Γράμμα στον ελεύθερο κύριο τάδε

(Κατεξοχήν και καταρχήν η σκλαβιά γεννιέται και φασκιώνεται στο τσερβέλο τ” ανθρώπου).

Τί να σε κάνω ελεύθερε, εσένα τάδε, που μιας ζωής χαμπάρι δεν πήρες τρακόσες και άλλες εξήντα μοίρες ουρανού καθάριου ή τσακισμένου επάνω σου; Τί να σε κάνω ελεύθερε, ευυπόληπτε κύριε τάδε, άμα της θάλασσας τ” ανεμισμένο μετάξι η ματιά σου προσπέρασε;

Είμαι σ” ένα κελί τώρα που στα γράφω· ένα φεγγίτη ουρανό, μία σταλιά μ” αφήκανε να μπαίνει ίσα-ίσα ο αέρας· άμα μπορούσαν, θα μου το κρύβανε κι ετούτο το γαλάζο πανάκι στην κορυφή του κατουρημένου τοίχου· κάτι τύποι σαν κι εσένα, κύριε τάδε, κύριε ευυπόληπτε σκλάβε. Και μέσ” απ” αυτό το γαλάζιο πανάκι, τον 33×33 φεγγίτη μου, παρελαύνουνε κάθε μέρα λευκοί και σταχτοί και μαύροι οι πόθοι μου κι οι μνήμες μου στα σύννεφα· περνοδιαβαίνουν τον ουρανό. Κι εγώ, μες στις ατέλειωτες κακογραμμένες ώρες του δικαστή, βλέπω στα επουράνια βαμβάκια τον πατέρα μου, τη μάνα μου, τον έρωτά μου το στερνό· βλέπω κουτσούβελα, βιβλία, ψαροκάικα, · βλέπω ό,τι θέλω ο τρελός, κύριε ελεύθερε τάδε σκλάβε.

(Που και που κουρνιάζει και ξαποσταίνει κάνα σπουργίτι· και μου τιτιβίζει τις φωνές των αγίων και των νεκρών μου, ή τις ευχές των ζώντων μου. Το πουλάκι αυτό, ο Φίλος μου, είν” η Μαρία, ο Μανώλης, ο Παντελής, η Μαρίνα.)

Ακούω τον αέρα να καταριέται και να λυσσομανά· θα “χει δε θα “χει οχτώ τα μποφόρια του. Ίσα που περνά το φεγγίτη σφυρίζοντας τετράγονα· δε μ” ακουμπά. Κι εγώ, βάνω στο νου μου πως με παρασύρει – με πετά,, σαν παιδί με κλωθογυρίζει που το ταχταρίζουνε,, πως μαγικό χαλί με κάνει και με σεργιανά μια στρούφα στην υδρόγειο. Εσύ, αυτή τη στιγμή, κύριε τάδε, λυσσομανάς και καταριέσαι τα μποφόρια, τον άνεμο που σου σφαλνά τις πόρτες, που σου μαγκώνει τα παράθυρα, που διαμελίζει τα πολύτιμα χαρτιά σου· που σε ζαλά και σε μαστουρώνει, που θορυβεί την ελεύθερη ησυχία σου,, που ξεριζώνει την ομπρέλα της παραλίας που μουλιάζεις τα πολύτιμα ακροδάχτυλά σου. Μα “ναι για μένα, τον κρατούμενο αριθμός 76767, αυτός ο άνεμος ο οδηγός μου στο κάθε του πόθου ταξίδι.

Ο τοίχος του κελιού κατουρημένος, γραμμένος και χαραμένος από κρατούμενους πο” “χουν πεθάνει ίσως κι εφτά γέννες πίσω. Και στα λόγια τους, βιβλία διαβάζω τις ζωές τους· μία βιβλιοθήκη απέραντη το 3×3 κλουβί μου:

«ΓΑΜΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗΑ», «ΠΕΝΤΕ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ», ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ», ΜΑΡΙΑ ΣΑΓΑΠΟ».

Και ξαναφτιάχνω τις ζωές τους και τις ξαναγεννώ από τον ομφάλιο λώρο σάμε την προσαγωγή και το μπουζούριασμα του καθένα. Γύρω σου, σε κάθε δρόμο, κύριε σκλάβε, συνθήματα σε σπιτια και σε τοιχιά· κάποια με το σπρέι, κάποια με μπογιά και κάποια με το αίμα. Χαμπάρι δεν παίρνεις τη λογοτεχνία τους, πολυδιαβασμένε μου κύριε τάδε· ο γιος σου σού ζωγράφισε με μαρκαδόρους κάτι· σου τό “δωσε χαρούμενος με έξαψη· σου χαμογέλασε αμήχανα·· έκανες πως περιεργάστηκες το χαρτί, του χάδεψες το κορφοκέφαλο, έφτυσες ένα «μπράβο καμάρι μου» και τράβηξες αλφάδι στο γραφείο.

Ο τοίχος σαπισμένος, κατουρημένος, μυγιασμένος, μυξασμένος, φτυμένος, ματωμένος, υγρός,, με τούφες μούχλα· ένας τοίχος λεπρός· μα στα μάτια μου δε έχω παρεξόν ταπετσαρία πολύχρωμη,, με πράσινες, κόκκινες, κίτρινες, μπλε πατουλιές,, και αναπλάθοντας το σχήμα τους έχω την κάθε μέρα και μια ολοκαίνουργια. Κι η υγρασία είναι δροσιά εδώ στο σπιρτόκουτο που με σφάλισε κάποιος ελεύθερος ευυπόληπτος κύριος τάδε, κύριος σκλάβε,, σαν κι εσένα, κύριε.

Το κρεβάτι μου προεξοχή τσιμεντένια του τοίχου· ίσα ξαπλώνω. Το στρώμα κατουρημένο, χεσμένο, ματωμένο, γραμμένο τρεις γέννες πίσω· αφρολέξ για να ταΐζουμε το σκόρο. Μα κάθε που ξαπλώνω πώς μαλακώνει,, πώς γίνεται πούπουλο που κουβαλά τούτο το μάτσο κόκαλα που κάποτε είχε και όνομα· χίλια και δυο μπιζέλια στο κρεβάτι μου· μα “γω κοιμούμ” αλαφρά, κύριε τάδε. Και ονειρεύομαι, κύριε τάδε. Ονειρεύομαι. Θυμάσαι άραγε τί χρώμα έχει το όνειρο; θυμάσαι το χνώτο του εφιάλτη;

Στις 6 ώρα το πρωί βαράει το εγερτήριο. «ΝΤΡΙΙΙΙΙΝ – ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝ»,, λυσσομανά· μα “γώ δεν ακούω παρά μια καλημέρα σαν κι εκείνη της δασκάλας του σχολειού, στην προσευχή. Εσύ πώς νοιώθεις κύριε ελεύθερε, σαν βαρά το ξυπνητήρι να πας στο γραφείο σου; Καλημέρα.

Δε θες να ξέρεις τι τρώγω δω· μα τα χείλια μου, η γλώσσα μου, τα λαρύγγια μου, η μύτη μου, τα μάτια, έχουν τον τρόπο τους, το μαγικό ραβδάκι να τρων την κάθε μέρα κι από “να καινούργιο σπιτικό φαγητό· της γιαγιάς. Μοσκοβαλά το γαμημένο· κι η γεύση του ποίημα· και η θωριά του γκουρμέ. Κάποτε γκρίνιαζα, κύριε τάδε ελεύθερε, σαν έβρισκα στο σπίτι μου φαΐ να μη μ” αρέσει: το πετούσα· φώναζα κι έβριζα· μετά παράγγελα ή έτρωγα απ” έξω κατά της αρεσκείας μου, κύριε τάδε.

Στο προαύλιο οι ώρες κυλούν σαν στάλα μέλι σε οριζόντιο κουταλάκι· έχεις χρόνο για πολλά: διάβασμα, περίπατο, μπάλα, κουβεντούλα, προσευχή και στοχασμό. Έχει και μπόλικο ξύλο στο προαύλιο, κύριε ελεύθερε· τρώγω κι εγώ κάποιες φορές από κάτι δέσμιους σκλάβους που κάποτε ήσαν ελεύθεροι σκλάβοι· τρώγω ξύλο γιατί δεν θέλω να μπω στο μαγαζάκι τους, διότι είμαι, λέει, φλώρος«, «φαντασιόπληκτος», «καλαμαράς» και «περίεργος»· που και που με γλιτώνει ο Δημήτρης ή ο Χρήστος, φυλακισμένοι ελεύθεροι δέκα σταλιών φιλότιμου και μ” άλλο τόσο θάρρος στο κάθε πλεμόνι· μα όχι πάντα,, δεν είναι πάντα εκεί. Και τότε τρώγω ξύλο πολύ, ο «φαντασιόπληκτος», ο «φλώρος».. Κάποιες φορές γίνονται και βιασμοί: σάπιοι σκλάβοι κρατούμενοι ξεδίνουν την παράνοια πάνω σε σώματα νιόφερτων και «φλώρων». Είμαι κι εγώ στο μενού κάποιες φορές. Και τότε, φιμώνοντας και κρατώντας με πέντ-έξι με μαγαρίζουνε και με σφάζουν (έχει και δεσμοφύλακες σαν και δαύτους). Και τότε η ψυχή μου αφήνει το σώμα, ελεύθερε κι ωραίε τάδε· ταξιδεύει στο πίσω της παιδικής μου της ζωής και στο εμπρός της αποφυλάκισης, που θ” αργήσει.. Και μένει πίσω ένα άδειο και ενστικτώδες κουφάρι που ματώνει, βογκά και βασανίζεται ως να ξεδώσουν οι σάπιοι σκλάβοι. Κάποια στιγμή γυρνά και η ψυχή, βασιλεμένη μα παρθένα· και ξεχνά· τον πόνο αποδίδει στον κάματο του αμπελιού, τη ματαίωση στο λιοπύρι.

Έτσι περνώ τις μέρες και τις ώρες και στιγμές μου, κύριε ελεύθερε· βαρκούλα κάμω την καρδιά και ό,τι βρω μπροστά μου το κάμω θάλασσα και πλέω. Και ό,τι μ” αρέσει το πολλαπλασιάζω· και ό,τι δεν μ” αρέσει το μεταπλάθω· και μετά το πολλαπλασιάζω κι αυτό, ο φαντασιόπληκτος. Βλέπεις, η διαφορά μας κύριε ελεύθερε τάδε, κύριε ελεύθερε σκλάβε, είναι που εγώ φαντάζομαι τη στιγμή που υπολογίζεις· και που εγώ “χω μικρότερο κελί για ν” αποδράσω, μικρότερη φυλακή να ξεφύγω. Εσύ έχεις δυο κελιά: σπίτι-γραφείο· εσύ έχεις μιαν ολάκερη χώρα και μια ολάκερη γη να μαντρώσεις την ψυχή σου· πώς ν” αποδράσεις από “να κελί,, από μια φυλακή που “χτισες με την ίδια σου την ψυχή, κύριε τάδε; Πώς ν” αποδράσεις απ” τη γη όταν ποτέ μισή ματιά δεν έριξες στα άστρα;

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>