Η μωραία Ελένη

Φοράω το ταγιέρ μου, φοράω τα γυαλάκια μου (με σκελετό κοκκάλινο, παρακαλώ…). Βάζω το φουστάνι μου· έως το γόνατο: ούτε σεξουάλ ούτε ασεξουάλ. Λυτά αφήνω τα μαλλιά μου  (φρεσκολουσμένα, φυσικά…). Ρίχνω και λίγο πατσουλ λίγη κολόνια «Μυρτώ»· σαν το χρυσάνθεμο να μοσχοβολώ, και σαν το πεφταστέρι.

Μασκαρεύτηκα· έτοιμη είμαι να επιπλήξω, να βαθμολογήσω, να τιμωρήσω, να δείξω τον δρόμο τον σωστό στους νέους, εκείνους τους ακούρευτους στην ψυχή και στην τρίχα: να τους χτενίσω, να τους προφυλάξω.
Μασκαρεύτηκα· έτοιμη είμαι να πω «μα τί λέτε κύριέ μου;», «σάς παρακαλώ πολύ…», «είστε αναιδέστατος!» και άλλα τέτοια ξόρκια. Και, στο σπίτι μου, μπορώ το στρώμα να γλιτώσω απ” το τσαλάκωμα του σπέρματος, τον άνδρα μου (σύζυγος, παρακαλώ) ν” αποθαρρύνω (γιατί είμαι κιουρία εγώ).
Έτοιμη είμαι την τέχνη να υπερασπιστώ: «Ξέρετε ποιός ήταν ο Καβάφης, ο Χατζιδάκις, κύριε;…», «Αχ πόσο λυρική και υψιπετής νιώθω σαν οι αιθέριες ετούτες μελωδίες μ” εναγκαλίζουν έως το ύπατον της  τέχνης!…».

Είμαι ερωτευμένη με έναν συνάδελφό μου, τον κύριο Πάρη (αχ ο Πάρης…): νέος δυναμικός, καλοντυμένος, καλοθρεμμένος, ώριμος· ένας κύριος από σόι! Κλεφτά ανταλλάσσουμε ματιές στους διαδρόμους, στην αίθουσα των καθηγητών, στις τουαλέτες των καθηγητών, στην είσοδο. Κλεφτά βρισκόμαστε στο αλσάκι, στα περίχωρα του κλεινού άστεως.   Περίπατοι… αχ πόσοι περίπατοι χέρι-χέρι και να μιλάμε για Μπωντλαίρ, για Καζαντζάκη (αχ αυτός ο Καζαντζάκης…), για ποίηση, για λογοτεχνία, για ιστορία και πολιτική…
Δεν ξέρω γιατί είναι μαζί μου… Ίσως και να του βγάζω κάτι μητρικό· ίσως και κάποιο βίτσιο του (τί χυδαία λέξη και αυτή…) να γεμίζω· ίσως όμως και να με θέλει! να ταιριάζουμε! Και, όταν με ξαπλώνει στου άλσους το χορτάρι (αχ πόσα ξέρει αυτό το άλσος…) και με γδύνει, και με δαγκώνει, και με φιλά,  και ένδον μου εισέρχεται··· αχ… στο διάολο παν” κι Καζαντζάκης κι ο Μπωντλαίρ και ο Πλάτων και ο Σωκράτης και οι αξίες και όλα. Και τότε θυμάμ” ένα κορίτσι στο χωριό, μία δεκαεξάχρονη παιδούλα να στριφογυρίζει στα στάχια με τον Αντρίκο, τον συμμαθητή. Ως και το βλάχικο αξάν αθέλητα τότε επιστρέφει.
Έτσι, καθημερινώς, με το χαμόγελο στα χείλη και το γαρύφαλλο στ” αυτί γυρίζω στο σπίτι.

Ο άνδρας μου (ο υδραυλικός) έχει την απορία· όμως ποτέ του δε ρωτά. Ούτε και αν του αρνούμαι το κορμί μου (εκείνο που εξεπόρθησε ο Πάρης) δήθεν πως είμαι κουρασμένη (ο «πονοκέφαλος» καλώς κρατεί!), ούτε και αν το πλυντήριο κοντεύει να σκουριάσει, είτε η απλώστρα αν νιώθει μόνη. Βλέπετε,… είμαι καί κιουρία μα καί πουτάνα (τί χυδαία λέξη και αυτή…) στο κρεβάτι (έτσι μου λέει  ο Πάρης μου!!).

Πού να “ξερε κι ο Πάρης μου, κι ο άνδρας μου, κι οι γείτονες, κι οι κύριοι συνάδελφοι κι οι μαθητές μου· πού να το ξέραν όλοι αυτοί πως ήμουν «το Λενιώ» που τα φουστάνια του τα σήκωνε πίσω από κάθε θάμνο, μπροστά στον κάθε θάμνο από τρίχες ώριμες κι άγουρες: στον παπά, στο ζευγά, στο δάσκαλο, στον Αντρίκο και στους φίλους του, στο μπάρμπα-Στέλιο. Πού να το “ξέραν όλοι αυτοί πως ήμουν ένα βούι ως που με στείλανε στην πόλη να σπουδάσω. Πού να το “ξεραν πως το διάβασμα μου φόρεσε γυαλάκια και των καθηγητών τα χάδια και χατίρια πως μου δώσανε και πτυχίο, και μεταπτυχιακό, και διδακτορικό παρακαλώ (στη Σορβόνη, κύριε…). Πού να το ξέραν όλοι αυτοί πως μοναχά με το χαρτί θεσούλα δεν βολεύεσαι, και πως ο μπάρμπα-Στέλιος (αιωνία του η μνήμη) μίλησε ξάδερφό του βολευτή βουλευτή για θέση στο δημόσιο: δασκάλα σε σχολείο· κι έπειτα σε γυμνάσιο· αργότερα σε λύκειο και, τέλος, στο πανεπιστήμιο έκατσε η αφεντιά μου, «το Λενιώ» του μπάρμπα-Στέλιου, και του Αντρίκου, και των φίλων του, και του παπά και του ζευγά.

«Μην πιάνετε στο στόμα σας τον άγιο Χατζιδάκι, κύριε…». «Πώς τολμάτε και αμφισβητείτε τον Σεφέρη!». «Υπέροχον το έντεχνον τραγούδι!· και επαίσχυντον το λαϊκό…». «Υπέροχος αυτός ο Σεζάν…», και «Ανυπέρβλητος ο Γκαίτε…».

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>