Η

Η

Κι αν προσπαθείς μες στο λευκό της να ξεφύγεις,
μαύρη αδελφώνεται της φλέβας το σκοτάδι,
και σε γυρεύουν στα χαράματα π” ανοίγεις·
κι εσύ Σωκράτης, πίνεις κώνειο κάθε βράδυ.

Γλυκοχαράζει κι εισ’ ακόμα μεθυσμένος,
στη γειτονιά της λησμονιάς σε μια βελόνα·
η συντροφιά σου ένας καθρέπτης χρόνια ξένος,
και η ψυχή σου μια ιπτάμενη γοργόνα.

Βουνά και πέλαγα και φλόγες που αρμενίζεις·
γεωμετρία από νουβέλα του Άλαν Πόε·
χρυσοντυμένα ουρλιαχτά· στοιχειά της φύσης·
μια κιβωτός που στέκει δίπλα της ο Νώε.

Επτά στεφάνια με τραντάγματα του ρίγους,
που καταθέτουν τα σαράντα κύματά της,
φόρο τιμής να στέκει στους στερνούς σου τοίχους,
σου γνέφουν πως της διαδρομής τελειώνει ο χάρτης.

Κάποιος σκουντά, άλλος μετρά τ” άψυχό πλοίο
που χαιρετάς με μια βεντάλια αναμνήσεις·
δάκρυα κυλάνε στης φωνής σου το βιβλίο,
που έχει κλείσει πριν προλάβεις να ανοίξεις.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>