Περί λαϊκής μουσικής ανάγνωσμα (και ξεκαθάρισμα)

Πολύς κόσμος στην Ελλάδα, κυρίως ο ο τζαζ, ο κλασσικούρας, ο έντεχνος, και ο μέταλ τη βρίζει τη λαϊκή μουσική. Ανήκοντας εξίσου καί στη λαϊκή καί στους δυο τελευταίους χώρους (πλην της τζαζ και της κλασικής δηλαδή)

- κάτσε ρε μαλάκα!!: Τί εννοείς εξίσου;;; Πώς γίνετ” αυτό;;;

- (θα σου πω παρακάτω)

λέω να καταθέσω κι εγώ την άρθροψή μου επάνω στην κακομοίρα (μα και καλότυχη) λαϊκή μουσική, βάζοντας ένα ηλεκτρονικό λιθαράκι στο να καταρριφθούν κάποιοι μύθοι που ήδη έχουν πολλάκις καταρριφθεί μα δεν το “χει πάρει το μάτι μας, και να βάλω κάποια πράγματα στη θέση τους, που πάραυτα δεν έχουν κουνήσει εις το ελάχιστο. Με απλά λόγια, θα πω κι εγώ τη μαλακία μου, αν και μερικά πράματα είναι αυτονόητα για όποιον δε μυρικάζει το κουτόχορτο που του φυτεύουν γύρω του.

Ας τα πάρουμε απο την αρχή.

Το πρώτο επιχείρημα των αντιλαϊκών λέει ότι η λαϊκή «Είναι σκατά γιατί είναι εύπεπτη, φτηνή και χυδαία μουσική».

- Λογικό είναι: είναι εύπεπτη αφού απευθύνεται στον απλό λαϊκό κόσμο (ό,σους μαλάκες κι αν περιέχει αυτή η κάστα, όπως και οι «κουλτουριάρηδες» και οι «αστοί»). Ο απλός λαϊκός κόσμος (δηλαδή η πλειοψηφία των συνανθρώπων μας ανά τη γης) ΔΕΝ ξέρει από μουσική μα σίγουρα την έχει ανάγκη όπως όλοι. Κάποιος πρέπει να του βάλει τραγούδια και μελωδίες στο στόμα· και σίγουρα όχι με το τσιγκέλι. Ο απλός κόσμος θέλει απλά πράματα, έστω κι απλοϊκά άμα γουστάρεις. Δέξου το αξιωματικά.

- Η λαϊκή μουσική επίσης είναι όντως φτηνή, όπως φτηνή είναι και η πραμάτεια στη λαϊκή αγορά, στο παζάρι. Μη μου πεις ότι εσύ δεν πας στη λαϊκή γιατί “σαι «σοβαρός» κτλ. Η λαϊκή μουσική φτιάχνεται (φτιαχνόταν) από (κυρίως) λαϊκούς ανθρώπους για λαϊκούς ανθρώπους, υπό την ίδια έννοια που η λαϊκή αγορά έχει λαϊκά αγαθά από λαϊκούς παραγωγούς για λαϊκούς καταναλωτές· απλά πράματα· δέξου το κι αυτό αξιωματικά. Το αν στη λαϊκή αγορά και στη λαϊκή μουσική πετυχαίνεις συνήθως καλό πράμα, έστω και στον πάγκο αντί την προθήκη, είναι άλλο ζήτημα. Και ναι: όπως συνήθως στη λαϊκή αγορά έχει καλό πράμα έτσι και στην (παλιά) λαϊκή μουσική έχει επίσης καλό πράμα· όπως έχει και μπόλικη φόλα· παντού δεν παίζει αυτό; ή μπας στη μουσική που ακούς είναι τα περισσότερα αριστουργήματα;

- Η λαϊκή μουσική δεν είναι χυδαία, εκτός κι αν μου ορίσεις το «χυδαία». Αν εννοείς το «Ανέβα στο τραπέζι μου κούκλα μου γλυκιά» τότε μάλλον παραγνωρίζεις τη διονυσιακή πλευρά του ανθρώπου, η οποία δεν απέχει και πολύ απ” αυτό το στίχο. Αν θεωρείς το διονυσιασμό χυδαιότητα τότε έχεις πρόβλημα, φίλτατε. Αν χυδαιότητα εννοείς το «Πάρε μου μια πίπα» του Μπουγά, θα συμφωνήσω, όμως αποτελεί εξαίρεση, δεν μπορείς να τσουβαλιάζεις. Άσε που ο Χάρρυ Κλυνν ήδη από τα τέλη του ’80 είχε κάνει σατυρική διαφήμιση με το πολυσυζητημένο «Για να μην τον παίρνετε από πίσω, πάρτε του μια πίπα»· γκούγκλαρέ το. Και μη μ” αρχίσεις τα «ναι, αλλά εδώ πρόκειται περί σάτυρος…» κτλ, διότι όπως τα τσέπωσε ο Κλυνν τα τσέπωσε κι ο Μπουγάς, όπως θορύβησε ο Κλυνν θορύβησε κι ο Μπουγάς. Και πού σαι, ψηλέ: έχεις κι ο ίδιος ουκ ολίγες φορές γελάσει με το στιχάκι του Μπουγά, μη σου πω πως το “χεις χρησιμοποιήσει κιόλας για να το παίξεις χαβαλές σε δεδομένη παρέα, ε; Από την άλλη, ίσως και να προτιμάς πιο εξευγενισμένες (όμως χειρότερες) ύβρεις· τύπου «λεφτά υπάρχουν» και «μαζί τα φάγαμε». Ετούτες οι δηλωμένες πίπες το ίδιο δηλώνουν: «Πάρε μου μια πίπα»· απλώς το λένε έχοντες πλάτες που δεν θα τολμούσες ν” αγνοήσεις.
Σ” αυτό το σημείο θα πεταχτεί ο έξυπνος και θα πει

- Μα ρε μαλάκα, ξέρεις τί επιρροή από Τουρκία, Ινδία κλπ κλπ έχει η λαϊκή μουσική που εσύ μας τη βαφτίζεις «διονυσιακή»;

και θα του απαντήσω: ωραία, και η βυζαντινή μουσική (άμα πιστεύεις στο Χριστό) πατάει το πόδι τόσο στην αρχαιοελληνική, όσο και στην περσική, αραβική, εβραϊκή κτλ. Τί θέλεις να πεις δηλαδή; τί είναι η μουσική; χάμστερ εργαστηρίου, αποστειρωμένο πράγμα που δεν κάνει τη γύρα του στον κόσμο και δεν δέχεται τα μπολιάσματά του; Άμα δε σου κάνει το παράδειγμα τότε να σου πω πως η τζαζ, η μπλουζ, η σόουλ, η φανκ, το RnB, το ροκ και το μέταλ που μπορεί να γουστάρεις, πατάνε κατά κύριο λόγο σ” Αφρική και έπειτα σ” Αμερική και Ευρώπη, και σχεδόν καθόλου στη βαλκανική. Δε σε είδα να “χεις πρόβλημα μ” αυτό, ελληναμύντορά μου. Εκτός κι αν έχεις πρόβλημα με την ινδική και τούρκικη μουσική και εν γένει κουλτούρα· αυτό όμως είναι δικό σου πρόβλημα και όχι της μουσικής. Βρες μου μια μουσική ανόθευτη και καθαρά εθνική (όπως και, βρες μου έστω έναν καθαμόραιο Έλληνα ή ξένο) και θα σου στείλω στο Google Maps τη διεύθυνση του Δρομοκαΐτειου

Δεύτερο επιχείρημα των αντιλαϊκών είναι ότι «αυτή η μουσική συντηρεί μονάχα την κακομοιριά στους Έλληνες,  την εθνική κατάθλιψη κτλ».

- Ναι, εφόσον σου πλασάρανε ότι ο Καζαντζίδης ήτανε μόνο κλαούρης (κάτι που ο ίδιος, προς τιμήν του, ουδέποτε διέψευσε) τότε ανήκεις στον ένα ακόμη μαλάκα που έχαψε ότι του μπουκώσαν. Ναι, ο Καζαντζίδης έριξε πολύ κλάμα στα τραγούδια του, σε εποχές που η Ελλάδα ήταν διαλυμένη απ” τους γερμανοϊταλοβούλγαρους, για να ξαναδιαλυθεί αμέσως μετά από τους Εγγλέζους και τους Αμερικάνους που μας βάλαν στον Εμφύλιο. Ήτανε τότε που πεινασμένες μανάδες με τα μισά παιδιά τους σκοτωμένα, στερνοχαιρετάγανε τ” άλλα μισά (ή όποιο έμεινε) στο τρένο, για να μην τα ξαναδούνε κάποιες απ” αυτές ποτέ. Πώς σου φαίνεται; Δηλαδή τί θα έπρεπε να τραγουδάει ο Καζαντζίδης τότε; το «Σήκω χόρεψε κουκλί μου»; Το τραγούδησε. Και αργότερα το αποκήρυξε διότι κατ” ουσίαν δεν τον εξέφραζε ποτέ. Είχε προβλήματα, μάγκα μου, ο κόσμος τότε. Και τα λαϊκά τραγούδια δεν ήτανε (όλα) απροβλημάτιστα, σαν και σήμερα. Εκτός και αν γουστάρεις το «Έτσι γιατί περίεργα την είδα»… Αλλά πες ότι δε σ” αρέσουνε πάραυτα τα κλαψοτράγουδα διότι, βρε αδερφέ, είσαι και μιας αισθητικής εσύ ο δυτικοπολίτης… Έχεις ποτέ αναρωτηθεί γιατί δεν σ” αγγίζουν αισθητικά αυτά τα τραγούδια; Να σου πω εγώ: διότι μάλλον είσαι κάτω τον 30-40, διότι (όπως κι εγώ) δεν πέρασες σοβαρά ζόρια στη ζωή σου, πχ παρακολούθηση, φυλάκιση, εξόντωση οικογενειακών μελών, πόλεμο, πείνα, ξενιτιά κτλ κτλ. Λογικό· δεν φταις εσύ. Ο πρόσφυγας Καζαντζίδης όμως (πχ) είδε μπροστά στα μάτια του να σαπίζουν για χιλιοστή φορά τον αντιστασιακό πατέρα του, και ο οποίος μετά από τρεις μέρες ξεψύχησε. Μετά ο Κ. δούλεψε όπου νά “ναι για να φέρνει δεκάρες στη μάνα του και τον αδερφό του. Και μετά πού “πιασε την καλή είχε απειλές για τη ζωή του, τα έβαλε με τις κραταιές δισκογραφικές (που του φάγανε δυο φορές την περιουσία και του κλείσαν ό,τι εταιρία άνοιξε), σταμάτησε το πάλκο ακριβώς την εποχή που σταματάγανε τρένα έξω απ” το μαγαζί του να τον ακούσουν λίγο οι επιβάτες, έμεινε εκτός δισκογραφίας για δώδεκα ολόκληρα χρόνια, και επέστρεψε με βουλευτικό νόμο το ’87, για να καταλήξει στα γεράματά του ν” αλληλοδιασύρεται με το Νικολόπουλο και να πεθάνει από καρκίνο μ” αυτά και μ” αυτά. Όλα αυτά τα χρόνια δεν νοικοκυρεύτηκε· έμεινε με τη μάνα του και τη βοήθαγε, και άραζε για ψάρια και καρπούζια με τον Πάνου και λοιπούς γνωστούς και αγνώστους. Α, δε σου είπα το σημαντικότερο, διότι τόση ώρα έχεις βάλει το χέρι σου σε repeat να νεύει «στ” αρχίδια μου»: λοιπόν, το σημαντικότερο είναι που στη σαραντάχρονη πορεία του δεν τραγούδησε μόνο αμιγώς λαϊκά τραγούδια (ό,τι και αν σημαίνει αυτό): τραγούδησε επίσης (πάρε ανάσα και κάμψεις) σε μουσική και στίχους Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκου, Λοΐζου, Μαρκόπουλου, Λεοντή (με παρακολουθείς;), Λειβαδίτη και δεκάδων άλλων ανδρών επιφανών κλπ κλπ. Αν είσαι «έντεχνος» και σου κάνουνε όλοι αυτοί, τότε τράβα και μια κάμψη που ο Χατζιδάκις δήλωσε κάποτε ότι «Μια τέτοια φωνή γεννιέται κάθε διακόσια χρόνια. Η κλασική μουσική έχασε έναν βαρύτονο με απίστευτη άρθρωση, φυσική τεχνική και καθαρότητα ηχείου». Εάν δεν είσαι έντεχνος αλλά άλλης μουσικής χουλιγκάνος, και τα παραπάνω δε σου λένε τίποτα, τότε μάθε ότι κι ο ίδιος π Κ. πέραν των λαϊκών άκουγε συνήθως τζαζομπλουζιές, σπανιόλικα, ανατολίτικα, βαλκανικά κτλ. Σε βλέπω έτοιμο πάλι, με το χέρι κατεβασμένο να δείχνει στον καβάλο, να λέει «στ” αρχίδια μου, δεν μ” αρέσει ο Καζαντζίδης και το λαϊκό». Και θα σου πω κι εγώ, ναι, αλλά δεν φταίει η μουσική γι” αυτό αλλά εσύ κι εκείνοι που σου κολλήσαν τα ρουθούνια στο ταβάνι. Και φταίει και κάτι άλλο:

Οι ηχογραφήσεις στην Ελλάδα

που όσο παγκοσμίως χαρακτηριστικό, μοναδικό κι αν έχουν ήχο, άλλο τόσο (τεχνικώς) σκατόηχο παρουσιάζουν. Διότι ενώ μεν τα ελάχιστα στούντιο της εποχής είχανε ακριβώς τα ίδια μηχανήματα με του εξωτερικού, πάραυτα γενικώς επικρατούσε μία καλαμπορτζιά και αδιαφορία για ζητήματα που άπτονταν καθαυτού του ήχου. Και η καλαμπορτζιά αυτή ήτονε φανερή και στους μεροκαματιάρηδες μουσικοί που μπιανοβγαίνανε να γράψουν· με πάμπολλα λάθη κτλ. Ε και λοιπόν; και στο ρεμπέτικο έτσι ήταν, άσε που δαύτοι μπαινοβγαίναν στοναρισμένοι στο στούντιο: το ρεμπέτικο πώς σου αρέσει (αν σ” αρέσει) δηλαδή;

- Μαααα… το ρεμπέτικο έχει μια αυθεντικότητα ρε φίλε, έχει κυνηγηθεί αυτή η μουσική…

- Έ καί; και το έντεχνο κυνηγήθηκε· δεν σε βλέπω να το γουστάρεις· εκτός κι αν είσαι έντεχνος. Και επειδή δηλαδή δεν κυνηγήθηκε το λαϊκό πάει να πει πως είναι για το μπούτσο; Εδώ να σου θυμίσω τη λογοκρισια που επισήμως (υποτίθεται) απαγορεύτηκε  κατά τη Μεταπολίτευση, αφού δούλεψε για καμιά σαρανταριά (40) συρραπτά έτη.

Επιστρέφω στον ήχο. Που λες, ο ήχος για πολλούς και διάφορους λόγους ήτονε (τεχνικά) μέτριος (αν και χαρακτηριστικός). Βάλε και ότι ουδείς έγραφε με μετρονόμο ως και ας πούμε το ’80, οπότε τα κομμάτια ήτονε αρκετά κουνημένα σε σχέση μ” αυτά που σου πλασάρουνε σήμερα· ε άντε να σ” αρέσει τότε ένα πράμα με κουνημένο ρυθμό, μέτριο ήχο και κλάψα· είναι να σ” αρέσει; όχι. Αλλά και πάλι, μη σε ξανακούσω να τσαμπουνάς δώθε-κείθε για κλαψοτράγουδα εφόσον πρώτα δεν ερευνήσεις τις τόσες διαφορετικές πτυχές της λαϊκής μουσικής – μεταξύ των οποίων και τη χαρωπή· τράβηξε άκου Ζαμπέτα άμα σ” αρέσκουν τα ματζόρια, τράβηξε άκου Τσιτσάνη, άκου και λίγο Χιώτη-

- Ώπα, ώπα, κάτσε ρε μαλάκα..: ο Ζαμπέτας έγραψε πολλά μελαγχολικά τραγούδια..

- …Ναι, όπως έγραψε και πολλά χαρωπά..

- …Ναι αλλά επίσης ήτανε πουλημένος της εποχής του, πρώτη φίρμα κτλ…

- …Ε και; τί πάναπεί «πουλημένος»; επειδή έκανε τη δουλειά του σωστά και έβγαζε φράγκα; Εσύ που μιλάς για αξιοκρατία με ρωτάς τέτοιο πράμα;

- Ναι, αλλά στη χούντα όλοι αυτοί ουδέποτε σηκώσαν το κεφάλι κατά της τυραννίας…

- Γιατί; βγήκανε ποτέ να δηλώσουν «επαναστάτες» και δεν το έμαθα; Όχι: συστημικοί ήτονε, συστημικότατοι· ειδικά ο Ζαμπέτας κι ο Μπιθικώτσης· ε και; Όλος ο κόσμος ήταν υπέρ της χούντας επί χούντας (και ως και σήμερα μη σου πω…). Σχεδόν όλοι. Τί νομίζεις; ότι ο λαός δεν γούσταρε αυτό που γινότανε; Αχαχαχαχα. Μην ακούς τι σου λεν οι κρυφοχουντικοί σήμερα ότι «εγώ τότε κολλούσα αφίσες» και τέτοια· ελάχιστοι το κάνανε και το πληρώσανε· ελάχιστοι κάνανε σοβαρή αντίσταση κατά τη χούντα· και το πληρώσανε. Ακόμα και οι περισσότεροι αριστεροί (που ήταν επί εικοσιπέντε χρόνια παράνομοι ως και τη Μεταπολίτευση) δεν κάναν αντίσταση διότι είχανε το ρουφιάνο οξ” απ” την πόρτα, όπως τον είχε κι ο κάθε υπόλοιπος πολίτης ανεξαρτήτως κοινωνικών φρονημάτων (σου θυμίζει κάτι από «1984» αυτό;). Πώς λοιπόν να κάνεις αντίσταση τότε, επί χούντας ή και πιο πριν; Έχεις υπόψιν σου καν τα αποτρόπαια βασανιστήρια και τις τότε διώξεις; Πώς; Και σου επαναλαμβάνω: οι περισσότεροι νοικοκυραίοι τότε (και ειδικά της επαρχίας) ούτε που σκιάχτηκαν σαν έμαθαν για τα τανκς της «επανάστασης» (επανάσταση;; χαχαχαχαχαχαχαχαχα!!)· ΟΚ, τρομοκρατήθηκαν από τις νυχτερινές συλλήψεις και δολοφονίες της 21ης Απριλίου και από τις διώξεις των πρώτων μηνών. Παάραυτα ο περισσότερος κόσμος το περίμενε το πραξικόπημα επί τουλάχιστον 3-4 χρόνια πριν γίνει, και οι εφημερίδες για καιρό ψιθυρίζανε τα σχετικώς. Και σίγουρα θα έχεις ακούσει μπόλικο κόσμο, κυρίως παππούδια και ταξιτζήδες, να σου λέει «…Τότε… στη χούντα ήταν καλά… άμα δεν πείραζες δε σε πείραζν… τότε βάλανε και ρεύμα στα χωριά… κάναν και δρόμους…». Κατ” αυτό τον τρόπο σκεφτότανε η πλειοψηφία του λαού προ και επί χούντας (και ως και σήμερα να μη σου πω…), ειδικά στην επαρχία (σόρυ guys…). Γιατί δλαδή να σκέφτονται αλλιώς οι λαϊκοί τραγουδισταί και συνθέται και οργανοπαίκται; Εδώ δεν τολμάγαν να γράψουν τραγούδι για τις φυλακίσεις, τις εξορίες κτλ, ούτε καν για τον Εμφύλιο, που είχε τελειώσει (δήθεν) 17 χρόνια πριν. ΟΚ, βάλε για εξαίρεση το «Βράχο-Βράχο» του ’63 (και πάλι, 14 χρόνια μετά την «επίσημη» «λήξη» του Εμφυλίου), και λίγ” ακόμη τραγουδάκια των οποίων χαμπάρι δεν παίρνει κανείς σήμερα την ιστορία και το αντικείμενό (πχ, το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι»). Θέλω μ” αυτά και μ” αυτά να σου πω ότι ο κόσμος τότε (και τώρα) δεν ξεσηκωνότανε· γιατί λοιπόν να ξεσηκωθούν οι καλλιτέχναι; μαλάκες ήτονε;

Σου επιστρέφω ξανά σε Ζαμπέτες, Τσιτσάνηδες, Χιώτηδες κλπ.

- Κάααατσε ρε φίλε… Ο Τσιτσάνης έβαλε το λαϊκό στο σαλόνια μαζί με το Χιώτη, τί μας λες τώρα;…

- Σωστά. Ο Τσιτσάνης (κατά τον τεράστιο Λάμπρο Λιάβα) «έβγαλε το λαϊκό τραγούδι από τα όρια του περιθωρίου, όπου το είχαν τάξει τα αντικοινωνικά και ανατολίτικα στοιχεία του, για να το εντάξει στην καινούργια κοινωνική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδος. Καθιέρωσε νέο ύφος παιξίματος και τραγουδιού με τον εξευρωπαϊσμό-συγκερασμό των κλιμάκων, αρμονίες με δεύτερες και τρίτες φωνές, εμπλουτισμένη ενορχήστρωση και καινοτομίες στην ποιητική δομή, όπου για πρώτη φορά το λαϊκό τραγούδι απoμακρύνθηκε από τις παραδοσιακές φόρμες του δίστιχου επισημοποιώντας το ρόλο του ρεφρέν». Ενημερώσου όμως πρώτα για το έργο του επί Κατοχής και Εμφυλίου. Και αν δε σου κάνει αυτό, σου υπενθυμίζω τη Γερακίνα και σταματώ εδώ τη συζήτηση.

- Μαααα ο Τσιτσάνης ήταν κι αυτός συστημικός!!…

- Όπως και σχεδόν όλοι· οι αντισυστημικοί βρισκόταν στη Γυάρο, τη Λέρο, τη Μακρόνησο, τη Γιούρα, τον Άη Στρατή κλπ, και όσοι δηλαδή επιζήσαν απ” την Καισαριανή, την Μπουμπουλίνας, τη κτλ.

- Δηλαδή όλοι τους τότε ήταν συστημικοί;;

- Θέλαν-δε θέλαν. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα· θέλεις δε θέλεις. Κι εσύ συστημικός είσαι· κι εγώ· (σχεδόν) όλοι μας.

- Μαααα ο Χιώτης ήταν που έβαλε το λαϊκό στα σαλόνια· χώροι τελείως αντίθετοι…

- Ισχύει· ήταν τεράστια προδοσία το «Όλοι το ίδιο είμαστε, λαός και Κωλονάκι» (στο ρεφρέν του βέβαια), ειδικά όταν ακόμη κόσμος βασανιζόταν και σκοτωνόταν σε ξερονήσια και φυλακές, και μόλις δέκα χρόνια απ” την (επίσημη) λήξη του Εμφυλίου. Για όσους δεν ξέρουν ή δε θέλουν να ξέρουν να θυμίσω ότι στο Κωλονάκι μέναν επί κατοχής οι δοσίλογοι κι οι κυράτσες τους· ίσως και σήμερα, δεν ξέρω. Παρόλ” αυτά, εκείνον ακριβώς τον καιρό έβαζε ο Χιώτης το τεράστιο μπουζούκι του στον «Επιτάφιο» των Ρίτσου/Θεοδωράκη, και όποιος δε γνωρίζει την ιστορία της ποιητικής συλλογής (1936) που κάηκε στις στήλες του Ολυμπίου Διός από την «επανάσταση» (αχαχαχαχαχα!!!!) του Μεταξά, καλώς θα κάνει να ενημερωθεί. Και για τους μη γνώστες να αναφέρω πως, στα περισσότερα εντεχνολαϊκά της εποχής τις κόρδες τις κένταγε ο Χιώτης. Δεν ήτανε μόνο μάμπο-τσάμπο ο Χιώτης· όμως ήταν κι απ” αυτό· διότι ο Χιώτης ήτανε κατά κύριο λόγο κιθαρίστας, και μάλιστα παγκόσμιας κλάσης και ικανοτήτων· όπως ήτανε και πολύ respected από μάγκες και ρεμπέτες. Ήτανε παιχτούρα και σεβαστός σε κάθε είδος που πιανότανε. Δεν αρκούν λοιπόν όσα μας μάθανε για να χαρακτηρίσουμ” έναν άνθρωπο και το έργο του· αυτά περί ταμπελών άλλη φορά.

- Δλαδή ρε φίλε ήτανε όλοι συστημικοί και θύματα της εποχής τους;

- Ναι· οι περσότεροι ναι· όχι πως δεν υπήρχαν γεννημένοι καραγκιόζηδες παντού -και βέβαια στη μουσική- αλλά ετούτος ο τόπος έχει μια ιδιαίτερη παράδοση στο να γεννά θύματα της εποχής του· είσαι κι εσύ ένα, τί λες;

Θέλω με όλα τα παραπάνω να σου πω ότι, μπορεί να μη σ” αρέσουν τα λαϊκά, αλλά άμα θέλεις να τα κράζεις ενημερώσου πρώτα· κι εγώ μαζί σου να τα κράξουμε μαζί (δεν θα “ναι κι η πρώτη φορά άλλωστε, κι ούτε καν η χιλιοστή). Αλλ” άμα θες νά “χεις άποψη, σκίσε τις στάμπες που σου κολλήσαν στο μυαλό σου οι γονέοι σου, οι δισκογραφικές, οι πολιτικοί και διάφοροι άλλοι, ψάξου, και μετά ξαναμιλάμε όσο γουστάρεις.

Εδώ πρέπει, επίσης, να μάθετε όλοι (όσοι δεν το ξέρετε) ότι η λαϊκή μουσική είναι και το πλέον πρόσφατο εδώδιμο μουσικό είδος της χώρας μας.

-Τί;;

- Αυτό που σου λέω: η λαϊκή μουσική όπως την ξέρουμε σήμερα ναι μεν έχει τις ρίζες της στο ρεμπέτικο -που “χει τις ρίζες του στη Μικρασιατική, καθώς και στους φυλακόβιους τ” Ανάπλι, και τραβά ακόμα πιο πίσω, στο δημοτικό, το οποίο τραβά την επίδραση του τόσο από αρχαία Ελλάδα όσο κι από Βαλκάνια κι από Βυζάντιο- τραβάει λέω τις ρίζες του το λαϊκό τόσο βαθιά, κι όμως αυτό καθαυτό σαν είδος αποτελεί την πλέον πρόσφατη μουσική ταυτότητα του Έλληνος λαού· τι εννοώ:

Ο Έλληνας έως και το ’40 -ως δλαδη και τον πόλεμο- χωριζότανε σε τρεις μουσικές κάστες: η κυρίαρχη ήτανε οι (μικρο)αστοί, οι πολίτες δηλαδή που ούτε κατά φαντασίαν δεν γουστάρανε ρεμπέτικο ή δημοτικό: ακούγανε βαλς, τανγκό, λάτιν, αμερικανιές (φοξ τροτ κτλ)· ακούγανε κλασσική, ελαφρύ (δηλαδή ευρωπαϊκές πίπες), οπερέτα κτλ. Για την ακρίβεια, ως και το 1930 οι Έλληνες (στις πόλεις τουλάχιστον) ακούγανε μόνο ξένο διότι πολύ απλά δεν υπήρχε ούτε ένα στούντιο ηχογράφησης να γράψουν οι κακομοίρηδες οι Ελληναίοι: τα πάντα ερχότανε απ” έξω, ακόμα κι οι ηχογραφήσεις Ελλήνων. Βάλε τώρα κι ότι ο Έλληνας ήθελε πάντα ν” απεκδυθεί τα τσαρούχια του και να βάλει σκαρπίνια, βάλε τώρα και που οι ξένοι και ξενοθραφείς Βενιζελιάδες (εκ των «Βενιζέλος» και «βασιλιάς», πώς σου φάνηκα;) θέλανε να «εξευρωπαΐσουν» τη χώρα (σου θυμίζει κάτι από σήμερα αυτό;), δηλαδή να την υποδουλώσουν καί πολιτισμικά· βάλε τα όλ” αυτά μαζί, και μάθε ότι ελάχιστοι τότε ακούγαν ρεμπέτικο, Και το οποίο δεν ήτανε καν λαϊκή μουσική διότι ΔΕΝ τύχαινε ευρείας αποδοχής από το λαό, απ” τη στη μάζα, αλλά κυρίως σε περιθωριακούς και παραγωνισμένους («Με τους παράνομους και τους αδικημένους»;). Ελάχιστοι ακούγανε τότε ρεμπέτικο, και μάλιστα υπό το φόβο της φυλάκισης. Το «Μου σπασανε το μπαγλαμά», ας πούμε, από που νομίζεις ότι βγήκε; Ξέρεις φίλε μου πόσα μπουζούκια και μπαγλαμάδες είχαν καταστραφεί και κατασχεθεί ως και τον Β” Παγκόσμιο; Πολλά..: ήταν κυνηγημένο τότε, και διά νόμου, το μπουζούκι και το ρεμπέτικο. Έτσι και σ” έπιανε ο χωροφύβλακας, ο ενωματόρχις ή ο δεν ξέρω ποιος άλλος, να γρατζουνάς τα τέλια, τραβιόσουνα στ” αυτόφωρα με το καλημέρα. Ελάχιστος κόσμος άκουγε ρεμπέτικο ως και το Βαμβακάρη, που τελικά «το έβαλε στα (μικροαστικά) σαλόνια» απλά αφαιρώντας από πολλά τραγούδια τους μαστουρόστιχους και βάζοντας καψουρόστιχους (βλ. Φραγκοσυριανή, Βεργούλες κλπ). Και όσοι στίχοι καταφέραν να τη γλιτώσουν απ” τη μεσοπολεμική λογοκρισία, την ξαναφάγαν επί Μεταξά λίγο πριν τον Β”. Το ρεμπέτικο πέθανε και επισήμως με την «επίσημη» λήξη του Εμφυλίου, αφού πρόλαβε να δώσει όση δύναμη είχε και δεν είχε στον κόσμο, και να βρει πρόσκαιρα μια λαϊκή απήχηση με την κατάλυση της λογοκρισίας (και κάθε έννοιας) επί Κατοχής. «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», «Ρεζέρβα», «Γερακίνα», «Στην Αλάνα» και πόσ” ακόμα στιχουργήθηκαν τότε ή λάβαν από “κει τις αφορμές τους. Ρώτα πχ το Βίρβο για την ανατριχιαστικά συγκινητική ιστορία της «Γερακίνας»…

Έλεγα πως το ρεμπέτικο τότε τ” ακούγανε λίγοι· λαϊκό αγαθό έγινε μέσα σε έναν πόλεμο όπου λίγο-πολύ όλοι ζούσανε σα ρεμπέτες (αν και δίχως το μπάφο διαθέσιμο)· κυνηγημένοι, πεινασμένοι, εξαθλιωμένοι κι αγριεμένοι. Το ρεμπέτικο (1880-1950 – Θεός σχωρέσ” το) ακόμη και μετά θάνατον εξορίστηκε και από την ίδια την κυνηγημένη Αριστερά, η οποία κοιτάζοντας πάντοτε βορειοανατολικά στο τί θα τραγουδοποιούσαν οι σύντροφοι Ρώσοι (που κρεμάσαν τη χώρα μας στη «Χαρτοπετσέτα» του ’44 όπως την κρέμασανε και στην επανάσταση του ’21) δεν έλεγε να καταλάβει τη λαϊκή δύναμη και την αξία του ρεμπέτικου και του λαϊκού. Ξενομανία κι εδώ. Όπως και οι Δεξιοί του τότε, αστοί και μη. Είμαστε χώρα ξενομανής, ας το πάρουμε χαμπάρι φίλε μου μεταλλά, τζαζά, κλασικουριάρη, έντεχνε, άτεχνε κι ό,τινάναι· και θα είμαστε ως και να ξανακοιτάξουμε τις ρίζες που ατροφούν.

Έλεγα ότι το ρεμπέτικο τον ήπιε κι από τις δυο μεριές: Δεξιά κι Αριστερά. Κέντρο εξάλλου δεν υπήρχε πριν τον πόλεμο: υπήρχε μονάχα ένα ρεύμα της Δεξιά με Κεντρώο προσωπείο και μια Ακροδεξιά με Δεξιό προσωπείο· αυτή η τελευταία ήταν κι αυτή που κυβερνούσε. Κέντρο πρωτοσχηματίστηκε λίγο μετά τον Εμφύλιο. Και την ψευτονόμιμη Αριστερά εκπροσωπούσε μετά φόβου και πάθους η ΕΔΑ. Το ρεμπέτικο λοιπόν κόντεψε να πεθάνει τελείως μετά τον Εμφύλιο, έως ότου μία φιλότιμη ομάδα φοιτητών του ’60 άρχισε ν” αναδηφεί κι επαναφέρει στο προσκήνιο ετούτη τη μουσική· ας είναι καλά αυτοί οι ανθρώποι. Ξαναψοφά όμως το ρεμπέτικο μέσα στη χούντα, και στη <εταπολίτευση του κάνανε τα Σαράντα διότι επικράτησε (και δικαίως) το πολιτικό τραγούδι. Όμως ετούτο το ευλογημένο (το ρεμπέτικο) ξαναβρήκε τον τρόπο, και πήρε τα πάνω του (σε underground κυρίως επίπεδο) κατά τη δεκαετία του ΛεΠα, συγνώμη, του ’80. Υπολειτούργησε τη δεκαετία του ’90 αφού είχαμε τα μυαλά μας (όπως πάντα) στο Αμέρικα και το Γιουρόπα. Δόξα τω Θεώ, επέστρεψε δυνατότερο και άπλετο τη δεκαετία του ’00, και δή του ’10 ένεκα Κρίσης. Κάνει σκαμπανεβάσματα δεκαετιών αυτή η μουσική· η αλήθεια της όμως την επαναφέρει πάντα ως Ρίζα για το οτιδήποτε· και έτσι πρέπει. Σ” αρέσει-δε σ” αρέσει το ρεμπέτικο δεν θα χαθεί ποτέ. Εν αντιθέσει με το λαϊκό που (όπως το ξέρουμε σήμερα) θα “χει σβήσει σε μόλις κάνα δυο γενιές, δηλαδή όταν «απολυθούν» και όσοι της ηλικίας μου που προλάβανε κι έναν Τερζή.

Έλεγα λοιπόν ότι το λαϊκό, το παλιό κλασικό λαϊκό (έως και το ’90 δηλαδή μιλώντας με όρους ’13) είναι ένα πρώιμο είδος ως μαζική μουσική· μετρά μόλις καμιά εβδομηνταριά χρόνια ζωής, σε μια χώρα ξενομανή που άκουγε ως τότε βαλσάκια κι οπερέτες. Η ελάχιστη ελληνική (κι αυτή παραπληρωματικά) μουσική που υφίσταται από καταβολής νεοβρεταν…. συγνώμη, νεοελληνικού κράτους είν” οι μαντολινάτες των (Ενετικών ως κι εικοσιπέντε χρόνια μετά την Επανάσταση και τη Λύτρωση) Επτανήσων. Ετούτη η μουσική περιέχει κάτι το ελληνικότατο Ακριβώς Επειδή δεν σήκωσε τον Οθωμανικό ζυγό, και επειδή -όπως και να “χει- οι Ενετοί τραβάνε τη σκούφια τους από τους καριόληδες τους Ρωμαίους που μας υποδουλώσανε ήδη από τον δεύτερο π.Χ. αιώνα. Και αφού μας υποδουλώσανε, πήραν πολλά στοιχεία μας· ένα εξ αυτών και η μουσική. Στις δύο χιλιετίες πολιτισμικής ζύμωσης ετούτης της αυτοκρατορίας, τα Επτάνησα περάσαν από Νορμανδική, Ενετική, ολίγη Τούρκικη και ξανά Ενετική κατοχή, οπότε όλο και κάτι ψιλά πήραν απ” την αρχαία ελληνική μουσική όπως εκείνη, τουλάχιστον, ζυμώθηκε από τους Ρωμαίους. Γι” αυτό λέω «παραπληρωματικά» ελληνική. Οι Επτανήσιοι, που λέτε, με τις καντάδες τους και τις μαντολινάτες τους φέραν στην ασυγκέραστη δημοτική Ελλάδα το συγκερασμένο Ευρωπαικό σύστημα (που αποτελεί κι εκείνο βέβαια προσαρμογή του αρχαιοελληνικού Πυθαγόρειου). Η ευρωπαϊκίλα ετούτη, που ενσωματώνει ουσιαστικά ψήγματα ελληνικότητας (καθώς και Όλος ο δυτικός πολιτισμός) μάς επέστρεψε σαν τόκος στα Επτάνησα και σε άλλες περιοχές. Ήταν ένα σημαντικό μπόλιασμα στη δημοτική, όπως και στην αστική μουσική της χώρας μας. Οι δε δημοτική, νησιώτικη και παραδοσιακή, τραβάν κι εκείνες τη σκούφια τους από αρχαιοτάτων χρόνων, και μήτε η ανατολίτικη επιρροή κατάφερε ποτέ να τους κάνει και πολλά πράγματα. Η σκούφια τους τραβά από αρχαία Ελλάδα, όσο τραβά κι από Βαλκάνια και Μικρασία. Ετούτο, που λες, το μπόλιασμα ήταν σημαντικό για το ρεμπέτικο, το οποίο κατ” ουσίαν ήταν και η μόνη σοβαρή (πλην κυνηγημένη) απάντηση στη βα(ρ)υαροκρατούμενη μουσική που μας κάτσανε μπάστακα οι δωσίλογοι του 1830 (δηλαδή οι δολοφόνοι του Καποδίστρια και διώκτες του Κολοκοτρώνη). Ήδη το ρεμπέτικο, το φυλακόβιο, το μη-αστικό του συν-πλην 1880, δέχεται από εκεί κάποια μουσικά μπολιάσματα, κι ας παραμένει πρωτόλειο και εγωκεντρικό στη βάση του· ας μην ξεχνάμε πάντως πόσοι φυλακισμένοι απ” όλη στην Ελλάδα βάλανε τα μουσικά τους στοιχειά στη μουσική της φυλακής, δηλαδή στη μάνα του πρωτορεμπέτικου.

Το 1922 κάνει (διά της απουσίας του) την εξυπνάδα ο «εθνάρχης», και αφού (ξανα)χάνουμε την Πόλη, χάνουμε οριστικά και τη Μικρασία. Ενάμιση εκατομμύριο(!) κόσμος, που στο τσακ προλαβαίνει να γλιτώσει την ανήλεη σφαγή στο λιμάνι της Σμύρνης, μπαίνει στα καράβια και έρχεται για πρώτη φορά στη μαμά-πατρίδα, και η οποία φρόντισε τους φερθεί όπως πάντοτε φερότανε στα παιδιά της… Αυτοί οι ενάμιση εκατομμύριο Έλληνες ήτανε ό,τι απόμεινε από τα Αμελέ Ταμπουρού, δηλαδή τα τάγματα και στρατόπεδα εξόντωσης στα βάθη της Τουρκίας που είχαν φτιαχτεί κατ” εντολήν Γερμανίας κατά τον Α” Παγκόσμιο πόλεμο. Όπως θα καταλάβατε, η Γερμανία βάζει το δαχτυλάκι της (και όχι όποιο κι όποιο) εδώ και τουλάχιστον έναν αιώνα στα εσωτερικά της χώρας μας και άλλων χωρών. Δεν είναι καινούργιο το παραμύθι· ούτε και ποτέ θα παλιώσει. Τα Αμελέ Ταμπουρού ήταν ένα προοίμιο, ένα test drive ρε παιδί μου, των γνωστών στρατοπέδων εξόντωσης που λειτουργήσανε και επίσημα στη Γερμανία είκοσι χρόνια αργότερα, ήδη από το 1935 περίπου. Για να είμαστε δίκαιοι όμως, ας μην ξεχνάμε και τα Γκουλάγκ που δεκαετίες πριν είχανε ξεφυτρώσει ανά την αχανή πρώην Ε.Σ.Σ.Δ.. Τουλάχιστον σ” αυτά δεν υπήρχανε φούρνοι και θαλάμοι αερίων, όπως στη Γερμανία.

Έλεγα πως ενάμιση εκατομμύριο εξαθλιωμένα αδέρφια μας ήρθαν το ’22, μέσα σε έναν υπάρχοντα πληθυσμό πεντέμιση εκατομμυρίων Ελλήνων! Σα να λέμε, η Ελλάδα μεγάλωσε κατά εν τέταρτο! Και πού να βρεθεί φαΐ για όλους;.. Κάαααπως τότε πήγε να βοηθήσει η (τότε νεόδμητη) Κοινωνία των Εθνών (ο απ” το 1946 κι ύστερα ΟΗΕ, άλλο ένα όραμα του Καποδίστρια που βιάστηκε ανηλεώς). Έδωσε λοιπόν η ΚτΕ λεφτά, εφόδια και εντολές κλπ· αρχίδια: το πως φέρθηκε τότε ο «πάντοτε αδελφωμένος» Έλλην λαός είναι για γέλια και για κλάματα: από τα λεφτά και τις εκτάσεις που προοριζόταν για τους πρόσφυγες, οι τότε Ελληναράδες φρόντισαν και φάγαν όσα μπορούσαν. Πολλά τζάκια του σήμερα χτίστηκαν τότε. Γενικώς να είστε ολίγον καχύποπτοι όταν δείτε ταμπέλα να δηλώνει με καμάρι «Από το 1923″, «Από το 1924″ κτλ… Όχι παντού· αλλά κάπου. Και υπόψιν πως ο Έλλην λαός τότε ούτε λεφτά είχε ούτε κτήματα: πού στο μπούτσο τα βρήκαν κάποιοι τα λεφτά και κάναν (κ)ονομα;… Και ακριβώς τα ίδια βέβαια ισχύουν και για επιχειρήσεις που άνοιξανε μεταξύ 1941 και 1944 (Κατοχή), το 1950 (λήξη Εμφυλίου λίγους μήνες πριν), μεταξύ ’55 κι ’63 (Καραμανλική σκανδαλική οκταετία), και φυσικά μεταξύ ’67 κι ’73 (Χούντα, με έμφαση στα τρία πρώτα χρόνια της). Ας επιστρέψουμε όμως στη Μικρασιατική.

Ακόμα και ο απλός λαός φρόντισε να δείξει έμπρακτα τον εθνικισ… τον πολιτισμό του στ” αδέρφια του: «Τουρκόσπορους» τους ανεβάζανε, «Τουρκόσπορους τους κατεβάζανε· και νά σου τα Ποντιακά Ανέκδοτα, και να μην τους παίρνουνε σε δουλειές ή να τους παίρνουνε για κομμάτι ψωμί τους πρόσφυγες· και νά σου ξύλο, και νά σου φόνοι, και νά σου διωγμοί. Κι οι κακομοίρηδες να μένουν ως επί το πλείστον σε παράγκες και παραπήγματα, κάποιοι τους ακόμα και για σαράντα συναπτά έτη και ως να τους τα γκρεμίσει ο Καραμαλής («Στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή»). Ωραία χώρα, αγγελικά πλασμένη· να τη χαιρόμαστε. Επ” ώμου, και αναφωνήσατε «Ζήτω το έθνος».

Επιστρέφω πάλι στο ζητούμενο, τη λαϊκή μουσική.

Να “ναι καλά λοιπόν οι Μικρασιάτες, μας φέραν υπέροχες συνθέσεις κι ενορχηστρώσεις από την (πρώτη) πατρίδα τους: βιολιά, ούτια, σαντούρια (εκ του «Ψαλτήριον», όργανον αρχαιοελληνικόν), κανονάκια (εκ του «Κανών», νυκτή παραλλαγή του σαντουρίου), νταηρέδες, πολυρυθμίες, κλίμακες, ερμηνευτικές τεχνικές και ύφη κτλ. Όλο αυτό ήταν τεράστια ανάσα για τη ρεμπέτικη (και όχι μόνο) μουσική, η οποία είχε ήδη φροντίσει να δεχτεί τα μπολιάσματα της δημοτικής και της νησιώτικης. Έρχεται κι η προσφυγομάνα λοιπόν και δίνει τα μουσικά της παιδιά στη ρεμπέτικη (μη) λαϊκή μουσική του τότε. Ο ερχομός των προσφύγων είχε χαρακτηριστική επίδραση τόσο στην ανάπτυξη της μαζικότητας του ρεμπέτικου, όσο και στο εργατικό κίνημα, το οποίο είναι τότε ακριβώς που θεριεύει και όχι πρότερα. Το εργατικό κίνημα έψαχνε απλή λαϊκή μουσική για να ξεδώσει, να ξεχάσει ή να θυμηθεί. Το ρεμπέτικο όμως (στο άστυ, τουλάχιστον) ήτονε απαγορευμένο· και θα είναι ως και την αρχή του Β” Παγκοσμίου Πολέμου.

Θέλω με όλα τα παραπάνω να κοζάρεις μάγκα μου τα εξής:

- Ο Έλληνας δεν άκουγε ποτέ λαϊκά ως και το ’40. Για την ακρίβεια, δεν άκουγε καν ελληνικά: άκουγε ξένα και μεταφρασμένες οπερέτες και επιθεωρήσεις και διασκευές και τέτοιες μαλακίες· ήδη από το 1828, απ” όταν δηλαδή πρωτοπροσπαθήσαν να μας καρφώσουν σκαρπίνια κάτ” απ” τη φουστανέλα οι «Μεγάλες Δυνάμεις» για να μας βλέπουνε να παραπατάμε κι αυτές να γελάνε.

- Ακόμη και όταν αυξήθηκε κατά εν τέταρτον ο ελληνικός πληθυσμός, και πάλι δεν υπήρχε λαϊκή μουσική: το ρεμπέτικο μόλις και είχε δισκογραφικά (και λογοκριτικά) ξεψαρώσει, για να το εκμηδενίσει στο αμέσως καπάκι ο Ιωαννίτο Μεταξολίνι.

- Το λαϊκό όπως το ξέρουμε σήμερα είναι μόλις εβδομήντα ετών, και η μορφοποίηση του οφείλεται κυρίως σε Βαμβακάρη, Τσιτσάνη και Χιώτη· και σε λοιπούς τεράστιους της εποχής.

Αφού τα είπαμ” όλ” αυτά, πάμε τώρα και στα είδη του λαϊκού, όπως τουλάχιστον τα γνωρίζουμε σήμερα, και με ελάχιστη όρεξη για ταμπελαηζέησιον.

- Το λαϊκό είναι πρωτίστως το ρεμπέτικο· αλλά αυτό το λέμε σήμερα γιατί θαρρούμε πως οι παππούδες κι οι προπαππούδες μας ακούγανε ρεμπέτικο. Αρχίδια: είτε παραδοσιακά ακούγανε, είτε τα ξένα της εποχής (κυρίως στην πόλη). Ελάχιστοι ακούγανε τότε ρεμπέτικο, κι ακόμα λιγότεροι το μολοούσαν. Παρόλαυτά το ρεμπέτικο δικαίως και αξίζει τον τίτλο της πρώτης λαϊκής μουσικής της Ελλάδας, αφού αφενός γέννησε τη λαϊκή μουσική, αφετέρου διότι έδρασε καταλυτικά κατά την τόσο κρίσιμη περίοδο της Κατοχής στο να ανακουφίσει κάπως τον κόσμο, και αφετρίτου γιατί ο τρόπος με τον οποίο πάντα ξαναβγαίνει στην επιφάνεια και επιζεί είναι αριστουργηματικός· έχει γερή σπορά αυτός ο καρπός· έχει γερό καρπό αυτή η σπορά. Το ίδιο ακριβώς κι ένας λαός, όσο κι αν προσπαθούν να τον εξαφανίσουν, ειδικά τον ελληνικό.

- Το λαϊκό είναι και το εντεχολαϊκό. Τα γεννητούρια του γίνανε με τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου μελοποιημένο από τον Θεοδωράκη, τραγουδισμένο από τον Μπιθικώτση και μπουζουκισμένο από το Χιώτη. Ετούτο συνέβη γύρω στο 1960, και με το δίσκο να κυκλοφορεί την ίδια στιγμή και σε ενορχήστρωση Χατζιδάκι και φωνητικά Μούσχουρης (αποτυχία…), καθώς κι από το δίδυμο Χιώτη-Λίντα(!!!) ελαχίστως αργότερα. Ο όρος «έντεχνο» που τσαμπουνάτε εσείς οι κουλτουριαρέοι δε σημαίνει τελικά τίποτα, ούτε καν τις παπαρδέλες περί «βυζαντινής επιρροής» κτλ, παρά απλώς «μελοποιημένη ποίηση» και υπάρχει στη χώρα μας από τουλάχιστον το 1920. Παρόλαυτά, ουδείς έως τότε έκατσε να μελοποιήσει ποίηση με λαϊκή ενορχήστρωση και σε λαϊκές φόρμες: εξού και το «εντεχνολαϊκό» πως μας προέκυψε. Το “κανε ο Θεοδωδάκης πρώτος κι ακολουθήσαν κι άλλοι: Χατζιδάκις, Ξαρχάκος, Λοΐζος, Μαρκόπουλος, Λεοντής, Μούτσης και λοιποί. Όλοι αυτοί που εμείς οι ηλίθιοι τους αποκαλούμε έντεχνους (λες και όλοι οι άλλοι είναι άτεχνοι) χτίσανε την καριέρα τους, φάγαν ψωμί και παντεσπάνι από τη λαϊκή μουσική. Ελάχιστοι θα τους θυμούνταν όλους αυτούς έτσι και δε γράφανε λαϊκά. Ο Χατζιδάκις μπορεί να απεκύρηξε το «Γαρύφαλλο στ” αυτί» όχι όμως και τις εισπράξεις του ή τη φήμη του. Ομοίως συνέβη και με το Θεοδωράκη και το (κυρίως ειπείν) εντεχνολαϊκό και πολιτικό του τραγούδι, ενώ ελάχιστοι θα τον θυμούνται πχ για τα συμφωνικά ή τα θεατρικά έργα που έχει συνθέσει/επενδύσει. Ομοίως και ο Μαρκόπουλος, αν και οι φόρμες, συνθέσεις κι ενορχηστρώσεις τους ουδέποτε έκρυψαν (τουναντίον) την λαϊκότητα και παραδοσιακότητά τους, ακόμη και σε έργα που δεν τα πιάνει τ” αυτί σου. Όλοι αυτοί -και δεκάδες ακόμα- με πλήθος πτυχίων και λοιπών μπλα μπλα μπλα, βάλανε το χεράκι τους στον κορβανά του λαϊκού είτε από αγάπη, είτε από συφέρο, είτε κι απ” τα δύο. Η λαϊκομάνα και πάλι τάισε κάποιους, ακόμη και αν δεν ήτανε καθαυτό παιδιά της αλλά πτυχιούχοι και ωδειάδες και «έντεχνοι» κτλ. Παρόλαυτά, κάποιοι απ” αυτούς αναγνώρισαν και ευθύς εξαρχής δήλωσαν τη λατρεία τους και το σεβασμό τους στο λαϊκό. Βλ. Χατζιδάκις, διάλεξη για το ρεμπέτικο μόλις στα εικοσιπέντε του χρόνια, και σε εποχή που το ρεμπέτικο κατακραυγάζετο απ” όλες τις μπάντες.

Γενικά μεσιέ, έχε στο νου σου πως όλοι οι «έντεχνοι» που τσαμπουνάς, είχαν τη λαϊκή μουσική πολύ ψηλά στην σε εκτίμησή· και τη μουσική και τον κόσμο. Οι διαφωνίες είναι για τα θύματα «όχι είμαι έντεχνος» – «όχι είμαι λαϊκός» που δε χάνουνε ευκαιρία να σφάζονται μόλις τους διατάξουν εκείνοι που τέμνουν σ” έντομα τ” άτομα: οι εξουσιαστές. Όλοι αυτοί οι «έντεχνοι» και «λαϊκοί» συνθέται που γουστάρετε ή δε γουστάρετε θα σας κοροΐδευαν άπαξ και σας βλέπαν να τσακώνεστε. Γιατί; Ρώτα το Ζαμπέτα όταν κολλητιλίκιαζε το Θεοδωράκη, το Μπιθικώτση όταν φωνογραφούσε στο Χατζιδάκι, τον Καζαντζίδη όταν κένταγε στου Λεοντή, κλπ. Άσε που εσένα τον «έντεχνο» όλο και κάπου σε πετυχαίνω να τραγουδάς (αν όχι να χορεύεις) το «Σήκω χόρεψε κουκλί μου»· κι εσένα «σκυλά, λαϊκέ», ξέρω πως στ” αμάξι σου έχεις καρφωτό το live του Κότσιρα και το ακούς όλη μέρα, ειδικά τις μπαλάντες του. ΟΚ, δεν έβαλες και Τζαβέλα, αλλά και πάλι, βρωμάς και ζέχνεις «εντεχνίλα»· δεν κάνεις κάνα ντους με Τσαλίκη ν «ξεβρωμίσεις»; Σε κάθε περίπτωση, το εντεχνολαϊκόν το λεγόμενον είναι είδος Λαϊκής μουσικής, Λαϊκότατης: αφενός διότι γεννήθηκε σχεδόν παράλληλα με το «παλιό καλό λαϊκό» που λέμε σήμερα, αφετέρου διότι είχε Σημαντικότατη λαϊκή απήχηση (ρώτα και το Σεφέρη για την πλάκα που έπαθε σαν είδε ολόκληρο λαό να τραγουδά την «Άρνηση» του, τριάντα χρόνια αφότου [δια]τυπώθηκε), και αφετρίτου και σημαντικότερον: ήτανε τόσο τεράστια η δύναμη του εντεχνολαϊκού, που με τον τρόπο του (συν)πυροδότησε πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις, έστω και πλέον δυσδιάκριτες .

- Το λαϊκό επίσης είναι το ινδοπρεπές. Εκείνο τον καιρό της Μαντουβάλας, οι εταιριάρχαι (που ήταν ακόμα χειρότεροι από τους σημερνούς) δίναν τσουβάλια τους δίσκους με ινδικές επιτυχίες (Bollywood κλπ) σε συνθέτες και στιχουργούς, και σχεδόν τους απειλούσαν για να φέρουνε πίσω στην εταιρία τέτοια τραγούδια έστω κι απλώς μεταφρασμένα. Γιατί; : διότι εκείνη την εποχή ο λαός την καταέβρισκε με τα ινδικά όσο την καταέβρισκε πάντοτε με τα τούρκικα: κάτι η φεσάρα που δε μας έφυγε ακόμη μετά από τέσσερις αιώνες βρωμιάς, κάτι που είμαστε εκ γεννετής σταυροδρόμι (και καρμανιόλα) πολιτισμών -και δη ανατολικών-, κάτι που η ανατολική μουσική είναι αναμφιβόλως και ασυστόλως μεθυστική, κάτι που ο λαός είχε μόνη του (μετά τον πόλεμο) διασκέδαση το σινεμά και τα (τότε) μπουζούκια, και που το τοτινό σινεμά έπαιζε αβέρτα Bollywood (ο Ράμπο μας ήρθε αργότερα), κάτι που ο λαός της Ινδίας μ” αυτά και μ” εκείνα που “χει περάσει (και που για πάντα θα περνά ως και ν” αλλάξει θρήσκευμα) έχει πολύυυυυυ κλάμα: και τσουυυυπ ο μετεμφυλιακός νεοέλληνας φτωχομπινές κι η Ελληνίδα φτωχομπινού να ταυτίζονται με τη Μαντουμπάλα (ηθοποιός ήτονε) και τον Αμιτάμπ (ομοίως), ασχέτως του αν οι δυο τελευταίοι δεν ήτανε καθόλου μα καθόλου φτωχομπινέδες αλλά πλουτομπινέδες.

Βάλε τώρα και το κλάμα αυτού του λαού (του δικού μας ρε) για τα υπάρκτότατα προβλήματά του -φτώχεια, ξενιτιά, κατατρεγμός, ανεργία κτλ: ε δεν ήθελε και πολύ για να καψουρευτεί τα ινδοτράγουδα, και την ίδια στιγμή που ο ίδιος δεν έδινε καν σημασία στις ίδιες του τις ρίζες: στο δημοτικό και το παραδοσιακό εν γένει. Βέβαια, και το παραδοσιακό είχε τα μαύρα του τα  χάλια εκείνες τις μέρες, και ίσα που πρόλαβε να περισώσει λίγα πράματα η μακαρίτισσα η Δόμνα, λίγο πριν η Μερλιέ κι ο Baud-Bovy, και λίγοι άλλοι. Το παραδοσιακό είχε από καιρό (από το Μεταξά να φανταστείς) κλαρινοποιηθεί, για να ξεκωλιαστεί εντελώς κατά την «επανάσταση» (αχαχαχαχαχαχαχαχαχα) της καταραμένης επταετίας. Αλλά και πάλι: ακόμα κι αυτά τα παραδοσιακά ήσαν μια κάποια λύσις. Όοοοχι: ο Έλλην ήθελε πάντα ξένο, έστω κι εκ μεταφράσεως κι εκ περιτροπής. Εκεί λοιπόν οι εταιριάρχες μετά χαράς αναλάβαν να τον μπουκώσουν ινδοπρεπώς. Και νά σου «Μαντουβάλες», αφού «Είδα τα μάτια σου κλαμένα», για «Όσο αξίζεις εσύ» κτλ. Και πάρε αρκούδα λαέ αρκουδιάρη, πάρε το ντέφι, πάρε ρυθμό αρκουδόλαε, χόρευε δούλε, χόρευε να ξεχνάς τη σκλαβιά σου στη φάμπρικα που μου δουλεύεις όλη μέρα· κλάψε να λυτρωθείς καημένε· και φέρε μου τα λεφτά σου πληρώνοντας δίσκους και ταβέρνες. Αυτή ήταν η πραγματικότητα για τα ινδοπρεπή της εποχής, και τα οποία κάποια στιγμή πάψανε να βγαίνουν όταν δεν ήτανε πια χρή(σι)μα, και τότε που είχε πλέον αναλάβει η «χρυσή» Αμερική να μας εκπολιτίσει. Ο κόσμος πάντως τ” άκουγε, ξεχνιότανε, έκλαιγε· και πάλι καθαρός και δυνατός πήγαινε να προσφέρει δούλευση κι αξιοπρέπεια στον δοσίλογο εταιριάρχη. Επί τη ευκαιρία: αναρωτηθήκατε ποτέ που σκατά βρήκαν λεφτά και κτήματα ορισμένοι, απευθείας μετά τον Εμφύλιο και τον Παγκόσμιο; Όχι; Ε τότε νά “στε υποψιασμένοι με ταμπέλες «Ιδρυθέν εν 1950″, «Από το 1949″ κλπ κλπ. Όχι παντού βέβαια· ίσως σε κάνα φτωχόρι της Πίνδου να υπάρχει ακόμα κάνα μπακάλικο του ’47 που να μην το ανοίξαν γκεσταπίτες.

- Το λαϊκό είναι επίσης το εσωστρεφές, το «καμένο» που λένε κάποιοι, το μοιρολατρικό βαρύ κι ασήκωτο που τραβά τη σκούφια του ευθέως από το ρεμπέτικο και την υπόγα που το ξεπέταξε. Μιλώ για τραγούδια του τύπου «Θλιμμένο σούρουπο», «Συρματοπλέγματα βαριά» και τα τοιαύτα. Στίχοι, συνθέσεις, εκτελεσεις κι ερμηνείες που δύσκολα αντέχει (στην αρχή) ακόμη κι ο λαϊκοfan, και οι οποίες ορμούσαν από και προς ανθρώπους σε εξαθλιωμένες συνθήκες, τριτοκοσμικές, και τρόπον τινά υποκοσμικές. Μουσικές που δε θα μπορούσαν να χαρούν τη (δήθεν) μεταπολεμική και μετεμφυλιακή «ανοικοδόμηση» της Ελλάδας του Καραμαλή, διότι απλώς οι άνθρωποί της είχανε πεταχτεί έξω από κείνη, ή αποτελούσαν δεδομένα θύματά της. Πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο είδος λαϊκής μουσικής, που αν και τότε ήταν σχεδόν εξίσου παραγκωνισμένο όπως σήμερα, πλέον έχει καβατζώσει έναν κρίσημο νευρώνα στη συλλογική συνείδηση του λαού, έστω και αν κανείς χαμπάρι δεν παίρνει την κρυπτικότητα των στίχων του (είπαμε: διώξεις, λογοκρισία, αποβλάκωση και τέτοιο. Άμα εκείνο τον καιρό το «Σήκω χόρεψε κουκλί μου» και το «Ανέβα στο τραπέζι μου» ήτανε για τις αδερφές, το βαρύ ετούτο λαϊκό ήταν για όλους εκείνους που αδυνατούσαν να χωνέψουνε την ήττα, αλλά και να την πολεμήσουν.

- Λαϊκό είναι επίσης κι εκείνο το ανώδυνο που πασάρανε στα Bollywood musical της εποχής ’60-’70, του τύπου «Γοργόνες και Μάγκες» και γενικά οτιδήποτε θα υπέσκαπτε ισογείως το αέναο σκλαβοπάζαρο των λαών κατά έναν ινδουιστικό τρόπο. (Επεξήγηση: η θρησκεία ετούτη ορίζει ότι οι τέσσερις + μία κύριες κάστες της είναι σαφώς διαχωρισμένες και ουδέποτε διαταραχθείσες: ο παπάς θα μείνει για πάντα παπάς, τ” αφεντικό θα μείνει για πάντα αφεντικό, ο επαγγελματίας θα μείνει για πάντα απλός πολίτης, ο εργάτης θα μείνει για πάντα εργάτης, και ο απόβλητος θα παραμείνει για πάντα απόβλητος. Σου πετάν όμως για δόλωμα ότι αν όχι εσύ, ο αγέννητος γιός σου ενδέχεται να είναι πιο κωλόφαρδος. Έτσι η σκλαβιά παραμένει ψευτοπαρηγορημένη σκλαβιά και όλα κυλάνε ρολόι και μοιρολατρεία. Άμα κάνω λάθος διορθώστε με). Σ” ετούτες τις ταινίες λοιπόν είχαμε πάντα το φτωχοπαλίκαρο που τελικά τα κατάφερνε να μπει στα σαλόνια του ναύαρχου, του εφοπλιστή, του επιχειρηματία κτλ, και ο οποίος γιάπης τύχαινε να είναι κι εκείνος αυτοδημιούργητος (αχαχαχαχαχα!!!!) και κατά βάθος καλός άνθρωπος! Μιλάμε για εποχές Ωνάση και Νιάρχου έτσι; Σ” αυτές τις ταινίες υπήρχε πάντοτε στην κυρίως συνταγή κάποια κυρα-Κατίνα, κάποιος κύρ-Προκόπης, ένας παλίκαρος από την τιμημένη εργατιά (όχι όμως την Αριστερή) και μια κόρη από την «αυτοδημιούργητη» και «φιλότιμη» πλουτιά. Στο τέλος ζούσαν αυτοί καλά κι οι θεατές χειρότερα, εφόσον προσωρινώς είχανε πάρει το ινδουιστικό τους αντικαταθλιπτικό για να ξαναπάνε το πρωί στη φάμπρικα και στο γιαπί δίχως συνδικαλισμούς και λοιπές ανατριχίλες του Συστήματος. Σ” αυτές λοιπόν τις ταινίες ακουγότανε και χορεύονταν κάτι μπασταρδεμένοι καρσιλαμάδες, κάτι ιμιτασιόν χασάπικα, κάτι ημίαιμα χασαποσέρβικα, και κονσέρβικα κτλ, όπως και κάτι ωραία ζεϊμπέκικα που γραφτήκανε ειδικά γι” αυτό το σκοπό, και που πάντα θα τα χόρευε εν αποκλειστικότα ο πατήρ Μεταξόπουλος ή κάποιος γουαναμπής του. Όσο και αν οι σκοποί και τ” αποτελέσματα αυτών των τραγουδιών ήτονε αμιγώς συστημικά και ψιλοφασιστικά, άλλο τόσο αφήσανε φοβερά και τραγούδια (λέγε με Πλέσσα) και τα οποία φυσικά θεωρούνται πλέον κλασικά από το λαό. Άρα πρόκειται για λαϊκά κομμάτια.

- Το λαϊκό, επίσης είναι εκείνο το λίγο μεταγενέστερο λαϊκό με τη μαλακισμένη ενορχήστρωση και τα ηλεκτρονικά (της εποχής) μπλιμπλίκια από vintage synth, αρχαιολογικά τύμπανα, γιεγιέδικες ηλεκτρικές, μπάσα χωρίς DI μ” ενισχυτές-ντουλάπες, και τα τοιούτα. Έχουμε πια περάσει στην εποχή της πολυκάναλης ηχογράφησης όπου τα πάντα κόβονται και ράβοντ” ευκολότερα. Παρόλαυτά, ετούτο το υβριδικό είδος λαϊκού μας άφησε κάποια πάρα πολύ καλά κομμάτια και γνώρισε τεράστια αποδοχή, όπως και σήμερα. Γέλα κυρία μου…

- Μπαίνουμε σιγά-σιγά στη δεκαετία του ΛεΠα, συγνώμη, του ’80. Ο Καζαντζίδης απέχει διά του νόμου απ” τη δισκογραφία, δίνοντας αναγκαστικά όλο το χώρο στη σαβρούρα και την παρακμή που γεννήθηκε κυρίως από τα δανεικά που αφειδώς εδάνειζε και σκόρπαγε ο πράσινος «Θα». Ο κοσμάκης γενικώς είχε μια δουλίτσα, είχε ξεχάσει τη χούντα, το πολιτικό τραγούδι, το ρεμπέτικο κτλ, και έτρωγε το εθνικό του νόμισμα στα μπουζούκια, τις σαμπάνιες, τα λέλουδα και τα πιάτα. Το τέλος αυτής της δεκαετίας τον βρήκε τελικά μπατιρισμένο και φαλιρισμένο από κάθε άποψη, μυαλό όμως αυτός ποτέ δεν έβαλε, και όποτε μπόραγε τράβαγε και στα μπουζούκια του ’90, και για τα οποία θα μιλήσουμε παρακάτω. Εκείνη την εποχή που δήθεν (ξ)ανοικοδομείτο η Ελλάδα, η οικοδομή έβγαζε περισσότερα απ” το δημοσιοϋπαλλίκι, και έτσι λίγο-πολύ οι περσότεροι γαλαζοπράσινοι (και καμπόσοι κόκκινοι βεβαίως-βεβαίως) σερνόταν κάτω απ” τα καλτσόν της κάθε τραγουδιάρας και τα σκαρπίνι του κάθε ψωροτραγουδιάρη. Το ουίσκι έρεε εν αφθονία (απ” αυτό που είχε και στο χωριό του ο Έλληνας…), τα πιάτα κατετεμαχίζοντο εν θορυβία, τα λουλούδια τσατσαλοπατιόσαντο εν απληστία και αι σαμπάνιαι εκφεφελλώνοντο εν βουλιμία. Τα τραγούδια είχανε χάσει κάθε διάθεση προβληματισμού («Λεφτά υπήρχαν» ε;..) και ασχολιόσουνταν με «τη γυναίκα μου και το αίσθημα μου», που έκανε «αποτοξίνωση» με «σαμπανιζέ ποτήρια», και αναρωτιόντουσαν μα «ποιά θυσία έχει κάνει αυτή για σένα». Κατ” ουσίαν, οι τότε στιχουργαίοι εστιχουργούσαν τα τότε προβλήματα του Έλληνος λαού, ο οποίος αφού είναι πλέον λίγο ψωμάκι να φάει μετά από 2500 χρόνια, και αφού είχε κάπως λύσει και το βιοποριστικό του, είπε να γαμήσει και τη γειτόνισσα, την κουμπάρα ή τον πίπινο στο γραφείο. Γιατί όχι; Παρόλαυτά, και παρόλη τη σαβούρα, η δεκαετία ετούτη έβγαλε τεράστια (Λίτσα) διαμάντια, ακόμα και στα σκυλάδικα (μην κολλάς στην ταμπέλα είπαμε: δώσε βάση σε σύνθεση, ενορχήστρωση, ερμηνεία και τα τοιαύτα), τεράστιους τραγουδιστές (Τερλέ, Χριστοδουλό, Τερζή κλπ κλπ), άσε που το ’87 άνοιξε (δια τροπολογίας Τρίτση, το θέμα πήγε στη Βουλή) για τον Καζαντζίδη επιτέλους «Ο δρόμος της επιστροφής» και βούλωσε ό,τι στόμα έχασκε ακόμα απ” το ουίσκι των σκυλιών. (Σ” αυτό το σημείο έχω, βέβαια, μια απορία που θα μου τη λύσετε εσείς: Ο Καζαντζίδης τραβιότανε χρόοοονια με το Μάτσα στα δικαστήρια. Το ’75 έβγαλε το «Υπάρχω» και σώπασε. Σε όλα τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης ο Καζαντζίδης ήταν εκτός δισκογραφίας όπως και σχεδόν ολάκερη τη δεκαετία του ’80. Γιατί; Μήπως ήταν έτσι ευκολότερη η σκύλευση των προβάτων, και η μετάβασή τους από τον προβληματισμένο της Μεταπολίτευσης στον απροβλημάτιστο φλατσάπλα κερατοφαμιλιάρη του ’80; Μπορεί· απαντήστε το μόνοι σας). Σε κάθε περίπτωση, το λαϊκό του ’80 ό,τι σαβούρα και νά “βγαλε, έβγαλε και καλό πράμα· και, φυσικά, είχε τη σχεδόν καθολική αποδοχή από το λαό, δηλαδή τα γαλαζοπράσινα που λίγο πριν ήτανε (δήθεν) η «Γενιά του Πολυτεχνείου», δηλαδή είδα-φως-και-μπήκα-και-έπρεπε-να-πατήσουν-φοιτητές-τα-τανκς-για-να-πάρω-χαμπάρι.

- Κάποια στιγμή φτάνουμε στη δεκαετία του ’90, όπου κάνουν το μπαμ ο Αντύπας, ο Νομικός και διάφοροι άλλοι με ντισκολαϊκά, και εκεί που τα κλαμπάκια παίζανε μόνο γκιράπες και techno πλέον αρχίσαν τα ζεϊμπέκικα και τα τοιούτα. Άρα η πιτσιρικαρία μπήκε κι εκείνη στο κόλπο των γονέων της κι έγινε σαν τα μούτρα τους. Τότε ξαφνικά μάθανε τα αμούστακα να χορεύουν ζεϊμπέκικο και να το παίζουν βαρύμαγκες και τα τοιούτα. Μαγκιά, κλανιά κι εξάτμιση και κώλος φινιστρίνι, παπάκια κατσαβιδιασμένα, και το βράδυ παίρνουμε τη Τζένη απ” το πάρκο και τρέχουμε στο κλαμπάκι. Ετούτη η δεκαετία είδε την άνθιση αρκετών τραγουδισταίων που το ’80 δεν προλάβαν να καριερίσουν και να βγάλουν κιχ· ευτυχώς, διότι αρκετές καλές φωνές, καθώς και αρκετά καλά τραγούδια, βγήκαν τότε· κυρίως ζεϊμπέκικα. Το χασάπικο, το σέρβικο και ο καρσιλαμάς είχαν εξαφανιστεί προ πολλού για να παραδώσουν αμαχητί τη θέση τους στο ζεϊμπέκικο, τη ρούμπα και το τσιφτετέλι. Από τα μέσα του ’90 και μετά, βέβαια, ψιλοεπέστρεψαν, και το (νεο)χασάπικο καθιερώθηκε. Ήταν επίσης η δεκαετία οπου το drum-machine (λέγεται και «ντρα μαχίν» από τους ηλίθιους) και γενικώς τα MIDI-α και τα μπλιμπλίκια γίνανε επιστήμη, ενώ έως και τότε όλο και κάνας ντράμερ θα ηχογράφαγε αντί για τ” αρμόνιο. Σε κάθε περίπτωση, είδαμε πολύ καλά τραγούδια τότε (όχι και τόσα πολλά όμως), συν του ότι ακούσαμε και τον τελευταίο λαϊκό τραγουδιστή που έμεινε κλασικός στη συνείδηση του κόσμου, το Νότη, και το ρεύμα του οποίου μεσουράνησε ως και τα πρώτα χρόνια του ’00 και τελικά επεκράτησε δίνοντας ψωμί σε χιλιάδες κλώνους του που θα πετύχεις ανά τη χώρα· τουλάχιστον δέκα στην κάθε πόλη. Τότε, αρχές του ’00 ήταν στη μόδα το τριγωνικό μουσάκι, η φαβορίτα-καρότο τύπου «Ζαμπέτας» (δηλαδή η φαβορίτα που πλάσαρε πάλι ο Νότης), πουκάμισο κάτω απ” το φούτερ με το γιακά και τα μανίκια να προεξέχουν κτλ. Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που έκανε ο Σφακιανάκης, ο τρόπος δηλαδή που επηρέασε μία ολόκληρη γενιά τραγουδιστών, είχε να συμβεί πολλάαααα χρόνια. Μη σου πω από την εποχή του Καζαντζίδη. Και φυσικά η λαϊκή μουσική του ’90 όσο μπασταρδεμένη κι αν ήταν, δεν παύει να είναι καθαυτό λαϊκή εφόσον την άκουγε ο πολύς λαός. Και να μην ξεχάσουμε ν” αναφέρθουμε στις τότε δισκάρες του Μητροπάνου, και βέβαια  του Καζαντζίδη, τις τελευταίες του.

Κατά τα μέσα της δεκαετίας αυτής άρχισε και μια ωραία επιστροφή του εντεχνολαϊκού, το οποίο το είχε ουσιαστικά βουλώσει όλη τη δεκαετία του ’80· Περίδης, Μάλαμας, Λυδάκης, Μακεδόνας, Κότσιρας και λοιποί τότε κάνανε την πρωτοεμφάνισή τους, ενώ η Χαρούλα, η Γλυκερία, η Άλκηστις και λοιπές επιστρέψανε με δισκάρες, αν και με διάθεση πειραματισμού που δεν ήταν για τα κιλά τους. Ο κόσμος την ίδια στιγμή άκουγε Μαζωνάκη και Περίδη. Κουφό; Απόλυτα! Ποιός είπε όμως πως είχαμε και ποτέ μας αυτιά;

- Η δεκαετία του ’00 ήτανε ταραχώδης για το λαϊκό· πολλά καλά και άσχημα συνέβησαν. Καταρχήν ήρθε το ιντερνέτς που άλλαξε τα πάντα τόσο στη μουσική βιομηχανία όσο και στην ίδια την επαφή του κόσμου με τη μουσική. Τα πάντα ήταν ADSL, προσβάσιμα στην αρχή με peer-to-peer και έπειτα με Youtube. Ο κόσμος είχε στη διάθεσή του όλο το μουσικό πλούτο που ως τώρα εσκονίζετο στα τελευταία ράφια του δισκάδικου· ως εκ τούτου επέστρεψε και το ρεμπέτικο. Γαμώ; και πολύς κόσμος το γύρισε προς τα κει. Ζήτω. Το παλιό λαϊκό επίσης επέστρεψε, αν και όχι τόσο δυναμικά. Στη δισκογραφία, στα βίντεοκλιπς, στα ράδιο και στα κλαμπάκια κυριαρχούσαν πάντα οι κλώνοι του Σφακιανάκη και του Γονίδη, όπως και κάποιοι κλώνοι των κλώνων που καλό θα ήταν να μην υπήρχαν ποτέ. Περισσότερος κόσμος άρχισε ν” ασχολείται επί του (ας πούμε…) πρακταίου με τη μουσική, αφού αρχίσαν τα reality, και ο κάθε μαλάκας νόμιζε πως θα κάνει καριέρα· οι περισσότεροι (και καλά να πάθουνε) το πληρώσανε τελικά με καταθλιψάρα απειροστού βαθμού· και ελάχιστοι την παλεύουν ως σήμερα, και σίγουρα όχι μόνο με την φωνή τους. Η δεκαετία του ’00 είναι πολύ νωρίς ακόμα για να κριθεί αν έβγαλε κλασικούς τραγουδιστές και κομμάτια· κατά τη άποψή μου έκανε μια τρύπα στο νερό, όμως αυτό δεν παρά μία ακόμα άποψη. Το εντεχνολαϊκό, πάραυτα, συνέχισε να ευδοκιμεί, αν και οι πρωτομάστορές του είπαν να κάνουν στροφή προς τον κολοβό ηλεκτρισμό και τα ηλεκτρονικά μπλιμπλίκια· τέτοιες πατατιές είχαν καιρό να βγουν… Όμως βγήκανε, τί να κάνουμε; Δεν ξέρω λοιπόν αν το «λαϊκό» του ’00 ήτανε όντως λαϊκό, διότι ο κόσμος άκουγε κυριολεκτικά τα πάντα τότε (εκτός από μέταλ, τζαζ και κλασική μην τύχει και πάθουν τίποτα τα αυτάκια του). Δεν ξέρω λοιπόν αν ήταν λαϊκή αυτή η δεκαετία, τουλάχιστον κατά το δεύτερό ήμισυ· είδομεν.

- Η τρέχουσα δεκαετία είναι πολύ νωρίς ακόμη για να κριθεί. Ξεκίνησε πάντως άτσαλα όπως και όλη η προηγούμενη δεκαετία· το πιθανότερο να συνεχίσει έτσι· ας πρόσεχε.

Τέλος, σου οφείλω μία εξήγηση για το πως γίνεται να πατάω εξίσου στο λαϊκό, στο έντεχνο και στο μέταλ, και του πώς όλ” αυτά συμβιβάζονται.

Εδώ και δεκατρία χρόνια κάνω το λαϊκό κιθαρωδό όπως και τον μπασίστα σε πίστες και ταβερνάκια· είμαι δλαδή, αυτό που λένε επαγγελματίας μουσικός (δηλαδή ψευτοζώ απ” αυτό, μιας και πάντοτε έκανα και δεύτερη δουλειά). Πρι να πιάσω αυτή τη δουλειά άκουγα για όλη την εφηβεία μου μέταλ. Δεν το άφησα ποτέ, και ούτε πρόκειται να τ” αφήσω μιας και μου έχει χαρίσει κάποιες από τις ομορφότερες στιγμές, παρέες και μουσικές που θα μπορούσα ποτέ νά “χω. Άσε που από εκεί έμαθα ουσιαστικά μουσική και όχι τόσο από τα λαϊκά. Πριν το μέταλ, στο σπίτι μου υπήρχαν κρητικά, έντεχνα, εντεχνολαϊκά και ελληνοροκιές· σκυλάδικα και παλιό λαϊκό όχι, τσου. Μ” έχουν λοιπόν στιγματίσει αυτά τα ακούσματα, και μάλλον σ” εκείνα και θα επιστρέψω κάποια στιγμή τελειωτικά. Οπότε ξεκίνησα μ” ελληνική μουσική, συνέχισα με ξένη κι ηλεκτρισμένη, και κάποια στιγμή μπήκα και στη νύχτα· στο παλιό λαϊκό και, ελαφρώς, στο σκυλάδικο του ’80. Δόξα τω Θεώ, απ” όλον ετούτο τον άχταρμα μ” έσωζε πάντα το μέταλ, πηγαίνοντας με Obituary στο μαγαζί και φεύγοντας με Sepultura. Σε κάθε περίπτωση όμως, έμαθα αρκετά πράγματα από τη λαϊκή μουσική, και εφόσον την τραγούδαγα όφειλα να τη σεβαστώ, να την ενστερνιστώ σε ένα βαθμό, αλλιώς απλά θ” ανοιγόκλεινα το στόμα μου να κοροϊδεύω τον κόσμο με άψυχες λέξεις. Όχι, κάτι τέτοιο δεν το “θελα. Άρχισα λοιπόν ν” ανακαλύπτω πράγματα στο λαϊκό, ειδικά στο παλιό, που μου κατέρριψαν αρκετές απ” τις δοξασίες που μού “χαν ως τότε πασάρει κι εμένα όπως σε όλους. Έμαθα πράγματα που λειτουργούν πέραν και πάνω από καθαυτή τη μουσική και το στίχο και την ερμηνεία· πράγματα που “χουν να κάνουν με ιστορία, με κοινωνία κτλ. Η κάθε μουσική έχει να σου διδάξει κάτι· το (παλιό) λαϊκό έχει πολλά να σου διδάξει, καθώς φτιάχτηκε (κυρίως) από αυτοδίδακτους και όχι (τόσο) από παρτιτούρηδες. Έχει κάτι το πρωτόλειο η λαϊκή μας μουσική, και το οποίο απαντάται στην κάθε αυτοδίδακτη μουσική, καθώς και στην παραδοσιακή, και στη μπλουζ, και στο μέταλ.

- Τί λες ρε μαλάκα που θα μας βάλεις ίσα κι όμοια το μέταλ και το μπλουζ με το λαϊκό!!!

- Μάλλον δε διάβασες καλά την ανάρτηση· αν ναι, τράβα ξεβούλωσε τ” αυτιά σου με τη βεντούζα της τουαλέτας.

Έλεγα πως κάθε μουσική έχει κάτι να σου διδάξει για τον αυτονόητο λόγο ότι με τόσους χιλιάδες συνθέτες στο κάθε είδος μουσικής ε δεν μπορεί να είναι όλοι τους μάπα, άσε που οι περισσότεροι απ” αυτούς ακούνε πάντα κι άλλα πράματα. Οπότε μαθαίνω μουσική απ” όπου μπορώ: από τα κρητικά, απ” τη fusion, από το metal, απ” το λαϊκό, από το έντεχνο, απ” το παραδοσιακό, απ” το βαλκανικό, από την κλασική κτλ· απ” όπου μπορώ. Όντας αυτοδίδακτος έχω μονάχα τ” αυτιά και τα χέρια μου, και τσαλαβουτώ λίγο από δω – λίγο από κει και γίνομαι λίγο καλύτερος και πιο εγκυκλοπαιδικός. Θα μπορούσα να ακούω και να παίζω μονάχα ένας είδος μουσικής, όμως ποτέ μου δεν πίστεψα στην εξειδίκευση· ίσως και γι” αυτό να μην έβγαλα ποτέ καμιά ανώτερη σχολή αν και πάντοτε καλός μαθητής, αν και κάποτε πέρασα σε μια τέτοια.

Σε όσους λοιπόν δυσπιστούν για το αν μπορεί κάποιος ν” ακούει, να παίζει και να τραγουδά χίλια διαφορετικά πράματα, μάθετε ότι γίνεται, και ότι είναι συνήθως καλό. Η μουσική δεν είναι πολιτική και δεν έχει κόμματα να πεις πως ψηφίζω αυτό ή ετούτο. Η μουσική δεν είναι πολιτική, δόξα τω Θεώ. Όποιος κλείνει τ” αυτιά του, φταίει εκείνος κι εκείνοι που του το “πανε, και σε καμία περίπτωση η μουσική.

Κράτα από την παρούσα ανάρτηση ότι, αφενός λαϊκό δεν είναι μόνο εκείνο που νομίζεις (αλλά είναι κι απ” αυτό), αφετέρου πως έχει ένα σωρό είδη και πως δεν είναι μονάχα το μονολιθικό που «ξέρεις». Επίσης κράτα πως η μουσική δεν είναι ούτε πολιτική ούτε ποδόσφαιρο· είναι απλώς μουσική: δεν θα σε φάει.

Σ” αυτό το σημείο να υπενθυμίσω ότι δεν είμαι μουσικολόγος, δημοσιογράφος, συγγραφέας, κριτικός, παραγωγός και δεν ξέρω “γω τι άλλο· γκέγκε;

Ως και τις τρεις τελευταίες τελείες αυτού του γραφτού θα έχεις διαβάσει 15 σελίδες, 75 παραγράφους, 666 γραμμές, 8.000 λέξεις και 49.249 χαρακτήρες. Ή κάπου τόσο μετά τις διορθώσεις και τις προσθήκες. Ποιός τη χάρη σου…

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>