Κυτίο παραπόνων

Κυτίο-παραπόνων-1Κυτίο-παραπόνων-2Κυτίο-παραπόνων-3

Ώρες κενές·
άδεια ποτήρια που διψάνε για βασιλικού πολτού σταγόνες
και για μιας ηλιαχτίδας τ” ακράτητο θάρρος.
Κόρες φτενές·
και να φαντάζει κοχύλι ελπίδας ο απάτητος φάρος.

Μέρα μου φεύγεις·
και δε ρωτάς αυτό το σάπιο το καΐκι μες στο διάβα σου,
αν μια στιγμή θέλει τα ξάρτια του ν’ αφήσεις
να οδηγήσεις στα λιμάνια της ψυχής

Καιρέ μου λείπεις.
Στον ήλιο λούστηκα, στη μπόρα, στο τιτίβισμα, στη λάσπη·
και την καρδιά μου γέμισες
όσα χιλιάδων πειρατών και βασιλιάδων τα σεντούκια
μόλυναν με ψέμα, με χρυσό.

Φίλος ο αγέρας:
Συνοδοιπόρος τα χεράκια μου κρατούσε της ανάσας.
Κι έτρεμα, κι έκλαιγα. Μα περπατούσα,
σαν χαρωπά στ” αυτιά μου εβούιζε και αρμήνευε
«Περπάτα…»

Χώμα σε πάτησα, σε ξέστρωσα:
Τσουκνίδες γράφανε το δρόμο.
Κκι όσο ανέβαινα, τόσα ανηφόρια εχάρασες·
κι όσο κατέβαινα, τόσα πηγάδια άνοιγες·
και στις ευθείες σταυροδρόμια κι ερωτήματα.

Βροχή, με ζέστανες:
Δάκρυα άπλωνες στους ώμους μου·
και το κουκούλι χαμογέλασα σαν πέταξα:
σμίξαν οι στάλες με τα δάκρυα, και κάμανε ρακή ελπίδας.

Θυμέ, αφέντη των ματιών μου:
πόσες φορές δεν έσβησες τα μαϊστράλια της ασφάλειας·
και πόσες δε με τρέλανες, πόσες δε με λογίκεψες.

Χαρτί μουσκεύω τώρα, με ανάσες κι αλμυρίκια,
ευάερα, πολύτιμα, σαν πέτρες της πλάσης·
στέκω βουβός σαν ηλιαχτίδα,
και αγέρωχα γυρνώ στη σκιά του μέλλοντος·
χτίζω με δάκρυ τους καιρούς,
και η αναπνιά χαμόγελο στα σπλάχνα.

Ζωηρεύει η ζήση,
άνοιξη μύρισε·
βουνό και κάμπος και πελάγη με συντροφεύουν στου λυγμού θυμού μου το ισόγειο:
μπαίνω σα σκύλος άφωνος,
και συντροφεύω με ανάσες τον καιρό που αλυχτά σα μεθυσμένος.

Τρέμει το χέρι,
μα περπατά·
κι αργοσαλεύουν οι καιροί σαν Δον Κιχώτες,
που “χουν ξυπνήσει μες σε νύχτες και ιδρώτες
ν” ανασάνουν λίγη πλάση

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>