο το αηδιαστικό υγρό). Και έφυγε αμέσως για εκεί που θα τελειοποιούταν στην Τέχνη της Απατης, κάνοντας την διδακτορική διατριβή του: στο Ισραήλ. Καθηγητές του θα ήταν έγκριτοι κλέφτες όπως ο Δαβίδ Ροκφέλερ (ένας απευθείας απόγονος του Ιούδα που αρκεί ένα νεύμα του για να προκληθεί τσουνάμι στην Ινδονησία ή οικονομικό κραχ στην Νέα Υόρκη), ένας πρώην πολιτικός και νυν μαρκετίστας με το όνομα Λεχ Βαλέσα, που πλέον κυκλοφορούσε με το ψευδώνυμο Ριρής και που “χε κάποτε βοηθήσει δυνάμεις Δυσμάς να εκμηδενίσουν δυνάμεις Ανατολάς), ένας πάπας της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας -που “χε χρόνια τώρα εγκαταλείψει το πόστο του σ” έναν δυσμορφικό ηλικιωμένο με Λου-Κέρινγκ, Πάρκινσον και Αλτζχάιμερ- ο οποίος ήλεγχε από τη βίλα του στη Γάζα τα μισά μπουρδέλα στην Ιταλία καθώς και μέρος του μαφιόζικου καρτέλ που μοιράζονταν από κοινού με τον πρωθυπουργό της χώρας. Αυτοί, και άλλοι ομότιμοι και ομοούσιοι καθηγητές, ανέλαβαν τη δι(κτ-δ)α(κ-τ))ορική εκπαίδευση του Φούφοτου.
Δίπλα τους σπούδασε τα εξής μαθήματα: Τέλειο Οικονομικό Έγκλημα, Υπέρογκα Χρέη και Τοκογλυφικός Εκβιασμός, Απειροστικός Υπολογισμός Επιτόκιου, On-line Με τον Πρωθυπουργό, Δημόσιες Σχέσεις με τις Αρχές, Πως Να Πείσεις Την Νοικοκυρά πως Χρειάζεται Laptop, Μασόνοι-Δε Μας Σώνει, και Πως Να Κατασχέσετε Ένα Σπίτι Στην Τελευταία Δόση.
Μαθήτευσε δίπλα τους για τρία ολόκληρα χρόνια ώσπου υπερήφανοι, κιι ακόμα πλουσιότεροι, τον έχρησαν Αρχιμάγιστρο καθώς και Αρχιφούφοτο, και τον ξαπέστειλαν με ευλογίες και συστατικές επιστολές πίσω στη χώρα του, τού Ανατέλλοντος Ηλι(θί)ου, την (Τρ)Ελλάδα. (Οι παρενθέσεις «θι» και «Τρ» οφείλονται σε δαίμων του πληκτρολογίου ο οποίος και καταζητείται για επείγοντα εξορκισμό).Επιστρέφοντας ο Φούφοτος, έμαθε πως ο αδερφός του είχε γίνει πλέον διάσημος σ” όλη τη χώρα για τις εκκεντρικές του απεικονίσεις έργων τέχνης, τις οποίες και εξέθετε δημοσίως με δύο τρόπους: α) μέσω μικροκάμερας που ζωντανά απαθανάτιζε τα «έργα» εν τη γενέσει τους μέσα στο ίδιο του το στομάχι, και που αργότερα εκτυπωμένα θα περιόδευαν τις κατά τόπους γκαλερί· β) μέσω της δημόσιας έκθεσης των αριστουργημάτων του, τα οποία ενώ θα “πρεπε να “ναι για πάντα κομποστοποιημένα κάτω απ” το σπίτι του, εκείνος θεωρούσε πως οι θεάρεστες γλυπτές μορφές θα αδικούντο εάν δεν εξετίθεντο προς κοινή θέα και όσφρηση στις ίδιες γκαλερί με τις εκτυπώσεις. Το κορυφαίο απ” όλα τα έργα του ήταν ο Χωνεμένος Οίκος: ένα κατάμαυρο κουράδι και εκπληκτική παχύρρευστη απεικόνιση του Λευκού Οίκου, για την οποία πολλοί εκκεντρικοί/ανώμαλοι/αγοραστές snuff movie/μέλη ΜΚΟ σφάχτηκαν για να κοσμήσει τα σαλόνια ή τις τουαλέτες τους. Η μητέρα τους το “χε σκάσει ξανά, με τον Ηρακλή -άλλον φίλο του Πάτροκλου- ο οποίος την πήρε στα ψηλά βουνά (βλ. Ψηλορείτης και Highlands) για τσαχπινιές με τους πιθήκους και ανάγνωση ποιημάτων κάτω απ” το φως του διαλυμένου φεγγαριού (ΟΚ, αυτό το έκλεψα από Τρύπες) με φτηνή σαμπάνια και φιστικιά Αιγίνης. Εκεί, επιτέλους, βίωσε την χαμένη της νιότη δοκιμάζοντας όλες τις παράνομες σεξουαλικές στάσεις που της είχε στερήσει η τέχνη του ο Γουτεμβέργιου, όπως φιλάκι στο δεξί μάγουλο, στα μαλλιά και στο κούτελο, καθώς και διστακτικά ανοιγοκλεισίματα του ματιού, χεράκι-χεράκι στους φοίνικες, και αφόδευση δίχως το άγχος να ακουστεί το «σπλατς». Άγχος το οποίο δεν παρουσίαζε ποτέ ο Μπόμπος, ο οποίος με ρώμη ζητωκραύγαζε κάθε που σφιγγόταν να φέρει στο φως το καινούργιο του κάλλος. Ο πατέρας τους είχε αποτραβηχτεί από τα κοινά δίχως να έχει πάρει μυρωδιά τη μακρόχρονη φυγή της γυναίκας του, μιας και όταν εκείνη έφευγε εκείνος δεν την είδε πίσω απ” την εφημερίδα του -αλλά και να την είχε δει, πάλι δεν θα καταλάβαινε. Ο Πάτροκλος είχε πλέον ιδρύσει τον δικό του εκδοτικό οίκο μέσω του οποίου τύπωνε όσα ήθελε ο ίδιος να διαβάζει, και τα οποία έπειτα ταχυδρομούσε πίσω στον εαυτό του για σχολιασμό, γκρίνια και σύνταξη επιστολών προς τον εκδότη τους γράφοντάς του πόσο γελοίος και ρηχός είναι, και απαιτώντας να δημοσιεύσει την συγνώμη του για τις βλακείες που εξέδιδε, όπως και διορθωτικές προτάσεις επ” αυτού. Είχε πλέον κατεβεί στα εφτά κιλά, αφού “χε ξεχάσει να φάει και να πιει πέντε χρόνια, γεγονός το οποίο, μετά την πρώτη-πρώτη έκπληξη, το εκμεταλλεύτηκε για να τυπώνει επάνω στα ρούχα του (με τον ίδιο μέσα) τα πρωτοσέλιδα της κυριακάτικης έκδοσής και έπειτα να καμαρώνει εμπρός στον καθρέπτη σκεπτόμενος σοβαρά ν” απαλλαγεί απ” τους τελάρα και τους καμβάδες  που συνήθως τύπωνε τη μήτρα.

[συνεχίζεται (έτσι λέω τώρα κι οχτώ χρόνια…)]

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>