Πως, γιατί γράφεται η ιστορία

Η ιστορία γράφεται από τους νικητές· πάντοτε. Και γράφεται για μόνο και μόνο ένα λόγο: όχι από ενδιαφέρον για το παρελθόν και τη διάσωσή του, όχι από ενδιαφέρον για το αύριο και τη διάσωσή του, αλλά για ένα και μόνο λόγο: για να μάθουνε οι ερχόμενοι ακριβώς εκείνα που χρειάζεται για να επαναλάβουνε αυτούσια τα λάθη των απερχομένων, για να την πατήσουνε και πάλι και πάντα μαζικά.
Η ιστορία δεν γράφεται από κείνους που νοιάζονται γι” αυτή ή την Αλήθεια· γράφεται από καλοπληρωμένους καραφλοκουστούμηδες με ονοματεπώνυμα κύρους, που “χουν μονογραμμένο το πατρώνυμο στο εξώφυλλο κι έχουν το όνομά τους ληξιαρχικό. Δεν τον λεν Μανώλη τον ιστορικό: τον λένε Εμμανουήλ· δεν τονε λένε Νώντα: τονε λεν Επαμεινώνδα (και τί κύρος θα μπορούσε να “χει ποτέ κάποιος Νώντας;). Και είν” ένας Επαμεινώνδας ονοματεπώνυμος και πατρώνυμος, είναι ένας Επαμεινώνδας Χ. Τάδε (Ταδόπουλος, Ταδέλης, Ταδένιος). Ψαρώνει πάντα ο κοσμάκης σαν βλέπει πατρονοματεπώνυμα. Και το βιβλίο τους, το «έργο» τους δεν θά “ν” απλό βιβλίο της σειράς: θα είναι δερματόδετο, μεταξοτυπωμένο, βαρύ, κι ασήκωτο και χιλιοσέλιδο κι επίτομο· με πολυτονικό και καθαρεύσουσα και κόκκινη κορδέλα για σελιδοδείκτη. Και θά “χει ευχαριστίες και αιγίδες σε φορείς και σε ιδρύματα, κι ακαδημαϊκούς και διαπεπιστευμένους και λοιπούς. Κι οι συγγραφείς τους θά “χουν καλοπληρωθεί ίνα εξιστορίσουσι τας λαμπράς σελίδας του ημετέρου Έθνους, και δή του ημετέρου Κράτους και του σογιού του, που πάει βασίλειο. Ετούτοι οι ιστορικοί θα γράψουν πάντα αποστειρωμένα ή παθιασμένα δια τας λαμπράς εκείνας σελίδας του ημετέρου Έθνους, και θα φροντίσουνε να κρύψουν ή ν” αλλάξουν όσα δεν πρέπει να γνωρίσει ή να θυμηθεί ο κοσμάκης. Βλέπεις, η πένα είν” ακίνδυνο σπορ, ειδικά σαν έχει πλάτες κρατικές. Κανείς δε θα σηκωθεί απ” τον τάφο του να δείρει τον καλαμαρά, κι οι δε απόγονοι φιμώνονται με φράγκα ή με ξύλο. Γράφουν λοιπόν ό,τι θένε και ό,τι πληρωθούν οι ιστορικοί της κάθε εποχής από και γιά τους κρατούντες της κάθε εποχής. Η πένα βλογάει γένια, όσο σπανά και νά “ν” αυτά. Και θα γράψουν αποστειρωμένα οι ιστορικοί (δηλαδή δήθεν αντικειμενικά) αφού έτσι ακριβώς θα ξενερώσει ο κοσμάκης και θ” αδιαφορήσει σιγά-σιγά στο να μελετά ιστορία, όσο κάλπικη λύρα κι αν είν” αυτή. Είτε θα γράψουν παθιασμένα οι ιστορικοί, για να χτίσουν αναγνώστες και γενιές με ρομποτάκια παθιασμένα.

Κι έτσι, γενιά τη γενιά χτίζεται ο κοσμάκης· με το παρελθόν που του ξαναγράψαν ξαναγράφοντάς του έτσι και το μέλλον του και το ριζικό του· ο κοσμάκης θα εξακολουθεί να εμπιστεύεται πάντα τας επισήμους πηγάς, εκείνες που του μάθαν με τη βίτσα στο σχολείο. Και πώς λοιπόν να λειτουργήσει σωστά ετούτος ο κοσμάκης άμά “ναι γεμάτη ψέμα η γκλάβα του; Η ευημερεία στηρίζεται και μόνο στην αλήθεια· και η κακομοιριά στην πλάνη· κι αυτό το ξέρουνε καλά οι κάθε λαοπλάνοι. Ο κόσμος εύκολα ξεχνά σαν του πετάξεις ξεροκόμματο· γιατί μ” εκείνο έμαθε να τρέφεται, ο σκύλος. Κι οι λαοπλάνοι χρειάζονται σκυλιά, και πρόβατα, και χοίρους, και κότες στο μαντρί. Δε θένε άλογα, δε θεν” λιοντάρια οι λύκοι.
Η ιστορία γράφεται από και για τους νικητές. Μονάχα που ξεχνάν όλοι αυτοί ότι ετούτο το ζούμπερο που λέγεται άνθρωπος, έχει δύναμη τεράστια δύναμη, κι ετούτη η δύναμη ήταν πάντα μόνο μια: μέρος κρυφό και ορφανό που απιθώνει την ελπίδα αγκαλιασμένη με το δίκιο· χτίσμα Θεού που πια κι ο ίδιος δεν το βλέπει. Και είν” αυτό ακριβώς το μέρος που θα ξυπνήσει τον άνθρωπο, δύο χιλιάδες χρόνια μετά για να γραπώσει το καριοφίλι, το γκρα και το μάνλιχερ, ή απλώς την τσάμπα, να βάλει μπουρλότο στα μυαλά ολάκερης της ανθρωπότητας. Ο λαός δεν είναι χαζός, όμως τον παριστάνει με ταλέντο υποδειγματικό έως και νά “ρθει η ώρα αυτή του βίαιου ξυπνήματος. Κάθε εποχή γεννά τους ήρωές της. Κι εκείνους τους τρέμει ο κάθε νικητής που γράφει την ιστορία· και φροντίζει να τους αφανίσει αφού προλάβει να τους στύψει σαν λεμονόκουπες στα πεδία των μαχών. Θαρρεί έτσι ο νικητής πως θα κρατήσει για πάντα το παραμύθι, κι ότι δε θά “ρθουνε οι μέρες όπου ο κάθε νόμος θα ψηφίζεται στην κάλπη, και που ο κάθε δωσίλογος θα ξοφλά την εσχάτη προδοσία με την καρωτίδα του. Θαρρούν όλοι αυτοί πως αφού ο άνθρωπος είναι ζώο, πως μία ζωή θα τρώει κουτόχορτο – και βέβαια φροντίζουν να μην του λείψει αυτό ποτέ, και ας του λείψουν όλα τ” άλλα. Δεν θένε να καταλάβουν οι νικητές πως το κουτόχορτο σάχνει ανθρώπους κουτούς, κι ότι οι κουτοί άπαξ και ξυπνήσουνε δεν τους βαστάνε δέκα ρέματα σαν πιάσουν να τουμπάρουν το βυθό.
   Η ιστορία γράφεται από τους νικητές με τέτοιο μελάνι που μιαν ημέρα μέρα δεν θα υπάρχουν νικητές άλλοι από τους πρώην ηττημένους. Αυτοκτονούνε κάθε μέρα οι νικητές μ” αυτά που γράφουν· λογικό: όποιος σκοτώνει, θρέφει το σπόρο του θανάτου· κι αυτός ο σπόρος πρώτ” απ” όλες τρώει τις σάρκες που τον θρέφουνε.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>