Ξέχωρο

Είμαι χωριό στη μέση του βουνού·
μήδε στη ρίζα του και μήδε στην κορφή του·
μακρά “πο θάλασσες και κάμπους:
ξερόχωρο, ατάιστο, απότιστο.
Λίγοι κατοίκοι· παλιά τα σπίτια· πέτρα στην πέτρα,
δίχως λάσπη και ασβέστη·
στο λάκκο οξ” απ” τα σπίτια τους αποπατούν οι ανθρώποι:
κάθε θαμνί κι ένα κουράδι. Με κάτουρο ανθούν οι ασπαλάθοι.

Λίγοι με ξέρουν· ούτε κι οι κοντοχωριανοί (ανάθεμά κι αν μ” έχει χάρτης)·
λίγοι κατοίκοι.

Μία το χρόνο, δύο το χρόνο γίνεται κάποιος τους διάσημος, αφίσα και νεκρόσημο·
ψηλά στην άκρη μου και το νεκροταφείο.

Κι έχουν νεκροί και ζωντανοί την ίδια κούφια και απέραστη ζωή·

ένα το καφενείο· δύο οι τράπουλες, τρία τα τάβλια.

Δεκαπενταύγουστό “χομε μια πανήγυρη κι αυτό είν” όλο·
βάνουν οι ανθρώποι ρεφενέ τα λίγα ζα τους, τα τυριά τους, τα κρασά τους,
βγαίνει στη μέση ένας λυράρης ξενομπάτης και δυο πάσα·
κι εκεί γλεντάνε τη χαρά και τον καημό
ότι δεν έχουνε καημούς ούτε χαρές.

Δέκα ελιές στην κατηφόρα δίνουν λάδι στους ανθρώπους,
πέντε οζά το κρέας τους, δυο κότες το αυγό τους,
ένα πηγάδι το νερό, κι αυτό αποθαμένο, βουλισμένο.

Στις μια του μήνα έρχετ” ο γύφτος με ντουντούκα
και δυο κιλίμια, ένα λεμόνι, μια καρπούζα.

Την κάθε μέρα ίδιες φάτσες, ίδιες φάτσες
βλέπονται, βρίζονται, γελούνε,
καλημερίζονται, καληνυχτίζονται, μιλούνε· παίζουν πρέφα.
Στον πόλεμο εδώσανε το αίμα τους·
πλέρωσα με κατοίκους μου το αίμα το πεταμένο:
μήδε μνημείο τος εφτιάξανε·
όλοι οι τάφοι φτωχικοί:
μια πλάκα από το σπλάχνο του βουνού,
ένα νοματεπώνυμο, καμία μαντινάδα.

Ούτε μουσεία έχει εδώ, ούτε συλλόγους, ούτε ήρωες:
ένα σχολειό κι αυτό μικρό, κι αυτό λειψό κι ερειπωμένο.
Αριά και που έρχεται δάσκαλος να τον πετροβολήσουν τα παιδιά,
και τον υποχρεώνουνε οι γέροι (αφού γατέχει και διαβάζει) και ανοίγει το ξωκλήσι.
(Πέτρα στην πέτρα και αυτό, κι έχει το χώμα του σκαφτό και πατημένο).
Απέ τού δίνουν μια φεσάρα, μια μαγκούρα, ένα καρβέλι και κρασί,
και βάνουν τον να κοινωνά με μια Παλιά Διαθήκη·
ύστερα κάμουν το σταυρό τους, ανάφτουν κι από “να κλαράκι (κεριά δεν έχει η εκκλησιά)
και πάνε στις δουλειές τους·
ξεχορταριάζουνε, φυτεύουνε τους δέκα σπόρους,, τους μαζώνουνε,,
κι ολοχρονίς πεινούνε και διψούνε· δε μιλούνε·
μον” περιμένουν να περάσει η ζωή ως περιμένεις λίγη ώρα να περάσει.

Δεν έχω το χωριό κανέν” ακαδημαϊκό ενδιαφέρον,
να με παινέψουν ποιητάδες κι επιστήμονες,
να πουν για το φιλότιμό μου, για το φίλεμα, το χώμα και την πλάση που αναδίδω·
αξία δεν έχω ποιητική: κανείς για να με θυμηθεί, κανείς να με ξεχάσει:
γκρίζο τοπίο, γκρίζα ζωή·
ούτε και μαύρη για να πεις πως πήρε χρώμα,
ούτε και άσπρη για να πεις θα ξαποστάσω.

Είμαι χωριό σαν τις γριές του:
ξεδόντιαστες, ολόσκυφτες, με χίλιους δέκα πόνους σιγανούς κι αξομολόγητους·
μόνο να τρώω και να πίνω -κι αν βρω να φάω και να πιω-, να κατουρώ και να κοιμούμαι,
μ” ένα εικόνισμα μικρό και μιαν αυλή να τη σκουπίζω κάθε μέρα,
κι ας είν” η σκόνη ανύπαρκτη αφού αέρας δε φυσά να τη χορέψει·
μονάχα ήλιος και βροχή – κι αυτά στην ώρα τους· καμία έκπληξη, καμία έκπληξη.

 

Έτσι βαρύ κι αφόρητο σαν τη βαριά και την αφόρητη ζωή των χωριανών είμαι κι εγώ·
αξία ποιητική καμιά, αξία ζωντανή καμιά (μήδε κι αξία ποθαμένη):
βάρος.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>