Layla: Συνοπτική μουσικολογική και παραγωγική φωτογράφηση ενός μύθου

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Αντικείμενο της παρούσας ανάλυσης αποτελεί το “Layla” των Derek and the Dominos, ένα από τα ιστορικότερα τραγούδια στην pop και rock μουσική. Πρόκειται για το 13ο κομμάτι του δίσκου «Layla and Other Assorted Love Songs” που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1970. Την παραγωγή του δίσκου ανέλαβε ο Tom Dowd, παραγωγός μεταξύ άλλων σε δίσκους των Ray Charles, John Coltrane, Rod Stewart, Diana Ross, Aretha Franklin, και εφευρέτης της μεθόδου της πολυκαναλικής ηχογράφησης (Multi-track recording). Το συγκρότημα εκείνη την εποχή αποτελείτο από τους Eric Clapton, Bobby Whitlock, Jim Gordon, Carl Radle και Duane Allman.

ΔΟΜΗ

Ρυθμική αγωγή:
To tempo του τραγουδιού κυμαίνεται (κατά μέσο όρο) στα 116 bmp, και ρυθμός του είναι τα 4/4.
Αρμονία:
Αξιοποιούνται τρεις διαφορετικές τονικότητες, οι D-, Ε και C, και χρησιμοποιούνται τρεις διαφορετικές κλίμακες: φυσική ελάσσων, φυσική μείζων και ελάσσων πεντατονική με εμβόλιμες αλλοιώσεις.
Μορφολογία
Η σύνθεση παρουσιάζει δύο διακριτά μεταξύ τους μέρη που ισόχρονα καταλαμβάνουν τη διάρκεια του τραγουδιού, και η οποία συνολικά υπερβαίνει τα 7 λεπτά (7:10′ στο δίσκο βινυλίου). Τα δύο διακριτά αυτά μέρη είναι:

α) το γνώριμο rock άκουσμα με τη χαρακτηριστική μελωδία της κιθάρας και το δημοφιλές ρεφραίν·
β) το λιγότερο γνωστό, ορχηστρικό και βασισμένο στο πιάνο.
Το πρώτο μέρος του τραγουδιού είναι έντονο και τραχύ ενώ το δεύτερο ήπιο κι ελαφρύ. Ομοίως, η ενορχήστρωση του πρώτου μέρους εμφανίζεται πυκνότερη και συμπαγέστερη ενώ στο δεύτερο γίνεται ρευστότερη και πλέον απλωμένη.
Η μουσική και ακουστική διαφορά των δύο μερών έγκειται στο γεγονός ότι συνετέθησαν και ηχογραφήθηκαν ανεξάρτητα και ενοποιήθηκαν αργότερα, κατά τη μίξη πλέον. Πρόκειται για ανεξάρτητες συνθέσεις που συναρμόστηκαν έπειτα από πρόταση του Clapton (δημιουργού του πρώτου μέρους) στον Gordon (δημιουργό του δεύτερου μέρους).
Τα δύο μέρη του ενώνονται με (στο πρώτο) ελάφρυνση της ενορχήστρωσης, εξασθένιση των δυναμικών, και προσωρινή παραμονή στην έβδομη βαθμίδα της κλίμακάς του, (που αποτελεί την τονική του δεύτερου μέρους) και, τέλος, παράδοση της σκυτάλης στο κυρίαρχο όργανο του δεύτερο μέρους που είναι το πιάνο. Κατ’ ουσίαν μπορούμε να πούμε ότι, τα δύο μέρη του τραγουδιού είναι βασισμένα σε δύο αντίθετα μεταξύ τους όργανα/στοιχεία: το πρώτο στην παραμορφωμένη ηλεκτρική κιθάρα και το δεύτερο στο ακουστικό grand piano.
Η δομή που παρουσιάζει το πρώτο μέρος είναι η εξής:
Εισαγωγή-Κουπλέ-Ρεφραίν-Κουπλέ-Ρεφραίν-Κουπλέ-Ρεφραίν-Ρεφραίν-Σόλο
[ I-V-C-V-C-V-C-C-S ]
Το δεύτερο μέρος αποτελείται από δύο αρμονικές διαδοχές, με τη δεύτερη να λειτουργεί συμπληρωματικά οδηγώντας ξανά στην πρώτη, και η οποία δεσπόζει.
ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΣΗ
Τα όργανα/κανάλια που απαντώνται στη σύνθεση είναι τα εξής:
Eric Clapton: τραγούδι, ηλεκτρική (σόλο, slide, ρυθμική) και ακουστική κιθάρα
Bobby Whitlock: φωνητικά, πιάνο και (ηλεκτρονικό) εκκλησιαστικό όργανο (electronic organ)
Duane Allman: ηλεκτρική κιθάρα (solo, slide)
Jim Gordon: τύμπανα, κρουστά και πιάνο
Carl Radle: ηλεκτρικό μπάσο
ΣΥΝΘΕΣΗ
Α’ ΜΕΡΟΣ
Εισαγωγή (Intro)
Το βασικό ριφ του τραγουδιού αποτελείται από δύο μέρη σε μορφή ερώτησης-απάντησης. Το τραγούδι ξεκινά με το πρώτο ήμισυ σε Ρε πεντατονική ελάσσονα (D minor pentatonic) παιγμένο σε δύο μέσες οκτάβες από τον Clapton, ενώ συνοδεύεται από ρυθμική κιθάρα που εκτελεί πέμπτες (power chords). Αφότου δις επαναληφθεί, στο τέλος του μέτρου μπαίνουν τα τύμπανα με γέμισμα (fill/break) και εφεξής εισάγονται τα περισσότερα κανάλια του τραγουδιού.
Σ’ αυτό το σημείο πλέον επαναλαμβάνεται το πρώτο πεντατονικό μέρος (ερώτηση) του ριφ ανεβασμένο κατά μια οκτάβα, και απαντάται από το δεύτερο σε φυσική μινόρε, και το οποίο σε κάθε δεύτερη επανάληψη του ριφ παραλλάσσεται με unison σε δύο κανάλια της ηλεκτρικής, και έπειτα αναπτύσσει αρμονίες. Στα τύμπανα έχουν προστεθεί και τα κρουστά (ντέφι και πιθανόν κάποια congas). Το ρυθμικό υπόβαθρο λειτουργεί απλά και στιβαρά.
Αφότου ολόκληρο το βασικό ριφ επαναληφθεί δις (προς το τέλος του παρατηρείται και μια φάλτσα διαφωνία στις δύο solo κιθάρες), γίνεται μετατροπία της τονικότητας σε Mι μείζονα (E major), η οποία όμως εισάγεται με τη συγχορδία της έκτης της βαθμίδας, της Ντο# μινόρε (C# minor) για να ξεκινήσει πλέον το κουπλέ και το τραγούδι από τον Clapton.
Κουπλέ (Verse)
Η φωνή του Clapton στο κουπλέ (όπως και σε όλη τη διάρκεια του τραγουδιού) ερμηνεύει σε ψηλή οκτάβα και ακούγεται νευρώδης μα κουρασμένη. Το γεγονός πιθανόν να αποδίδεται στο θέμα του στίχου, ο οποίος περιγράφει τον ανεκπλήρωτο (τότε) έρωτα του Clapton για την Pattie Boyd, την τότε σύζυγο του George Harisson των Beatles. Το ιδιόρρυθμο ετούτο είδος ερμηνείας μπορεί επίσης ν” αποδοθεί στη συστηματική χρήση ναρκωτικών που επιδίδετο τότε ο Clapton (όπως και το υπόλοιπο συγκρότημα).
Στο κουπλέ τα επίπεδα που πλαισιώνουν τη φωνή λειτουργούν ως εξής:
– παράλληλα με τη φωνή, και στην ίδια οκτάβα, δουλεύει συμπληρωματικά μία solo ηλεκτρική·
– οι ρυθμικές κιθάρες εκτελούν «κοφτά», και σε funk και country ύφος κι αξίες·
– το μπάσο αναπτύσσει μια περισσότερο δραστήρια μπασογραμμή, και τα τύμπανα λειτουργούν ζωηρότερα.
– η αρμονία του κουπλέ μπορεί γενικώς να χαρακτηριστεί ως Μι φυσική μείζων, εξαιρουμένης της αλλοιωμένης γέφυρας Ντο μείζων–Ρε μείζων (C major-D major) που ξαναοδηγεί στην τονική του μέρους αυτού.
Αφού ολοκληρωθεί το κουπλέ εισάγεται δίχως γέφυρα το πρώτο ρεφραίν.
Ρεφραίν (Chorus)
Πλέον η μουσική και η τονικότητα επιστρέφουν ακριβώς σ’ εκείνες της εισαγωγής. Ο τίτλος του τραγουδιού, «Layla», επαναλαμβάνεται τρις σε διφωνίες τρίτης από τους Clapton και Whitlock, και απαντάται από τον Clapton με τους υπόλοιπους στίχους του ρεφραίν. Ο τελευταίος στίχος ερμηνεύεται κι αυτός σε διφωνία, και η δομή οδηγείται κατευθείαν ξανά στο δεύτερο κουπλέ με ξανά απότομη αλλαγή τονικότητας.
Ολοκλήρωση πρώτου μέρους
Η δομή με την οποία συνεχίζεται το πρώτο μέρος είναι αυτή του V-C-V-C-C, με την ίδια ακριβώς ενορχήστρωση και μέθοδο. Έπειτα εκτελείται ορχηστρικά η μουσική του ρεφραίν και η οποία τρις επαναλαμβανόμενη πλαισιώνει το slide σόλο του Allman, με κάποια φωνητικά να εμφανίζονται τοπικά σε έμμετρα ή εμβόλιμα σημεία.
Έπειτα από γύρισμα στα τύμπανα και μικρή παραμονή στη συγχορδία εβδόμης της τονικής του ρεφραίν (Ντο μείζων στη Ρε ελάσσων), η ενορχήστρωση χαλαρώνει και εξασθενεί για να οδηγήσει στο πιανιστικό δεύτερο μέρος του κομματιού.
Β’ ΜΕΡΟΣ
Εισαγωγή (intro)
Το δεύτερο μέρος του τραγουδιού με τη σειρά του αποτελείται κι εκείνο από δύο τμήματα, με το πρώτο να δεσπόζει και να οδηγεί, και το δεύτερο να διανθίζει και να λειτουργεί συμπληρωματικά στο πρώτο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του δεύτερου μέρους, τα τύμπανα γίνοται απλούστερα και διακριτικότερα, και το μπάσο γλυκύτερο και πλέον εκτεταμένο σε αξίες. Εδώ τα κρουστά (ντέφι και congas) εκλείπουν.
Με την έναρξη του πρώτου τμήματος του δεύτερου μέρους, το μοναχικό πλέον πιάνο του Gordon εισάγει τη βασική αρμονία επάνω στην οποία θα στηριχθεί το σύνολο όλης της υπόλοιπης σύνθεσης. Η τονικότητα πλέον είναι η Ντο μείζωνα (C major) αν και συχνοτικά βρίσκεται κάπου στο μέσον μεταξύ ΝΤΟ και ΝΤΟ#, δηλαδή σε κούρδισμα όχι σε ΛΑ 440, το οποίο αποδίδεται μάλλον στη μίξη και το mastering του βινυλίου παρά στο καθαυτό κούρδισμα του πιάνου. Στην κλίμακα αυτή προστίθενται με κάποιες εμβόλιμες αλλοιώσεις στην έκτη της (πτώση σε G# dim5).
Αφού το πιάνο παρουσιάσει την κύρια διαδοχή συγχορδιών (chord progression), τα τύμπανα, το μπάσο και οι κιθάρες επιστρέφουν με ηπιότερο ύφος, και έπειτα ξεκινά το παράλληλο slide solo των Allman και Clapton.
Αφού ολοκληρωθεί άλλος ένας κύκλος με όλα τα όργανα, εισάγεται το δεύτερο τμήμα του δεύτερου μέρους του κομματιού. Μία δεύτερη αρμονική διαδοχή πραγματοποιεί πτώση και διατηρεί ως προσωρινό τονικό κέντρο της την 6η βαθμίδα (Λα ελάσσονα), γεγονός που παράγει και το μελαγχολικό τόνο του τμήματος αυτού, έως και την αλλοίωση της 2ης (Ρε μείζονος) και τη διαδοχή της με την 5η (Σολ μείζονα) οι οποίες θα επαναφέρουν το ύφος και τη μουσική στην επανάληψη του πρώτου τμήματος· ήδη αρχίζει και καθίσταται εμφανέστερη η παρουσία ενός organ στο υπόβαθρο.
Η μουσική διατηρεί τον αρχικό της χαρακτήρα. Κάποια στιγμή επιστρέφει προσωρινά στη μελαγχολική διαδοχή. Ακολούθως προστίθεται ένα δεύτερο πιάνο, το οποίο ερμηνεύει χαρακτηριστικές μελωδίες μαζί με την ακουστική κιθάρα. Όλη αυτή την ώρα, slide solo διανθίζουν το προσκήνιο και ανταλλάσσουνε ρόλους με τα solo στις ακουστικές, και στις οποίες προς το τέλος του τραγουδιού εισάγονται δίφωνες μελωδίες σε τρίτες και έκτες.
Το τραγούδι ολοκληρώνεται με το χαρακτηριστικό εφέ «τιτιβίσματος» του Allman, με slide κοντά στη γέφυρα της κιθάρας.
ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Η προσέγγιση στην παραγωγική διαδικασία, κατά τον Tom Dowd έχει τεχνικά αρκεστεί στα βασικά· αναλυτικότερα:
- τα φωνητικά ηχογραφήθηκαν σε ολοκληρωμένα takes, δίχως τη χρήση overdubs·
- οι ηλεκτρικές κιθάρες γενικώς παρουσιάζουν ασθενή μπάσα. Η Stratocaster του Clapton ειδικότερα, υπέσθη ελαφρύ limiting το οποίο προσέθεσε μεγαλύτερο attack στον ήχο.
- Το μπάσο, αντίθετα, είναι πλούσιο σε χαμηλές συχνότητες. Τοπικά το κανάλι του Radle υπέσθη κι αυτό κάποιο ασφαλές limiting.
– Τα τύμπανα του Gordon είναι αρκετά πλατιά στον ήχο τους, γεγονός που επιτυγχάνθηκε με την ανοικτού και απομακρυσμένου τύπου τοποθέτηση των μικροφώνων.
- Σε όλα τα κανάλια -ακόμα και στα στερεοφωνικά, καθώς και σε κάποιες ακουστικές κιθάρες και πλήκτρα- δεν πραγματοποιήθηκε παρά μια ελάχιστη επεξεργασία.
- Το στερεοφωνικό φάσμα χωρίστηκε σε 5 συμμετρικά σημεία (μέσο, άκρα και τέταρτα), ενώ δεν εφαρμόστηκε καθόλου δυναμικό panning.
- Έγινε ελάχιστη χρήση του echo και μόλις το απαραίτητο limiting και EQ.
Τα κανάλια που χρησιμοποιήθηκαν για τις κιθάρες είναι έξι:
3 για το βασικό ριφ και τις αρμονίες του
1 για τις ρυθμικές του Clapton
1 για την slide ηλεκτρική του Allman
1 για το παράλληλο solo των Allman και Clapton
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Όπως είδαμε, το τραγούδι ηχοληπτικώς αρκείτε στα απολύτως αναγκαία, γεγονός επόμενο κι ευπρόσδεκτο όταν συλλειτουργούν οι σωστές πηγές (χώρος-εξοπλισμός-προσωπικό), ενώ μουσικά αποτελεί ένα πάντρεμα προσχέδιου (αρμονίες, μετατροπίες, δυναμική ανάπτυξη) και τυχαίου (ένωση διαφορετικών συνθέσεων, αρκετά αυτοσχεδιαστικά περάσματα κτλ).
Οι λόγοι που το τραγούδι αυτό διατηρεί εδώ και τέσσερις δεκαετίες τη θέση του ανάμεσα στα παγκοσμίως κλασσικά της pop και rock μουσικής, είναι πολυποίκιλοι και έχουν ευθέως να κάνουν με τα αμέσως παραπάνω, αλλά κυρίως και με την ίδια την ευληπτότητα της βασικής μελωδίας (ριφ)· ένα ριφ το οποίο μαζί με λίγα ακόμη (Smoke on the water, Paranoid, Kashmir, Born to be wild κτλ) έχουνε αμετάκλητα εντυπωθεί στο συλλογικό μουσικό ασυνείδητο ακόμα και ακροατών με επιδερμική επαφή με τούτα τα μουσικά είδη.
Οφείλεται όμως για την ιστορία, να σημειωθεί ότι κατά τα πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας του τραγουδιού αυτού, λόγω της μηδαμινής προώθησης από την τότε δισκογραφική εταιρία του συγκροτήματος αλλά και της απαγορευτικής του διάρκειάς για ραδιοφωνικό και club airplay, δεν απήλαυσε παρά ελάχιστη αναγνώριση. Το γεγονός αυτό έπειτα άλλαξε δραστικά, με αποτέλεσμα σήμερα ν” απολαμβάνουμε ένα από τα ισχυρότερα τραγούδια της μουσικής αυτής. Για το τέλος αξίζει, επίσης, να σημειωθούν τα εξής:
- Στο “Layla” ο Clapton χρησιμοποίησε μία Fender Stratocaster του 1956, την “Brownie”. Είκοσι χρόνια αργότερα το όργανο αυτό δημοπρατήθηκε για 450.000 δολάρια· αγοραστής του ο συνιδρυτής της Microsoft, Paul Allen.
- Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στιχουργική και θεματική έμπνευση του τραγουδιού αυτού αποτελεί ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Clapton για την Pattie Boyd, τότε σύζυγο του George Harrison, ζευγάρι το οποίο και δεν γνώριζε τοτε ακόμη για τα αισθήματα του οικογενειακού τους φίλου Clapton. Εννέα χρόνια από την κυκλοφορία του τραγουδιού ο Clapton και η Boyd παντρεύτηκαν, και αφού το ζευγάρι Harrison-Boyd είχε ήδη χωρίσει από το 1974. Ανάμεσα στους προσκεκλημένους της γαμήλιας τελετής ήταν και ο George Harrison, ο οποίος και παρέστη.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>