Περί ωδείων κι ιδιαιτέρων

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η μουσική εκπαίδευση (και όχι η παιδεία, ως είθισται) στην Ελλάδα ήτανε, ως και την τελευταία δεκαετία, από ανύπαρκτη έως οικτρή· τί εννοάω: δε μιλάω καν για δημόσια εκπαίδευση και σχολείο κτλ, όπου με μία μελόντικα -άντε και μια κιθάρα- προσπαθούσε ο έρμος καθηγητής να διδάξει το ΝτοΡεΜιΦαΣολΛαΣι μέσ” από σκατένια διατεταγμένα βιβλία εφ” όλης της ύλης. – ΟΚ, θα σου εξαιρέσω το μουσικό γυμνάσιο και λύκειο γιατί δεν έχω γνώση -. Εδώ θα σου μιλήσω για ιδιωτική εκπαίδευση, aka ωδείο και ιδιαίτερα. Ας μιλήσουμε πρώτα λοιπόν για

ΤΟ ΩΔΕΙΟ

Το ελληνικό ωδείο, απ” όσο το είδα καί εκ των έσω και των έξω, ήτανε ένας χώρος που πάντα θύμιζε περισσότερο εφορία του ’50 παρά χώρο δημιουργικής εκπαίδευσης: πατώματα νοσοκομείου, τοίχοι ψυχιατρείου, έπιπλα φαληρισμένου αριστοκράτη, εκπαιδευτικά πιάνα για κλάματα, κιτς κάδρα στους τοίχους («εδώ είμεθα ωδείο, κύριε…») με Μότσαρτ και με Μπετόβεν, αίθουσες διδασκαλίας σα λευκά κελιά, με μηδενική ως αντιδημιουργική ηχητική -σαν ανηχοϊκός θάλαμος ένα πράμα-, με στενάχωρες θρανιοκαρέκλες και τραπεζοκαθίσματα, με προκλιμακτήριες ταγιεροφόρες γυαλούσες κυρίες ονόματι «Κυρία Ελένη«, «Δεσποινίς Αποστολία», και πουλοβεράδες μουσάτους καραφλούς γυαλούμπες, μυστακοφόρους κυριούληδες με ιδρωμένες μασχάλες ονόματι «Κύριος Ανδροκλής, «Κύριος Ανάργυρος» κλπ κλπ. Μία μισοδουλειά δηλαδή, που αντί να κάνει το μπόμπιρα ν” αγαπήσει τη μουσική, τον έμπαζε με πλάγιο τρόπο στη στρατιωτική λογική που ήδη υφίστατο από στο σχολειό του. Πόσοι και πόσοι μαθητές δεν τα παράτησαν μετά από μόλις 2-3 χρόνια «σπουδών», και το μόνο που θυμούνται από πεντάγραμμο είναι πως έχει πέντε γραμμές, κι από το όργανό τους θυμούνται μόνο που “ναι η θήκη του; Για το δε μουσικό αυτί, πονεμένη ιστορία, δε θέλω καν να το θίξω. Ας αναφέρω απλώς οτι από όσους ωδειούχους έχω γνωρίσει (κάποιοι εξ αυτών και διπλωματούχοι/καθηγητέοι) στους περισσότερος άμα δεν τους καρφώσεις την παρτιτούρα κάτ” απ” τη μύτη, ούτε την Ευδοκία δε μπορούν να σου παίξουν (προσωπική εμπειρία από γνωστούς μου «επαγγελματίες» «μουσικούς»).
Τα παιδάκια πηγαίνανε λοιπόν για μάθουνε να παίζουνε κάτι και να γουστάρουνε, και όλο αυτό το εξευπρεπισμένο γκουλάγκ τους παρείχε ένα σωρό νευρωνικά σκατά για γνώσεις, με τόοοοσο αργό ρυθμό (μα κάπως πρέπει να δουλέψουνε και οι ωδειάδες, ain’t it?…), με διδασκαλία δίχως ίχνος παιδαγωγικής ευαισθησίας, για μόλις 45 λεπτά όπου που δεν προλαβαίνεις ούτε να σκεφτείς να κλάσεις, και με ρεπερτόριο απ” όλους εκείνους που (δικαίως ή αδίκως) καβατζωθήκαν στην ιστορία, και με άλλο ένα 45λεπτο τη βδομάδα για «θεωρητικά», και «χορωδία» (δηλαδή το να υποβάλεις το παιδί στο βάσανο να τραγουδά μαζί με άλλα δέκα κάποιες αντιφωνητικές ασκήσεις, ή να διαβάζει για ελάσσονες και μείζονες τρίχες. Δε σχολιάζω καν το γεγονός ότι η δυτική «κουλτούρα» (απ” αυτή που είχε και στο χωριό μου) επέβαλε στα ωδεία να διδάσκουνε πιάνο, κλασσική και σπανιόλα κιθάρα, φλάουτα, ομπόε, και οτιδήποτε θα «ευ(ρω)πρέπιζε» το τσαρούχι που ακόμα μας καρφώνει τη φτέρνα. Και όλο αυτό θα ολοκληρωνότανε κάθε χρόνο με μια «συναυλία» όπου έγκριτοι καραφλαφόροι γυαλάκηδες κουστουμαρισμένοι, με τη βρετανική κάλτσα κάτω από το ιταλικό ξερακιανό κουστούμι θα υποβάζανε το παιδάκι αυτό στο μαρτύριο του (ψευτο)βαθμολογημένου live όπου θα έπρεπε το καημένο να κοιτά με ευλάβεια την παρτιτούρα του και να παίζει σωστά ένα τραγούδι που ποτέ του δεν αγάπησε, και με την καρδιά του να βαράει κομπρεσέρ σε εξηκοστά τέταρτα allegro ma non tropo. Και όλο αυτό για κάνα-δυο-τρία χρόνια,  έως δηλαδή και το κοπέλι να πει πως δεν έχει όρεξη να συνεχίσει αφού βαρέθηκε, και οι γονέοι του να μείνουν με το βιολί στο χέρι.
Γενικώς το σάξες στόρι των ωδείων έως και πρόσφατα ήτανε να διώχνουν τους μαθητές επάνω στο τρίχρονο, και ό,τι απόμενε τραβούσε για 5-6 χρόνια ακόμη ίσαμε το πτυχίο, και ένα ελάχιστο εξ αυτών τράβαγε την άγουσα και για δίπλωμα, για να τροφοδοτήσει την ίδια Ford-ική αλυσίδα παραγωγής ταγιεροφορούσων καθηγητράγων και (δικαίως) ξενερωμένων παιδιών. Άλλες νότες ν” αγαπιόμαστε δηλαδή… Τί σουθυμίζει αυτό; : Ναι, σωστά το καταλάβατε: το σχολείο! Κάπως πρέπει να δουλέψουν και οι άμοιροι οι καθηγητές, κάτι πρέπει να κάνει και το παιδί  “σάμε να μεγαλώσει να πάει φαντάρος και (ίσως) φοιτητής, και τέλος άνεργος κι ανασφάλιστος. Το σχολείο κάνει ΑΚΡΙΒΩΣ τα ίδια με το ωδείο, και πολύ καλύτερα μάλιστα: κρατάει απασχολημένα τα παιδιά την ώρα που δουλεύουν οι γονέοι τους, και τους διδάσκει ένα σωρό σκατά και πεταμένο ξυλοπολτό απ” όπου όταν θα ξεσχολίσουνε στα 18 τους δεν θυμούνται ΤΙΠΟΤΑ, κι όμως αρκετοί θα πάρουνε την άγουσα για πανεπιστήμια και ΤΕΙ όπου ισχύουνε ακριβώς τα ίδια, μέχρι και να σου δώσουν ένα χαρτί που θα πιστοποιεί ότι δεν είσαι όποιος κι όποιος άνεργος, αλλά ένας άνεργος με πτυχίο.
Εδώ να μην ξεχάσω να σημειώσω και την εγκληματική στάση της πλειοψηφίας των ωδείων ν” αργήσουνε τόσο να διδάξουν παραδοσιακά και λαϊκά ή μοντέρνα όργανα. Η ηλεκτρική κιθάρα (νομίζω ότι ακόμα) δεν έχει αναγνωριστεί ως «επίσημο» όργανο, ενώ έως και πριν τις τελευταίες ένα-δυο δεκαετίες, ούτε καν λόγος για heavy metal, ακόμη και για blues και για jazz κτλ. Οι κυριούληδες του ωδείου βάζανε μανταλάκι στ” αρθούνια και ασετόν στα χέρια τους έτσι και έπρεπε να συζητήσουν έστω γι” αυτές τις «παρακμιακές» μουσικές και όργανα. Μιλάμε βεβαίως για καράβλαχους-καραβλαχάρες που δεν είχαν σώβρακο να βάλουν πριν κάνα-δυο γενιές στα Άνω Καραβλαχέικα όπου χειμάζανε, και που με το που ροβόλησαν «στην πόλη» και «μάθανε δυο γράμματα» (σίγουρα όχι πάνω από 2 γράμματα+1 για το βουλευτή του νομού), βάλαν το ταγεράκι τους, το πλοβεράκι και το μονόκλ, κι αρχίσανε να τσαμπουνάνε για «το θεάρεστον της μουσικής οία εξυψώνει τα ήθη, και αχ και βαχ».
Όλο αυτό το πράγμα ουδεμία σχέση είχε ποτέ με τη Μουσική. Η Μουσική για το παιδί -και γενικά για τον άνθρωπο- είναι πρωτίστως αίσθημα, χαρά, ευεξία, παιχνίδι, διασκέδαση, έκφραση, αυτοεπιβεβαίωση και δημιουργία· δεν είν” ένα λευκό κελί με μωσαϊκό, σκατά ηχητική, και μία σαγρόγρια «Κυρία Μελπομένη» να προσπαθεί για 45 λεπτά να βγάλει την αγγαρεία της για να πάρει το τάλαρο. Δεν είναι 2 «ακαδημαϊκά» εξάμηνα των 100 (και ούτε) ωρών που θα κλέψουν από το γονέα 500-1000 ευρώ το χρόνο, επί 8 (συνήθως) χρόνια. Το ωδείο για το παιδί δεν είναι κάποιοι περουκοφόροι που ποθάνανε πριν 500 χρόνια, ούτε τα ακαταλαβίστικα μερμύγκια επάνω στο πεντάγραμμο κιγκλείδωμα· ούτε κι οι σωβρακοφανείς γεροεξεταστές στο τέλος της χρονιάς. Είπαμε: όλα αυτά ισχύανε ως και την πρότελευταία δεκαετία, εφόσον από το 2000 και μετά, και για πολλούς και διάφορους λόγους, έχουνε γίνει σοβαρότατα βήματα και εκσυγχρονισμοί σε πλείστους ωδειακούς χώρους.
Για να μην τα πολυλογώ: τα ωδεία κλέβανε κόσμο και κοσμάκη εδώ και καμιά δεκαριά δεκαετίες που υποτίθεται πως υπάρχουν στη χώρα, και πάν” απ” όλα: κάνανε τα (περισσότερα) παιδιά ν” αδιαφορούν και να βαριούνται τη μουσική διότι είδανε από πρώτο χέρι τι πά” να πει γραφειοκρατία και αγγαρεία. Και να μη σχολιάσω καν πως έως και τη δεκαετία του ’70 μόνον οι ψιλοφραγκάτοι είχανε κατ” ουσίαν την πολυτέλεια να πληρώνουν ωδεία κι οικοδιδάσκαλους για πιάνο-μπαλέτο-γαλλικά. Τουτέστιν, ο πιότερος κοσμάκης έπρεπε να τη βγάζει με επικυρηγμένα μπουζούκια και μπαγλαμάδες ως το ’40, και με κιθάρες κι ακορντεόνια που τα μαθαίνανε όπως ακριβώς και οι γύφτοι: με τ” αυτί· (και το οποίο είναι βέβαια ό,τι καλύτερο για έναν μουσικό, όμως δε φτάνει παντού). Γενικώς η «ανώτερη» μουσική ήτανε για τους λίγους, όπως βέβαια και η ανώτερη εκπαίδευση, όπως ακριβώς και η ανώτερη εργασιακή καβάντζωση. (Καλά, να μη μιλήσω καν για τα «Πιστοποιητικά Κοινωνικών Φρονημάτων» που έπρεπε να κουβαλά ως και το ’73 ο οποιοσδήποτε ήθελε να σπουδάσει ή να δουλέψει…). Μιλάμε φυσικά για ολιγαρχία και κοτζαμπασιλίκι, αρετές που ουδέποτε έλείιαν από τη νοτιανατολική γκαρσονιέρα των βορειοδυτικών γαμηκουλέων. Και ας κλείσω το κεφάλαιο «Ωδείο» με την προσωπική μου εμπειριά:

Είμαι 18 χρονώ, πέντ-έξι χρόνια χειροτέχνης αυτιοδίδακτος, κι αποφασίζω λέει να γραφώ σε ωδείο μπας κι εγκλωβίσω στερεά την ό,ποια ακούρευτη γνώση που “χα ως τότε συλλέξει με το αυτί και το τσερβέλο μου. Πάω λοιπόν να γραφτώ ηλεκτρική κιθάρα. Η μεσήλικη ταγιεροφόρα γραμματίς μ” ενημερώνει πως «το όργανο αυτό δεν θεωρείται αναγνωρισμένο από το Κράτος, και ως εκ τούτου δεν θα έχετε καμία πιστοποίηση στη βεβαίωση σπουδών σας». Έπρεπε να της πω «στ” αρχιδια μου…», αλλά πληροφορούμενος ποιος δίδασκε ηλεκτριθάρα εκεί, είπα να το γυρίσω καλύτερα στο πιάνο… Να μάθω, λέει, ένα σοβαρό και ευφυές όργανο… Πλήκτρο που με κούναγε…
Η ταγιεροφόρα διεθυντίς του ωδείου δίδασκε η ίδια το πιάνο, τα Θεωρητικά και τα τέτοια. Είχε και κάτι περγαμηνές ΝΑ (χωρίς συμπάθειο) σε Σολφέζ, Αντίστοιξη, Αντίσφυξη, Φούγκα, Στρούγκα, Μούγκα, Ντικτέ, Ζετέ, Αρασέ, Ενόργανη, Ξιφασκία, και Πυγμαχία με Transformers και Χόμπιτ. Ας πάω, ώπα-είπα-λέω. Με καθίζει λοιπόν πρώτη μέρα στο πιάνο, μου δείχνει τα βασικά μπλίνκγκι-μπλόνγκι που δείχνουνε στους αρχάριους, και μου αρχινά τις νότες στο πεντάγαμω. Και νάσου μετρονόμοι, και νάσου 1-2-3-4, και νάσου να βγάνω τα μάτια μου στα σκουληκάκια του χαρτιού και στη σκακιέρα του κλαβιέ.
Το περίεργο ήτανε όμως που πριν από κάθε μάθημα -και όποτε άλλοτε μπόραγα- πήγαινα κι εξασκόμουνα στο πιάνο από μόνος μου, αυτοσχεδιάζοντας και προσπαθώντας να μεταφέρω στα πλήκτρα ό,τι ήδη γνώριζα (και ό,τι μπορούσα, βέβαια) από την κιθάρα. ΟΚ, μη φανταστείς παπάδες κι άντερα, αλλά και πάλι: δεν είχα ξαναπαίξει ποτέ μου πιάνο! Οι ταγιεροφόρες διευθυντίς και γραμματίς αποράγανε ενθέρμως κι απροκαλύπτως πώς ένα αυτοδίδακτο κοκορομοϊκάνι με σκισμένα ρούχα και σκουλαρίκες έπαιζε ψιλοπερίπλοκα πράματα που ούτε καν να ήξερε πώς γράφονται στη σκουλικούρα, συγνώμη, στην παρτιτούρα. Και κάποια μέρα με βάζ” η δασκάλα να κάνουμε λέει Ντικτέ, ή πως το λέν εκείνο που σου παίζουν μία νότα/συγχορδία και εσύ πρέπει να βρεις με τ” αυτί σου ποια είναι. Εγώ ο καμμένος είχ” αναπτύξει τ” αυτί μου από πολύυυυυυ καιρό πριν, και είχα γίνει αναγκαστικά νυχτερίδα στον κάθε (μουσικό και μη) ήχο . Μέσα σε δεκαπέντε λεπτάκια όπου με πέρασε το μισό κλαβιέ σ” ακόρντα και τόνους, αποφάσισε πως έχω τα φόντα να τελειώσω μέσα σε μόλις λίγους μήνες την Αρμονία Α” (ή πώς τη λένε) που κανονικά τελειώνει στα τρία χρόνια. Αυτό το αποφάσισε τελεσίδικα μετά από λίγο καιρό, που μ” έβαλε να λύσω ασκήσεις Εναρμόνισης, και κόντεψε προς το τέλος του Α΄εξαμήνου να μου δώσει και Αντίστιξης μιας κι έτρωγα τις ασκήσεις της Α” Αρμονίας για πρωινό. Και σ” αυτό έφταιγε αποκλειστικά η δική μου προσωπική μελέτη όλα τα προηγούμενα τα χρόνια, και το να σπάω το κεφάλι μου για μουσικά ζητήματα δίχως να μου τα δείχνει κανένας. Έτσι, μέσα σε ένα τρίμηνο, κατ” ουσίαν ξεπέταξα θεωρία τριών χρόνων· πώς σου φαίνεται; Κάποια στιγμή εκείνες τις μέρες, πάω στη δασκάλα μου και της λέω να μου παίξει με το αυτί ένα απλό κομμάτι που της έφερα σε CD. «Ά-πα-πα! Με τίποτα! Άμα δεν έχω παρτιτούρα δεν μπορώ να παίξω κανένα κομμάτι!..». «Μα… κυρία… το αυτί;.. η μουσική αντίληψη κτλ;;..» «Όχι… όχι… … δεν μπορώ… ά-πα-πά…». Η συγκεκριμένη κυρία είχε πιο πολλές περγαμηνές κι απ” τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας…
Μετά το πρώτο εξάμηνο είπα ν” αλλάξω, λέει, όργανο και να πάω στην κλασική κιθάρα, πρώτον γιατί δεν άντεχα άλλο πια το μπλίνγκι-μπλόνγκι (κούνια που με κούναγε…) δεύτερον διότι η κιθαροδασκάλα ήταν πιο μιλφ και λιγότερο ταγιέρω, και τρίτον διότι ως κιθαρίστας το είχα ούτως ή άλλως καλύτερα με την κιθάρα. Μου δίνει λοιπόν η δασκάλα-μιλφάρα την κιθάρα να την κρατάω σαν βρέφος (η τυπική στάση πιασίματος μιας κλασικής ή σπανιόλας κιθάρας), μου αρχίζει τις αμπογιάντες και τις τιράντες και τα «House of the rising sun» και τα τοιαύτα. Χασμουριόμουν όμως διάβαζα ως και να δω που θα με βγάλει όλο αυτό το μαρτύριο. Προς το τέλος της χρονιάς μού “ρχεται κι η πιανίστρα και μου ζητάει, λέει, να πάω να διδάξω για μία μέρα μάθημα σε κάτι πτυχιακές πιτσιρίκες (που κάνανε δηλαδή ήδη πιάνο εφτά-οχτώ χρόνια) διότι, λέει, δεν καταλαβαίνανε τη σχέση Πυθαγόρα και Μουσικής, και την οποία αυτή δεν μπορούσε να τους μεταδώσει. Εγώ είχα ήδη από χρόνια μελετήσει τη σχέση του Μονόχορδου του Πυθαγόρα με το Συγκερασμένο και γενικώς με το Δωδεκάφθογγο, όπως και είχα εντοπίσει και κάποια σχέση της απλής τρίφωνης συγχορδίας και του Πυθαγορείου Θεωρήματος (ναι, ήμουνα τόσο καμμένος), και την οποία δεν είχα βρει σε καμιά βιβλιογραφία. Μου είπε λοιπόν η περγαμηνούχα εμένα του αλήτη-μαλλιά-χεβιμεταλλά αυτοδίδακτου να πάω, λέει, να διδάξω εγώ στα πιπίνια. Πάμε καλά;; Για να μην το πολυλογάω, πάω και τα βρίσκω τρία φυτά να κάθονται και να με ξανοίγουνε λες και ήμουνα κάποιο σπάνιο είδος μπεκάτσας, την ώρα που εγώ προσπαθούσα να τις ξεστραβώσω· χαμπάρι δε μπήρανε: οι κοπελιές ήτανε γραμματέες των πλήκτρων, με το πιάνο για γραφομηχανή και την παρτιτούρα γι” Α4: άπαξ και τους την έβγαζες από μπροστά τους, δεν μπορούσανε να παίξουν ούτε φάλτσο… Και κάνανε ήδη εφτά κι οχτώ χρόνια ωδείο…
Μ” αυτά και μ” αυτά κατάλαβα πως δεν έχω καμιά θέση στο ωδείο αυτό, και πως θα συνέχιζα κανονικά το αυτοδίδαγμά μου ως και να “βρω κανέναν σοβαρό χώρο ή άνθρωπο. Έκτοτε το σχέδιο εγκαταλείφθηκε διότι  φράγκα δεν έπαιζαν, αλλά και όταν έπαιξαν αργότερα, συνέχισα απλώς να γίνομαι καλύτερος με το να παίζω με παιχτούρες και μελετώντας όπως ήξερα εγώ τη μουσική. Νά “ναι καλά όμως και ο φιλαράκος μου ο Καρύγιαννης, που όσο καιρό γνωριζόμαστε -δλαδή καμιά δεκαετία-, μου έχει μάθει τόσα όσα δε θα κατάφερνε κανένα ωδείο να μου διδάξει σε είκοσι δεκαετίες. Και ο τύπος αν και ωδειούχος και ιδιαιτερούχος, -και πλέον κονσερβατοριούχος- είναι κι εκείνος κατ” ουσίαν αυτοδίδακτος!
Κλείνω την προσωπική μου εμπειρία από το ωδείο, και γενικά την ενότητα αυτή για το ωδείο, δηλώνοντας ότι για μένα ήτονε μία τραυματική εμπειρία κι αχρείαστη· όμως μπορεί και να λέω και μαλακίες. Συνεχίζω τώρα λοιπόν με


ΤΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ

Όπως είπα και παραπάνω, μόνον οι φραγκούμενοι είχανε έως και σχετικά πρόσφατα την πολυτέλεια του σπιτοδιδάσκαλου, και ο πολύς-πολύς κοσμάκης μάθαινε τις μουσικές του με τ” αυτί, εμπειρικά, ή (άμα ήτανε ξεφτέρι) δίπλα σε φιλότιμους παίχτες που διδάσκανε μισοτσάμπα και πολυζόρικα. Αυτό έως και τη δεκαετία του ’80 που «λεφτά υπήρχαν» κι αρχίσανε να δουλεύουνε οι πάσης φύσεως ιδιαιτεράδες για να καλύψουν την πάσης φύσως ανεπάρκεια του φροντιστήριου, και το οποίο κάλυπτε την πάσης φύσεως ανεπάρκεια του σχολείου. Οι ιδιαιτεράδες της μουσικής άρχισανε λοιπόν κι αυτοί οι κακομοίρηδες να τρων λίγο ψωμάκι: μαύρο ψωμί, σαν το χαβιάρι που λέμε… Διότι τα ιδιαίτερα γινότανε πάντα μαύρα: δίχως πολλές-πολλές αποδείξεις και τα τοιαύτα. Έτσι, καί έκπτωση είχε ο γονέας και κηδεμόνας – καί ο ιδιαιτεράς τα τσέπωνε, φόρο μην αποδόσας τω κράτει. Τα ιδιαίτερα ήτονε πάντοτε καλύτερ” από τα φροντιστήρια, και τα οποία ήτονε πάντοτε καλύτερ” από τα σχολεία· διότι είναι πάντα καλύτερο να διδάσκεις έναν μονάχα μαθητή αντί για δέκα, και πάντοτε καλύτερο να διδάσκεις δέκα μονάχα αντίς για είκοσι (και βάλε). Ο μαθητής είχε όλο το δάσκαλο για πάρτη του, πρώτο τραπέζι πίστα, και ο δάσκαλος μόνο ένα παιδί για να ρίξει τον κόπο του. Ετούτο παρήγαγε αρκετούς καλούς μουσικούς ανά τα χρόνια, και σίγουρα πιότερους παρά του ωδείου, και σίγουρα σε πολύ λιγότερο χρόνο απ” ότι στα ωδεία: εκεί που το ωδείο σού “τρωγε τρία εκατομμύρια (δρχ) για οχτώ χρόνια, έβλεπες πλέον ένα παιχταρά να παίζει και να διαβάζει ακριβώς τα ίδια μέσα σε (άντε) μια τετραετία· στο μισό χρόνο. Και πάλι όμως: τα ιδιαίτερα ήτανε πάντα για κείνους που “χανε βρε αδερφέ και ένα φραγκάκι στη μπάντα.. Αλλ” από το ’80 και μετά «λεφτά υπήρχαν», οπότε πιότερος κόσμος ξεκίναγε ιδιαίτερα (όχι και τόσος όσος το ωδείο βέβαια)· και λόγω ανταγωνισμού οι τιμές πέσαν σιγά-σιγά, φτάνοντας στο σημείο τη σήμερον ημέρα να μπορείς να βρεις ιδιαίτερο ακόμα και με 7 ευρώ την ώρα – καθόλου άσχημο, ain’t it? Βέβαια, υποτίθεται πως ό,τι πληρώσεις παίρνεις σ” αυτή τη ζωή· στη μουσική όμως ετούτο δεν ισχύει απόλυτα: μπορείς κάλλιστα να βρεις για ιδιαιτερά έναν κορυφαίο και καλοπλερωμένο καθηγητή ωδείου, που θα σου δώσει την ίδια ακριβώς άθλια εκπαίδευση στο σπίτι σου και να σε ξενερώσει σε χρόνο ΞεΠε. Κι από την άλλη, μπορείς να βρεις έναν ιδιαίτερα μεταδοτικό ιδιαιτερά με μηδενική ωδειακή προϋπηρεσία -ακόμα και γνώσεις- και να σε κάνει μάγκα μέσα σε ένα μόλις χρόνο και στα μισά λεφτά (μαθητού διαβάζοντος και πορτοφολιού θέλοντος)· και τα πάντα βέβαια αναλόγως οργάνου, έτσι; : άλλο το πιάνο, άλλο η φλογέρα, άλλο το κόντρα μπάσο, άλλο η μαρίμπα άλλο η σφυρίχτρα του τροχονόμου.

Πάμε τώρα στον τρόπο διδασκαλίας των ιδιαιτεράδων.

Οι περσότεροι προσπαθούνε να κάνουνε πάντα το χατήρι του γονέου, και να δείξουνε στο κοπέλι ένα σωρό πράματα που ίσως δε χρειάζονται· για παράδειγμα: μουσική σημειογραφία: θα του φάνε ένα χρόνο να τονε μάθουνε να διαβάζει τέταρτα και παρεστιγμένα στα 50 b.p.m., μόνο και μόνο για ν” ακούει ο γονιός απ” το σαλόνι το παιδί του να βαράει άθλια αμπογιάντο σκυμμένος σα γρια χορτομαζώχτρα πάνω από τυπωμένες ψείρες στο αναλόγιο. Και το κοπέλι θα ξενερώσει σύντομα (εκτός κι αν είναι πραγματικά παθιασμένο ή καταναγκασμένο για μουσική). Ο γονέος θα νιώθει δικαιωμένος και ξύπνιος που πλερώνει ιδιαίτερα αντί να τονε τρέχει στο ωδείο, το κοπέλι θα πουλάει μούρη στις σχολικές εορτές όπου θα παίζουν για πεντακοσιοστή φορά το Μικρό Τυμπανιστή, και ο δάσκαλος θα γελά με τα κορόιδα που βρήκε να τους τα παίρνει μαύρα και χαλαρά. Υπάρχουνε βέβαια και περιπτώσεις οργάνων όπου το ρεπερτόριο απαιτεί περισσότερο ουσία και λιγότερο τύπους: blues, ρεμπέτικο, λαϊκό, metal κλπ. Εκεί ο ιδιαιτεράς οφείλει να κάνει παιχτούρα το μαθητή, και αυτό προϋποθέτει να του δείξει να παίζει με feeling (τεράαααστια επιστήμη αυτή) και feeling (άλλη τεράαααστια επιστήμη). Αλλά και πάλι πρέπει να του μάθει νότες – ευτυχώς όχι απαραίτητως πεντάγραμμο και αηδίες: απλώς κάποιες κλίμακες, νότες, ορολογίες κτλ· εδώ είναι καλύτερα τα πράματα.

ΕΓΩ, Ο ΙΔΙΑΙΤΕΡΑΣ

Είμαι κι εγώ ιδιαιτεράς, γι” αυτό και καταθέτω την παρούσα άρθροψη: αφενός για να επισημάνω τα (κατά τη γνώμη μου) κακώς κείμενα, αφετέρου για να τα χώσω στους (κατά την κρίση μου) κακώς κείμενους, αφετρίτου για να προειδοποιήσω γονέους, κηδεμόνες και μαθητάδες, κι αφεκουάτρο για να βλογήσω τα γένια μου και να κάνω διαφήμιση της δικής μου διδακτικής μεθόδου, την οποία (δυστυχώς) δεν έχω ως τώρα πετύχει πουθενά αλλού (και μακάρι να την πετύχω). Την παραθέτω διότι έχει δείξει ωραία αποτελέσματα, και θεωρώ πως εάν την (συν)υιοθετήσουνε ιδιαιτεράδες και ωδειάδες, θα “χουνε καλύτερα αποτελέσματα, και δεν θα τσεπώνουν απλώς φιλότιμα τα λεφτά και θα φεύγουνε. Και θα την πω τη μέθοδό μου εις βάρος των «επαγγελματικών μυστικών» μου, αφενός διότι δεν είμαι κάνας καμένος που φοβάται μην και τα πει «και του τα κλέψουνε» και λιγοστέψει η δουλειά του, αφετέρου διότι μουσική πρέπει να μαθαίνουμε Όλοι, και όσο πιο Αποτελεσματικά και Οικονομικά γίνεται, και όχι να κρατάμε τα μυστικά μας και να τα στερούμε από τους μαθητές των συναδέλφων μας. Μακάρι σε λίγα χρόνια να δω ότι κάποιοι διδάσκουνε (και) με τον τρόπο μου, και ας γυρίσουν να λένε ότι «αυτοί τον ανέπτυξαν». Διότι scripta manent.

ΕΞΩΓΝΩΣΙΑΚΟΙ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

1) Ο γονέας δεν είναι πελάτης· επαναλαμβάνω: ο γονέας δεν είναι πελάτης· επαναλαμβάνω: ο γονέας δεν είναι πελάτης. Ο πελάτης δεν έχει πάντα δίκιο· επαναλαμβάνω: ο πελάτης δεν έχει πάντα δίκιο· επαναλαμβάνω: ο πελάτης δεν έχει πάντα δίκιο. Τουτέστιν: άμα τον βλέπεις το γονιό σαν πορτοφόλι γι” άρμεγμα, δεν τό “χεις. Και άμα αυτό το πορτοφόλι το εκλιπαρείς, τότε θα κάνεις κακό καί στο γονέα καί στο παιδί· τί εννοώ;: άμα εσύ έχεις την τάδε λειτουργικότατη διδακτική μέθοδο, αλλά ο γονέας θέλει άλλα για το παιδί του, ακόμη και αν τα φράγκα του είναι δελεαστικά, απορρίψε τη αυτή τη δουλειά εάν δεν καταφέρεις να περάσεις το δικό σου: εσύ γνωρίζεις από μουσική και όχι αυτός. Εάν είναι να διδάσκεις καταναγκαστικά σε κάποιον, ούτε και θα του μάθεις κάτι, ούτε και ο γονέας θα σε πάρει σοβαρά θεωρώντας σε Χατζηαβάτη. Όχι: η διδακτική ευθύνη και λειτουργία βαραίνει αποκλειστικά εσένα. Αν είναι να χάσεις λεφτά, χάσε τα μόνο εσύ και όχι ο γονέας που θα τα πληρώνει για να κάνεις άκαρπες αγγαρείες στο παιδί του.
2) Μη λες ψέματα στους γονείς ρε μαλάκα· άμα σε ρωτά ο γονιός «θα του μάθεις και να διαβάζει νότες;» κι εσύ ο άσχετος του λες «Μα φυσικά!…» για να μη χάσεις το πεντόλιρο, είσ” ένας κερατάς που θα κάνει τσάτρα-πάτρα μάθημα στο παιδί με το νου σου στο μπαμπά, για να ικανοποιήσεις εκείνον και όχι το παιδί· είμαστε σοβαροί; και τί θα κάνεις; Θα τρέχεις να ζητάς από φίλους να σου διδάξουν να διδάξεις; Όχι: «Κύριε γονέα: έχω μια διδακτική μέθοδο η οποία δεν περιλαμβάνει πεντάγραμμο, είν” όμως άκρως αποτελεσματική»· και του εξηγείς με απλά λόγια. Αν συμφωνήσει ο γονιός, έχει καλώς: είναι κιμπαρης· αν σε χυλοπιτώσει, είναι και πάλι κιμπάρης, διότι έχει πλάνο στο νου του το οποίο δεν συνάδει με το δικό σου. Ακόμα κι αν φαλτσάρει στην τελική, είναι ειλικρινής: «Δεν μπορούμε να συνεργαστούμε, όχι, ευχαριστώ». Άμα λοιπόν ο γονιός σού ζητάει πράματα που δεν ξέρεις, να μην του πεις ψέματα: πες του ότι δεν τα ξέρεις, και ότι έχεις άλλη μέθοδο. Άμα τα βρείτε, καλώς· αν όχι, πάλι καλώς: έχει κι αλλού νοτοκαλιές.
3) Θέσε ένα αντινπλαφόν, ένα κατώφλι στα δίδακτρά σου: όχι ρε πούστη, κάτω από τόσα φράγκα την ώρα δεν πέφτω που να γαμηθεί ο άξονας της γης κι η λάβα στο κέντρο της. Δε μπα να ζορίζομαι; δε μπα να πεινώ; όχι: λιγότερα δεν παίρνω: τόσα παίρνω κύριε, τα αξίζω: η μέθοδός μου είναι αποτελεσματική· υπάρχουνε και φθηνότεροι καθηγητές: να ψάξετε να τους βρείτε. Έτσι, καί ο γονιός θα σε συμπαθήσει, καί η δική σου αυτοεκτίμησή σου θα είναι καλύτερη, καί τα έσοδά σου θα είναι πιότερα, καί δεν θα κάνεις μάθημα με μισή καρδιά με το νου σου στο πορτοφόλι αντί για το μαθητή σου. Εκτός κι αν έχεις στόματα να θρέψεις, οπότε το βουλώνω με σεβασμό και πάω πάσο. Ένας γενικός πάντως κανόνας είν” η απόσταση: αν είναι κοντά σου ζήτα λιγότερα· αν είναι μακριά σου ζήτα περσσότερα (σώωωωωωπα…). Είναι που είναι η βενζίνη ακριβότερη κι απ” την κόκα, ε μη μπεις και μέσα. Ο κανόνας όμως ΔΕΝ προβλέπει «είναι φραγκάτος – να του τα πάρω». Προβλέπει όμως «Δεν είναι φραγκάτος; φαίνεται το παιδί φιλότιμο; Κάνω το σκόντο μέχρι και το αντιπλαφόν αν χρειαστεί». Και βέβαια έχει να κάνει και με το πόσα μαθήματα τη βδομάδα τού κάνεις και πηγαίνει κάπως χοντρικά (ξενασώωωωωπα…).
4) Μία ώρα ΔΕΝ φτάνει να μάθεις κάτι στο παιδί. Επαναλαμβάνω: μία ώρα ΔΕΝ φτάνει για να μάθεις κάτι στο παιδί. Επαναλαμβάνω: Μία ώρα ΔΕΝ φτάνει για να μάθεις κάτι στο παιδί. Ουδείς γάμησε με μία ώρα μαθήμα και με το ρολόι του Όκαμ. Το μάθημα οφείλει να κυμαίνεται ανάλογα του τί δείχνεις στο παιδί στο κάθε δεδομένο μάθημα, και ουδέποτε λιγότερο από μία ώρα· εκτός και αν περάσει ο καιρός και έχεις πλέον κάνει το μαθητή σου να τ” αρπάει τσακ-μπαμ τα διδάγματα, ή εάν έχεις στο καπάκι μάθημα αλλού (ας πρόσεχες), ή εάν πρέπει οπωσδήποτε να φύγεις την τάδε μέρα νωρίτερα. Κάνε μάθημα όση ώρα χρειαστεί ούτως ώστε τα λεφτά που-με-κόπο-σου (συνήθως) σου σκάει ο γονιός να πιάνουν τόπο. Και -το σημαντικότερο-: το παιδί να μαθει ολόκληρο αυτό που πρέπει να μάθει μέσα στο συγκεκριμένο μάθημα και όχι τσάτρα-πάτρα κι ό,τι πιάσει. Άμα απλώς βιάζεσαι να τα τσεπώνεις και να φεύγεις, γίνε τότε ασφαλιστής… Άμα βαριέσαι να διδάξεις γίνε αγρότης. Άμα στη σπάνε τα παιδιά γίνε Λυκειάρχης. Και μη μου πεις ότι δεν προλαβαίνεις, κι ότι απ” τό “να μάθημα τρέχεις στ” αλλο..: ψψψψψψτ… στην Ελλάδα είσαι, και από ιδιαίτερα είσαι σκατά· έχεις ελάχιστους μαθητές, και όοοοοολο το χρόνο για να τους παραδώσεις λάου-λάου το μάθημα, και όχι σκαστά.
5) Ρώτα το παιδί (και όχι το γονέα) τί τραγούδια θέλει να μάθει (διότι τραγούδια θέλει να μάθει και όχι αν κουνιούντ” οι βάρκες στο πεντάγραμμο). Βάσισε τη θεωρία σου επάνω στα τραγούδια που θέλει να μάθει, και όχι σ” εκείνα που θέλεις ή ξέρεις εσύ να διδάξεις.
6) Ξεσαβούριασε ό,τι θεωρία δεν πρόκειται ποτέ να του χρειαστεί, και δείξε του μονάχα εκείνη που θα τον κάνει ν” ανάψει τη μίζα να προχωρήσει μέσω αγαπημένων του τραγουδιών σε ανώτερα πράγματα. «Το πουλάκι τσίου»; «Το ξέρω είσαι μόνη»; «Στ” ασανσέρ που συναντιόμαστε»; Ναι: δείξε του ό,ποια κομμάτια γουστάρει, και παράλληλα μάθε τον να καταλαβαίνει ΤΙ παίζει και ΓΙΑΤΙ. Να μην του λες απλώς τις νότες και τα πατήματα: σπάσε την κάθε μελωδία σε υπομελωδίες και ρυθμικά μοτίβα, και μάθε το παιδί σου να τις αναγνωρίζει. Το «διαίρει και βασίλευε» ισχύει απολύτως στη διδασκαλία: σπας το γνωστικό αντικείμενο σε κομματάκια και δείχνεις το καθένα ξεχωριστά στον μαθητή σου: κόβεις τη μπριτζόλα σε κομματάκια και ταΐζεις το γιο σου, ειδικά στην αρχή που δεν ξέρει πως πιάνονται τα μαχαιροπίρουνα, και ούτε έχει δόντια να μασήσει.
7) Καλλιέργησε στο παιδί σου μία τάδε αισθητική· εξήγησέ του διάφορα που λειτουργούνε πίσω από τις συνθέσεις, τις ενορχηστρώσεις, ακόμη και τη μουσική βιομηχανία. Μην το αφήσεις απλώς να καταναλώνει μουσική: κάνε τον να διαλέγει το πιάτο του.
8) Κάνε το μαθητή σου φίλο σου. Μπορείς να του κόψεις την πληθυντικούρα; γαμώ! Δεν μπορείς; δεν πειράζει. Σημασία έχει να νιώσει πως είναι με τον κολλητό του,  και όχι με άλλον ένα μασχαλιδρωμένο διδάσκων. Ετούτο δε σημαίνει να σου πάρει το παιδί τον αέρα, διότι μετά δε θα διαβάζει, κι εσύ θα σπας τα νεύρα σου με συστάσεις κι επαναλήψεις, και θα του παίρνεις και τσάμπα τα λεφτά του, και θα νιώθεις και άχρηστος και αναποτελεσματικός. Όχι· κάν” το να νιώσει άνετα μαζί σου, μα όχι και να βγει από τον σκοπό του: που είναι το να μάθει να παίζει μουσική.
9) Να “σαι ειλικρινής με το μαθητή σου: εάν δε διάβασε, να του τα χώσεις, αλλά και με τσαχπινιά (για να μη νιώσει άσχημα) αλλά και για να χαμπαριάσει πως εδώ δεν παίζουμε (παρά μόνο μουσική). Μην τον κολακεύεις: άμα κάνει επανειλημένα λάθη διόρθωνέ τον ευγενικά και φιλικά, ή άλλαξε τραγούδι/ύλη εκμάθησης. Αν τα πηγαίνει καλά, ένθερμα να τον ενθαρρύνεις και να είσαι βέβαιος οτι δεν πρόκειται να καβαλήσει το καλάμι: ίσα-ίσα που μάλλον θα μελετήσει ακόμα καλύτερα εκείνο που φαίνεται να έχει κλίση: τη μουσική εν προκειμένω. Τόνιζέ του τις δεξιότητές του και όχι τόσο τις ατέλειές: κανείς δε θέλει να τον φωνάζουν κουμπούρα συνεχώς, διότι κουμπούρας θα γίνει για πάντα. Όλοι ζητάμ” επιβεβαίωση σε κάτι που πράγματι κατέχουμε.
10) Να είσ” ειλικρινής στους γονιούς· μην τους παραμυθιάζεις «ο γιος σας είναι φοβερός, έχει απίστευτο ταλέντο, είναι πάντα διαβασμένος κτλ κτλ» εάν όλα εκείνα δεν ισχύουν. Λέγε τους την αλήθεια: «σήμερα τα πήγε μέτρια στο τάδε, στο άλλο ήταν φανταστικός, στο άλλο δεν διάβασε όμως τα κατάφερε και χωρίς διάβασμα, εκεί θέλει παραπάνω δουλειά κτλ». Στη χειρότερη, και άμα το παιδί είν” ανεπίδεκτο μαθήσεως, ξήγα στα ίσα στους γονείς ότι «Θα κάνω κάποιες ακόμα προσπάθειες με το παιδί σας, αλλά εάν συνεχίσει έτσι, θ” αναγκαστώ να διακόψω διότι θα νιώθω ότι κοροϊδεύω κι εκείνο κι εσάς». Και είσ” ωραίος και μετράς και πάλι μάγκας θά “σαι… Και άμα τώρα οι γονέοι το μαλώσουν το παιδί, ε τί να κάνουμε; κανείς δεν πέθανε με το (σωστό) μάλωμα του γονιού του· κανένα παιδί δε γίνηκε χειρότερο επειδή οι γονέοι του τού είπαν (με το σωστό τρόπο) να διαβάσει. Δλαδή τί θα πάθει το παιδί; τί είναι; βιοδιασπώμενη μαρέγκα να την αφήσεις στον ήλιο να εξαϋλωθεί;
11) Κινητά στ” αθόρυβο κι αδόνητο την ώρα του μαθήματος· έτσι απλά.
12) Ετούτο το δώδεκα απαιτεί ξεχωριστό κεφάλαιο, και αφορά κι αυτό στη δική μου διδακτική μέθοδο (είπαμε: αυτοδιαφημίζομαι, έτσι;) και η οποία μου έχει δείξει τεράστια αποτελέσματα και σε χρόνο κιχ. Ας παρατεθούνε λοιπόν οι

ΕΝΔΟΓΝΩΣΙΑΚΟΙ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

Η μέθοδός μου μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί «υπερταχύρυθμη» εφόσον μέσα σε ένα μόλις χρόνο μπορεί να κάνει κάποιον παντελώς άσχετο να παίζει όλα εκείνα που γουστάρει αρχικώς, και ακόμα παραπάνω πράγματα (εφόσον μελετά και δεν παπαρίζεται). Τουτέστιν, γλιτώνει το γονέα από κάμποσα χρόνια ωδείου όπου θα παίζει ο γιος του ακριβώς τα ίδια και χειρότερα, και του γλιτώνεις και κάνα εκατομμύριο (δρχ) σε δίδακτρα και βενζινες, και σπαταλημένο κόπο και χρόνο κλπ. Τουτέστιν, γλιτώνεις το παιδί από την απομάκρυνσή του από το αγαθό της Μουσικής, και το κάνεις στο τσακ-μπαμ να παίξει εκείνο που θέλει το ίδιο και όχι ο δάσκαλος του ή ο γονέας του. Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι: όλα αυτά τα εννοώ για κιθάρα, μπάσο και μπουζούκι, και όχι για άλλα όργανα. Επίσης δεν ισχυρίζομαι ότι μέσα σ” ένα χρόνο το παιδί θα μάθει ύλη οχτώ χρόνων ωδείου· ισχυρίζομαι ότι θα μάθει μονάχα όλα όσα εκείνα θέλει και πρέπει να μάθει, συν όλο το τεχνικό υπόβαθρο που θα τον οδηγήσει στο να θέλει να διδαχθεί ακόμα περισσότερα, αντί να ξενερώσει μετά από δυο-τρία χρόνια ωδείου και στα οποία δεν θα “χει μάθει τίποτα παραπάνω από όλα όσα θα ξεχάσει αμέσως μόλις σταματήσει το ωδείο. Ξηγήθηκα.
Για να γίνει υπερταχύρυθμο το μάθημά μου, ακολουθώ και τους έντεκα Εξωγνωσιακούς κανόνες που παραπάνω περιέγραψα, καθως και τους παρακάτω είκοσι Ενδογνωσιακούς:

1) Συνεννογιόμαστε με το μαθητή με τη Γλώσσα των Βαθμίδων της Κλίμακας. Ετούτο θα τον κάνει να μπορεί να παίξει οποιοδήποτε κομμάτι και απ” οποιαδήποτε τονικότητα δίχως ποτέ να χρειαστεί παρτιτούρες και ταμπλατούρες (δεν σου είπα πόσο τις σιχαίνομαι και τη μια και την άλλη).
2) Για να συνεννοηθούμε με Βαθμίδες Κλίμακας πάει να πει πως θα του μάθω Κλίμακες.
3) Όχι οποιεσδήποτε Κλίμακες: εάν είναι μικρό παιδί, θα του ξεκινήσω απ” τη Φυσική Ματζόρε, τη χαρούμενη ας πούμε, τη Ντο Ματζόρε. Εάν είναι πιο μεγάλος ο μαθητής, τη Φυσική Μινόρε, ας πούμε τη Λα που ομοίως δεν έχει αλλοιώσεις και μπερδέματα.
4) Βάσει της εκάστοτε Κλίμακας θα μάθει το παιδί πως σχηματίζονται και όλες οι άλλες Κλίμακες που θα χρειαστεί περαιτέρω να μάθει, και που έχουνε σχέση με τα τραγούδια που θα θέλει να παίξει. Σε κιθάρα και μπάσο συνήθως είναι η Φυσική Μινόρε, η Φυσική Ματζόρε και η Μπλουζ, ενώ στο μπουζούκι οι δύο πρώτες, συν την Αρμονική Μινόρε, το Νιαβέντη, τον Ποιμενικό, τον Ηπειρώτικο, το Σαμπάχ, τον Ουσάκ, το Χιτζάζ, το Χιτζασκάρ, τον Τζιβαήλ και τα τοιαύτα.
5) Από τη στιγμή που το παιδί μάθει τους κανόνες σχηματισμού μιας οποιασδήποτε Κλίμακας, μαθαίνει και τους κανόνες σχηματισμού Συγχορδιών (τρίφωνων για αρχή). Οπότε με τον τρόπο αυτό μαθαίνει συγχρόνως καί Μελωδία καί Αρμονιά. Τουτέστιν το να μπορεί να παίξει κάποια μελωδία αλλά και να μπορεί να τη ντύσει με συγχορδίες ΜΟΝΟ του, και όχι διαβάζοντας παρτιτούρες ή ό,τι του πει ο δάσκαλος. Επίσης μαθαίνει Εναρμόνιση, δηλαδή να βάζει δεύτερες και τρίτες φωνές σε μια  μελωδία (3ες, 5ες, 4ες και 6ες)
6) Από τη στιγμή που μιλάμε με Βαθμίδες, δεν χρειάζεται πλέον να μιλάμε με Νότες για να μπορεί να βγάλει ένα τραγούδι· απλώς μιλάμε πλέον με Βαθμίδες: 1η, 3η, 7η, κλπ κλπ, αλλοιωμένη 5η, κλπ κλπ. Δηλαδή ότι πχ η «Ευδοκία» δεν ξεκινάει ΡΕ-ΣΟΛ-ΦΑ-ΣΟΛ-ΦΑ-ΣΟΛ-ΦΑ-ΡΕ-ΣΟΛ-ΦΑ-ΣΟΛ, αλλά 1η-4η-3η-4η-3η-4η-3η-1η-4η-3η-4η.
7) Έννοείται πως δίνω τεράστια σημασία στο να ξέρει απέξω κι ανακατωτά το Δωδεκάφθογγο (ΝΤΟ,ΝΤΟ#,ΡΕ,ΡΕ#ΜΙ,ΦΑ,ΦΑ#,ΣΟΛ,ΣΟΛ#,ΛΑ,ΛΑ#,ΣΙ). Υφέσεις κι αναιρέσεις τις αφήνω γι” αργότερα· δεν υπάρχει λόγος να μπλέξει τα μπούτια του από την αρχή το κοπέλι. Βάσει του δωδεκαφθογγικού πλέον, μαθαίνει μόνο του να σχηματίζει Κλίμακες σε κάθε δεδομένη τονικότητα. Τη συγκεκριμένη άσκηση μου την έλυσε παιδάκι εφτά  χρονών στο δεύτερο μάθημα.
8) Για να μην χρειάζεται το παιδί να θυμάται ονόματα όπως «Υποδεσπόζουσα», «Επιτονική» κτλ, απλώς αριθμούμε τις Βαθμίδες ως 1η, 2η, 3η, κλπ. Βέβαια δίνεται ξεχωριστή σημασία στην έννοια της Τονικής, που την ονομάζουμε «κέντρο βάρους», «σπίτι», «γη», ή οτιδήποτε άλλο για να καταλάβει ο μαθητής πως πρόκειται για τη σημαντικότερη Βαθμίδα μίας Κλίμακας.
9) Του εξηγώ ότι «Κλίμακα» σημαίνει απλώς «Σκάλα», όπου το Δωδεκάφθογγο έχει πάντοτε 12 σκαλοπάτια (όσοι είναι οι μήνες του χρόνου), με τα 5 (όσα τα δάκτυλά μας) σκαλοπάτια απ” αυτά να είναι σπασμένα και με τα 7 (όσες κι οι μέρες της εδομάδας) να είναι ακέραια για μπορούμε ν” ανεβοκατεβούμε τη σκάλα με ασφάλεια, τουτέστιν να μην παίζουμε φάλτσα τη μελωδία μας. Όσον αφορά σε αλλοιώσεις και προσλαμβανόμενους φθόγγους κλπ κλπ, αυτά τα αφήνουμε γι” αργότερα που θα έχει φορτσάρει το πράμα.
10) Του μαθαίνω ότι ο τρόπος σχηματισμού μιας Κλίμακας έχει να κάνει με αποστάσεις σκαλοπατιών, τουτέστιν με ημιτόνια, τόνους, τριμητόνια, σκατουλόνια κλπ κλπ. Έτσι, για να σχηματίσει το παιδί μία Κλίμακα, εγώ απλώς του λέω από ποια νότα να τη χτίσει (Τονική Βαθμίδα, 1η Βαθμίδα) και έπειτα να βρει άλλες 6 νότες βάσει των αποστάσεων μεταξύ τους, που θα του τις δώσω εγώ σε σκαλοπάτια/ημιτόνια. Ως εκ τούτου, τονικής δοθείσας χρειαζόμαστε άλλες 6 νότες για να φτιάξουμε μια (επτάφθογγη) Κλίμακα. Δηλαδή χρειαζόμαστε άλλες 6 διαδοχικές αποστάσεις μεταξύ τους. Όταν λοιπόν εγώ του δείχνω τη Φυσική Μινόρε, του λέω τα εξής: Διάλεξε στην τύχη μια νότα (διαλέγει μία, πχ τη Λα). Ωραία· γράψε μου τώρα το Δωδεκάφθογγο να ξεκινάει από το Λα. Μου το γράφει (ΛΑ, ΛΑ#, ΣΙ, ΝΤΟ, ΝΤΟ#, ΡΕ, ΡΕ#, ΜΙ, ΦΑ, ΦΑ#, ΣΟΛ, ΣΟΛ#). Ωραία· κύκλωσέ μου τώρα τη Λα με το μολύβι σου. Ωραία· τώρα θα σου δώσω εγώ τώρα τη διαδοχή των αποστάσεων και εσύ θα μου φτιάξεις την κλίμακα. Η διαδοχή των αποστάσεων λοιπόν στη Φυσική Μινόρε είναι… τηλέφωνο πιτσαρίας και είναι το εξής τηλέφωνο: 212 212, δηλαδή αποστάσεις 2-1-2-2-1-2. Με αυτό το τηλέφωνο αποστάσεων θα μου βρεις και θα μου κυκλώσεις και τις υπόλοιπες 6 νότες της κλίμακας. Πώς θα το κάνεις; Να: η πρώτη νότα της Κλίμακάς σου είναι η Λα που μου διάλεξες και που μου κύκλωσες στο Δωδεκάφθογγο σου. Η επόμενη νότα που θα μου κυκλώσεις απέχει 2 θέσεις μετά. Η επόμενη νότε είναι 1 θέση μετά. Η επόμενη είναι 2 θέσεις μετά. Η επόμενη ξανά 2 θέσεις μετά. Η επόμενη 1 θέση μετά. Και η τελευταία που θα μου κυκλώσεις απέχει από την προηγούμενη της 2 θέσεις. Το έκανες; Ωραία! τί έχεις; ΛΑ ΣΙ ΝΤΟ ΡΕ ΜΙ ΦΑ ΣΟΛ; Εύγε αντρούτσο μου! μόλις έφτιαξες την πρώτη σου Φυσική Μινόρε και που είναι η Λα Φυσική Μινόρε αφού αρχίζει από Λα. Με το ίδιο ακριβώς  τηλέφωνο και τρόπο μπορείς να φτιάξεις ευθύς αμέσως και τη ΦΑ# Φυσική Μινόρε, τη ΝΤΟ# Φυσική Μινόρε, και οποιαδήποτε άλλη από τις 12 συνολικά τονικότες σε Φυσική Μινόρε. Και όλ” αυτά σε ένα μάθημα έτσι; με χαρτί και καλαμάρι. Μετά του λέω του μαθητή ότι εάν αλλάξουμε τηλέφωνο, αλλάζουμε και Κλίμακα, και την οποία τη σχηματίζουμε κι αυτή ξανά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο απλώς με άλλες αποστάσεις. Τουτέστιν, με το τηλεφωνάκι 221 222, φτιάχνουμε τη Φυσική Ματζόρε, με το 131 212 φτιάχνουμε τη Χιτζάζ, με το 212 213 έχουμε Αρμονική Μινόρε κτλ.
11) Η κάθε κλίμακα συνοδεύεται από το ανάλογο τραγούδι για να ιδεί  επί του παικταίου το τί γίνεται. Και εννοείται πως βάζω το μαθητή μου να σεργιανίσει την Κλίμακα αυτοσχεδιάζοντας για να ιδεί τί πά” να “πει να παίζεις δίχως να φαλτσάρεις.
12) Του εξηγώ πάντα πως και οι Διέσεις νότες είναι κι αυτές (αργότερα μόνο θα του μιλήσω για «σημεία αλλοιώσεως»), οι οποίες έχουνε δανεικά ονόματα και όχι δικά τους. Το Ντο#, για παράδειγμα, είναι το ίδιο νότα όσο είναι και το Ντο, όσο είναι το ΦΑ, όσο και το ΜΙ κτλ. Άρα να μην τις φοβάται τις (σπαστικές όπως και να “χει) Διέσεις και Υφέσεις.
13) Από τη στιγμή που αρχίζουμε και μιλάμε πλέον μόνο με Βαθμίδες, ξεκινάμε μια μελωδία και την οποία αντί να την ψάχνει παντού, απλά του δίνω τη διαδοχή Βαθμίδων της μελωδίας αυτής (πχ) 1η, 3η, 4, 2η, 7, 8η, -1η, -3η κλπ. Απλά λόγια ν” αγαπιόμαστε. Για παράδειγμα, για την «Ευδοκία» θα του έλεγα ότι το κομμάτι είναι σε Ρε Φυσική Μινόρε (στο δίσκο, παρεμπιπτόντως, είναι Σολ, το ξέρατε;), η οποία έχει τηλέφωνο  212 212, και ότι ξεκινάει με αυτές τις βαθμίδες (σε νούμερα) 1, 4, 3, 4, 3, 4, 3, 1, 4, 3, 4. Και πάει λέγοντας.
14) Του μαθαίνω να σχηματίζει τρίφωνες συγχορδίες εξηγώντας του ότι κι εκείνες βασίζονται στις 7 νότες της Κλίμακας που έχουμε βρει. Ο τρόπος σχηαμτισμού μίας απλής τρίφωνης συγχορδίας είναι απλούστατος: γράψεις στη σειρά και τις 7 νότες της Κλίμακας, και έπειτα παίρνεις τριάδες από παραδιαδοχικές βαθμίδες: Πχ την τριάδα 1η-3η-5η, ή την τριάδα 2η-4η-6η κ.ο.κ. (Όλα αυτά βέβαια αναλόγως της εκάστοτε Κλίμακας, όπου ειδικά στο μπουζούκι τα πράγματα δεν είναι και τόσο εύηχα και «κανονικά»). Έπειτα του εξηγώ τι πά να πει «Μινόρε» και «Ματζόρε» κι «Ελλατωμένη» και «αυξημένη», αλλά εφόσον πρώτα έχει χαμπαριάσει τί πά να πει «Κλίμακα» κτλ.
15) Από την αρχή αναπτύσσουμε μια εύληπτη δικιά μας σημειογραφία, όπου εκτός από τους αριθμούς των Βαθμίδων περιλαμβάνει και τις μικρές ή μεγάλες παύσεις (π ή Π), τις μικρές ή μεγάλες διάρκειες (. ή …), την αρίθμηση των Βαθμίδων εάν υπερβαίνουν την οκτάβα (8η, 9η, 10η κτλ) ή την υποβαίνουν (-1η, -2η, -3η κτλ), επίσης κάποια σημάδια επανάληψης κτλ.
16) Στο τέλος κάθε μαθήματος βιντεοσκοπείται όλο το ρεζουμέ του, δηλαδή το τραγούδι που μάθαμε κι η θεωρία που μάθαμε, με αργό παίξιμο, με ανάλυση των υπομελωδιών και με λόγια απλά και κατανοητά.
17) Πέραν των Κλιμάκων και των Συγχορδιών και γενικώς της Θεωρίας και του ρεπερτορίου, μπαίνουμε με το μαθητή και σε πιο πρακτικά ζητήματα: πχ το πως να φτιάξει τον ήχο στον ενισχυτή του σπιτιού του ή του προβάδικου ή στο live ή πώς απλώς να παίζει κομμάτια με διαφορετικό ήχο και feeling. Είτε πρόκειται για κονσόλα είτε για ενισχυτή, οι βασικές αρχές είναι ίδιες, τόσο στο EQ όσο και στα εφέ όσο και στα gain/overdrive κτλ. Και επίσης του εξηγώ ότι τα πάντα ξεκινάν από τα χέρια και το feeling· αμα είσαι καλαμπόρτζης, δεμ πά να παίζεις στα Abbey Road με τον Bob Owsinski στην κονσόλα; σκατά θα γράψεις έτσι και δεν ξέρεις να παίξεις ωραία και σωστά. Ενώ άμα είσαι καλός και ξέρεις τι κάνεις, ακόμα και με Montarbo του ’80 να κάνεις ήχο, κάααπως θα την παλέψεις αξιοπρεπέστατα. Όλα αυτά σημαίνουν την τοποθέτηση των χεριών, και ειδικά του δεξιού, το κράτημα, το χτύπημα και το πάχος της πένας, τα tone knob, το κούρδισμα σε 440 ή όχι, τη δυναμική ροή του παιξίματος, τα ποικίλματα και πολλά άλλα. Και πάν” απ” όλα σημαίνουν τη μελέτη που “χει πέσει, καθώς και την ψυχολογία του παίχτη.
18) Του μαθαίνω πως να κοινωνικοποιείται ως μουσικός· ποιούς μουσικούς να επιλέγει ή ν” απορρίπτει και γιατί. (Ο γενικός κανόνας λέει: μακριά από χειρότερούς σου ή εγωμανείς), το πώς να συμπεριφέρεται στην πρόβα, στο live, στο μαγαζί, το τί απολαβές κάνει να παίρνει ή όχι, το πώς πρέπει να μιλά στον ηχολήπτη, στο διοργανωτή, στο μαγαζάτορα κτλ.
19) Εννοείται ότι ο μαθητής από την αρχή-αρχή μαθαίνει την ταστιέρα και τις χορδές του οργάνου: ονόματα, διαστήματα κτλ. Πρέπει να γνωρίζει καλά-καλά το πάρκο στο οποίο κινείται, για να φχαριστηθεί πιότερο το παιχνίδι.
20) Και εννοείται πως του μαθαίνω ΠΑΝ” ΑΠ” ΟΛΑ να εξασκεί το αυτί του και να βγάζει όσο μπορεί τραγούδια ΜΟΝΟΣ του: το να εντοπίζει ποια νότα ακούει, ποια είναι η επόμενη και ποια η βαθμιδική σχέση μεταξύ τους, το αν η μελωδία είναι ανιούσα, κατιούσα, μικτή ή στάσιμη, το σε ποια κλίμακα είναι το κομμάτι π” ακούει, ποια συγχορδία ακούει (και τη Βαθμίδα της), και επίσης να προβλέπει ποια θα είναι η επόμενη νότα/μελωδία/συγχορδία, και γενικά ποια η συνθετική και ενορχηστρωτική αισθητική και αντίληψη πίσω από το κομμάτι και μέσα στο μυαλό του δημιουργού.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όλα αυτά (και άλλα ακόμα) απαρτίζουνε τη διδακτική μου μέθοδο και το περιεχόμενο της (όσον αφορά στους αρχάριους τουλάχιστον). Έχει πιάσει τόπο και έχει φέρει βαθιά αποτελέσματα σε ρηχό βάθος χρόνου· και σε ηλικίες που ξεκινάνε (όπως προαναφέρθηκε κάπου) ακόμη κι από τα εφτά χρόνια του μαθητή.
Η παρούσα ανάρτηση εξήγησε τους λόγους ύπαρξής της ήδη από τη μεσαία ενότητα «Εγώ ο ιδιαιτεράς». Και εύχομαι να πιάσει κι εκείνη τόπο· για το καλό των μαθητών, των γονιών και διδασκάλων, μα πάν” απ” όλα της ίδιας της μουσικής, που στην Ελλάδα τουλάχιστον, έχει καταντήσει εδώ και έναν αιώνα μισό ρεντίκολο. Ένα λιθαράκι απλώς βάζω, μα πάντα σημασία έχει η συνεισφορά· έστω κι η ελάχιστη.

Όποιος γουστάρει μάθημα (είπαμε: αυτοδιαφημίζομαι, δικιά μου ιστοσελίδα – δικά μου και τα χτένια) ας ρίξει σχόλιο από κάτω. Μιλάμε για ηλεκτρική, ακουστική και κλασική κιθάρα, για ηλεκτρικό μπάσο και για μπουζούκι (ναι ρε, και metal και λαϊκά· η μουσική είναι μία, εκτός και αν την κάνεις κομμα(τάκια) για να εξυπηρετήσεις χωρίς να το ξέρεις τις δισκογραφικές και όλο το hype που σου μπουκώνουνε· εάν δεν πείθεσαι, τότε να διαβάσεις ένα περί λαϊκής μουσικής ανάγνωσμα (και ξεκαθάρισμα).

Εννοείται πως περιμένω τις εμπειρίες σου από ωδεία και ιδιαίτερα, και, πάν” απ” όλα, τον αντίλογό σου, διότι είναι πολύ πιθανόν να γράφω και μαλακίες εδώ πέρα. Ουδείς άσφαλτος, που λέει και η μεγάλη μας αηδός.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>