Μέτρο

Ποιάς μοίρας τα χαμόγελα σε σύρουν, ακριβέ μου,
στης πεθυμιάς το ύστερο, στα χνάρια του πολέμου;
σε ποιανής πλώρας τ” ανοιχτά εγύρευες τα κάστρα,
κι απόχασες τη ρότα σου που αρμηνεύαν τ” άστρα;
Τσι θύμησες του ουρανού εκρέμασες μεσίστια,
του ήλιου τα χαμόγελα εξέχασες στα δίχτυα,
εντράπηκες το φόβο σου για τση μαθιάς το μένος
κι επότισες τα σπλάχνα σου να μείνεις μεθυσμένος·
κι όποια φωνή σου μίλαε εμέθησε κι εκείνη,
και το κουβάρι του μυαλού πια δεν την ξεδιαλύνει.

Ποιός σ” έπεισε, μονάκριβε, πως βούτηξ” η ψυχή σου
σε τούτονέ το μαρασμό, στα σπλάχνα της αβύσσου;
Ψέμματα σού “πανε, μαθές, για να σε βάλουν μέσα
για να χαρούν, και με σκοινί τα χείλη σου εδέσα”,
και με χρυσάφι, κώνιο και ύπνους την ταΐζουν,
να της μπολιάσουνε χαρά στην πίκρα που χαρίζουν.

Μην τους ακούς τους βάρβαρους· τα λόγια τους χαράμι·
έχουν στο σώμα τους γιορτή μα στην ψυχή κατράμι·
ψάχνεις στα βούρκα θησαυρούς, στα έλη δαχτυλίδια,
και τση ψυχής σου την ψυχή μέσα στ” αποκαΐδια.
Ετούτος ο λαβύρινθος πόμειν” ερειπωμένος
από θεριά, απο ψυχή κι απ” το δικό σου σθένος.

Δώσε στα πόδια σου φτερά, στα χέρια χαλινάρια,
και των σοφών τους λογισμούς βάλε τους για ριχτάρια·
γύρνα στσι λίμνες, στα νερά, στου ήλιου τη λεπίδα·
μα ό,τι ποτέ δε χάθηκε τ” ονόμασαν Ελπίδα·
πιάσε κοντύλια και χαρτιά κι από “να δάκρυ στάξε,
και της φωνής σου το ρυθμό βρες τον ξανά και φτιάξε·
άσε τους κόσμους τους τρελούς, τα κάστρα και τα τείχη,
τις λέξεις κάμε συντροφιά και τη φωνή τους πήχη·
πιάσε μιαν άκρη της κλωστής και βρες το δρόμο πίσω·
μήδε Μινώταυρο θα βρεις, μήδε σωστό και ίσο·
κάμε ευχή το δάκρυ σου, δωσ” του πνοή και φούρια,
και τράβα ν” ανταμώσετε σε πέλαγα καινούργια·
Ό,τι φυτίλι σ” έζωνε δωσ” του φωθιά ν” ανάψει
και με μπουρλότο τους Λεπρούς η φλόγα του να κάψει.
Ό,τι βαθιά μες στην καρδιά φωλιάζει και κινείται
είναι αγγέλου σκίρτημα που στα κλαδιά της κείται.

Κι άμα σε σκιάζουν οι καιροί, καιρούς να μη φοβάσαι:
ό,τι σε σκιάζει είναι τειχιό που μέσα πρέπει να “σαι.
Αν άντρας θέλεις να γενείς, κάμε του εσύ βαφτίσια,
δώσε του χώμα και πηλό και ζησ” τον παραδείσια·
Μην την πατάς αυτή τη γη· πουλί “σαι πεταχτάρι,
να σεργιανάς τον κόσμο σου δίχως αυτού τα βάρη.
Κι αν το λιοντάρι φοβηθείς, τη ζήλια σου να πνίξεις
γιατί το μαύρο σώμα σου στο στόμα του θα ρίξεις.

Υπογραφή

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>