Περί ερμηνείας και δισκογραφίας

CH 1: ΙΝΤRO

Η σημερινή ανάπτυξη -ή έκπτωση αν θέλετε- της ποιότητας ενός ηχογραφήματος, τραβάει τα αίτιά της από πολλαπλές παραμέτρους, αρκετές εκ των οποίων είναι διαχρονικές και έχουν πολλαπλώς εξετασθεί και αναλυθεί σε σημείο αηδίας τα τελευταία χρόνια: η τεχνολογία, η παγκοσμιοποίηση, το διαδίκτυο, τα ήθη των καιρών μας και διάφορα τέτοια. Το παρόν οχτακάναλο δοκίμιο δε θα εστιάσει εκεί, αν και θα χρησιμοποιήσει στοιχεία των παραπάνω συγγενών παραμέτρων. Θα εστιάσει στην ερμηνευτική, κυρίως, ποιότητα των σύγχρονων ηχογραφημάτων, δηλαδή στους τραγουδιστές, στους φορείς δηλαδή εκείνους που μεσολαβούνε ως γέφυρα μεταξύ του ήχου και του λόγου, μεταξύ του αγλώσσου και του έγγλωσσου, μεταξύ τέχνης και ανθρώπου· δηλαδή σ” αυτούς που κατά 50% φταίνε για την επιτυχία ή όχι ενός τραγουδιού (το υπόλοιπο 50% έχει να κάνει με διαφήμιση, παραγωγή, και που-και-που με έμπνευση).

CH 2: ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Οι τραγουδιστές (και οι μουσικοί) ως και τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα στεκόταν μπροστά σ” ένα χωνί και τραγουδάγανε. Και ό,τι γράφτηκε γράφτηκε κατευθείαν στο κερί· και το κερί ντουμπλαρίστηκε σε κόπιες κι έφυγε κατευθείαν για τον κόσμο: από την Παραγωγή στην Κατανάλωση δηλαδή: ούτ” επεξεργασίες ούτε τίποτα: ό,τι ηχογραφήθηκε αυτό ήταν και τίποτ” άλλο. Οφείλουμε βέβαια να γνωρίζουμε ότι οι τεχνολογικές ατέλειες των τότε μηχανημάτων και διαδικασιών υποβάθμιζαν την ποιότητα του ηχητικού σήματος σε όλους τους τομείς του: συχνοτικό, δυναμικό, σηματοθορυβικό κτλ. Έτσι, αυτές οι ηχογραφήσεις για πολλούς και διάφορους λόγους υστερούν σε μπάσα και μπασομεσαία, σε ποιότητα ήχου καθώς και σε πλατύ δυναμικό εύρος (σε διακύμανση εντάσεων δηλαδή). Ηχητικώς αυτό το οποίο άκουγε ο κόσμος δεν ήτανε πολύ κοντά σ” αυτό που συνέβαινε στο στούντιο. Μουσικώς όμως ήταν αυτό: μια κι όξω: αυθόρμητο· εξ ανάγκης ή φιλοτίμου καλοπροβαρισμένο, και με τους συμμετέχοντας ν” ανάβουν τα τσιγαροτσιγαρλίκια τους στο στούντιο, να “ναι και λιγάκι πιωμένοι, και γενικώς να παίζουνε μουσική για τη μουσική και όχι για τη δισκογραφία: διότι δεν είχαν ακόμα εμφανιστεί τα ποσοστά, τα πολλά-πολλά φραγκάτα κτλ. Κλείνοντας αυτή την εποχή να σημειωθεί ότι, έως τότε το κυριότερο μέσο διάδοσης της μουσικής ήταν οι παρτιτούρες και ούτε καν το ραδιόφωνο.

CH 3: ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Κατά τις επόμενες δυο-τρεις δεκαετίες, και μέχρι και το ’50”-’60, η τεχνολογία προχώρησε με δύο τεράστια βήματα: το μικρόφωνο και το βινύλιο. Η ακουστική ποιότητα βελτιώθηκε, ενώ και η ίδια η παραγωγική διαδικασία κατέστην ελαφρώς καλύτερη: και πάλι ο τραγουδιστής και η ορχήστρα/χορωδία στεκόταν μπροστά από ένα μικρόφωνο, και πάλι ό,τι γράφτηκε γράφτηκε (διότι το μέσο εγγραφής ήταν και πάλι ακριβό και δεν ήταν για πολλές-πολλές χασούρες), όμως με το μικρόφωνο πλέον έγινε καλύτερη η δουλειά, διότι είχες πια να κάνεις κυρίως με ηλεκτρικές διατάξεις και όχι με μηχανικές όπως παλιότερα· ετούτο σημαίνει ότι μπορούσες με κάποιον υποτυπώδη τρόπο το σήμα να το μανιπιουλάρεις, ενώ πλέον έστηνες και στο χώρο τη μπάντα σου με παραπάνω περιθώρια δοκιμών πριν να ηχογραφήσεις, οπότε ήξερες και που να βάλεις τον τραγουδιστή, τα χάλκινα, τα τσίγκινα, τα κρουστά, τα ξύλινα, τα πλαστικά, τα βαμβακερά κτλ, ούτως ώστε να τα πάρει κι αυτά το έρμο το μικρόφωνο. Ετούτο βέβαια μετάλλαξε σε κάποιο βαθμό και τον τρόπο παιξίματος κάποιων οργάνων ούτως ώστε ν” ακούγονται ισχυρότερα ή ασθενέστερα αν και όταν έπρεπε. Εκείνο τον καιρό πρωτοξεκίνησε και η έννοια του mastering, που είχε να κάνει κυρίως με ηλεκτρακουστικές διαδικασίες συνεπείς και υπόλογες στους περιορισμούς του τότε ως φυσικού μέσου, του βινύλιου· και πάλι όμως οι ερμηνείες των τραγουδιστών ήτανε μια κι έξω εφόσον το φυσικό μέσο ήταν και πάλι ακριβό. Ετούτο σήμαινε καλές πρόβες, αυθορμητισμό, τσιγαράκι και τσίπουρο στο στούντιο· λίγο χυμαδιόλα κατάσταση λοιπόν κι αυτή, άκρως δημιουργική και ουχί αποστειρωμένη. Και προς τα τέλη εκείνου του καιρού μπήκε και η δυνατότητα δεύτερου μικροφώνου: ένα για τον τραγουδιστή και ένα για τη μπάντα· τουτέστιν ξεκίνησε και η πρώιμη τέχνη και επιστήμη της μίξης· η και οποία δεν αρκείτο σε ένα απλό leveling, δηλαδή στην εντασιακή ισορροπία μεταξύ των δύο αυτών καναλιών, αλλά είχε και άλλες διαδικασίες που πρωτοεμφανίστηκαν ακριβώς εκείνη την εποχή, όπως η συμπίεση, η ισοστάθμιση (EQ) και άλλοι ηχαναγκασμοί. Παράλληλα άρχισε να πρωτεμφανίζεται και η στερεοφωνική ηχογράφηση/μίξη, ήτοι το να μπορείς να γράψεις με δύο μικρόφωνα μία πηγή, και να στείλεις και άμα γουστάρεις το κάθε κανάλι (μονοφωνικό ή στερεοφωνικό) σε ξεχωριστό ηχείο (από τα δύο). Θα το παρατηρήσεις σε παλαιές ηχογραφήσεις, ειδικά του εξωτερικού, όπου μπορεί ο τραγουδιστής να παίζει από τ” αριστερό ηχείο/ακουστικό, και όλη μαζί η μπάντα από το δεξί.

CH 4: ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Σιγά σιγά, κι απ” το ’60 και μετά (μας έχουν πνίξει στα σκατά), άρχισε να μπαίνει στην παραγωγική διαδικασία η πολυκάναλη ηχογράφηση όπως και η συνεπακόλουθη ανάπτυξη της τεχνεπιστήμης της μίξης καθώς και του mastering: Πολυκάναλη (το σωστό είναι «πολυκαναλική» αλλά η παραπάνω συλλαβή με παχαίνει) ηχογράφηση σημαίνει πως μπορούσες να στήσεις πλέον πολλά μικρόφωνα και καλώδια οργάνων και μηχανημάτων, και όλ” αυτά να τα στείλεις σε μία κονσόλα, και από κει σς έναν πολυκάναλο εγγραφέα. Ετούτο σημαίνει ότι γινόταν να παίζουνε όλοι μαζί συγχρόνως όμως να ηχογραφείται ο καθένας ξέχωρα: ο τραγουδιστής, η κιθάρα, το μπάσο, τα τύμπανα, οι μαζορέτες, ο κοκάκιας μάνατζερ κτλ. Και όλο αυτό οφείλεται στην ανάπτυξη της μαγνητοταινίας που σιγά-σιγά αντικαταστούσε τα κεριά και τα λιβάνια. Όμως και πάλι υπήρχανε περιορισμοί στην ηχογράφηση· πχ ότι δεν μπορούσες να φας ένα χιλιόμετρο ταινία για πάρτη σου μόνο επειδή ήσουν βραχνιασμένος ή απλώς ατάλαντος· αλλά, και πάλι, διέθετες πολλά περιθώρια διορθώσεων· και όπερ εγένετο overdub, τουτέστιν επανεγγραφή, τουτέστιν έκανες λάθος, φάλτσο κλπ; ξαναγράφ” το με όλη τη (σχετική) άνεση χρόνου. Παράλληλα αναπτύχθηκε και η ασύγχρονη πολυκαναλική, τουτέστιν να γράφει ο καθένας ξεχωριστά, σε άλλες μέρες και ώρες από τους υπόλοιπους και όχι όλοι μαζί στο στούντιο (εκτός των ηχογραφήσεων-οδηγών)· ακόμα και σε διαφορετικά στούντιο. Όλο ετούτο επέφερε μία τεράστια συνθετική, ενορχηστρωτική, πειραματική και επεξεργαστική ανάσα και ευκαιρία εις τους καλλιτέχνας και τους εμπλεκόμενους μηχανικούς ήχου: μπορούσες πλέον να στήσεις τα μικρόφωνά σου και τα μηχανήματά σου οπουδήποτε· να πειραματιστείς με θέσεις και γωνίες και αποστάσεις και στάθμες, μ” ευαισθησίες και ηχοχρώματα, με προεπεξεργαστές κλπ κλπ, ούτως ώστε να έχεις την καλύτερη δυνατόν ηχογράφηση ενός σήματος-καναλιού, να απομονώσεις και εξαλείψεις θορύβους και διαρροές (αφού πλέον χρησιμοποιούνταν και τα ακουστικά και όχι μόνο τα ηχεία για το monitoring των κλλιτεχναίων), και μετά όλη αυτήν την πηγή να την μετεπεξεργαστείς ξεχωριστά και να την κάνεις λαμπίκο και όπως γουστάρεις αισθητικά (πάντα με βάση τους περιορισμούς του φυσικού μέσου, βέβαια, και των μηχανημάτων). Εκείνον ακριβώς τον καιρό η μίξη άρχισε να φουρτουνιάζει και να οργιάζει ως και να ξεχειλίσει τη δεκαετία του ’80.

Μ” αυτά και μ” αυτά όμως (φαίνεται να) χάθηκε κάτι πολύ σημαντικό: το τσίτωμα, η εγρήγορση που σου επιφέρει η επίγνωση ότι γράφεσαι μια και μοναδική φορά και ό,τι γίνει· καθώς επίσης και η φυσική (και ψυχική) επαφή με τους υπολοίπους μουσικοί, το eye contact κτλ, δηλαδή η φυσικότητα του να παίζετε όλοι μαζί σα να μην υπάρχει (δισκογραφικό) αύριο. Από την άλλη, ήταν και καλό αυτό (το πολυκαναλικό) διότι όλα γινόντουσαν με το πάσο τους και με κάθε περιθώριο διόρθωσης και βελτίωσης, ούτως ώστε να φτάσει στον ακροατή κάτι το όσο καλύτερο δυνατόν, έστω και πολυκάναλο κι ασύγχρονα σεσσιοναρισμένο.

Ήδη οι τραγουδιστές -το αντικείμενο του παρόντος δοκιμίου- έχουν αρχίσει κι ακούγονται στον κόσμο πιο καθαρά πλέον, αλλά και κάπως αφύσικα βελτιωμένοι: διότι τους παχτώσανε στα κομπρεσαρίσματα, τουτέστιν στη συμπίεση του δυναμικού τους εύρους, και η οποία επέφερε, αφενός, μια σχετική ερμηνευτική αφυσικότητα, και αφετέρου μια ελάχιστη διαφοροποίηση στον ήχο της φωνής τους· η δε διαφοροποίηση ετούτη μεγιστοποιήθηκε με την ισοστάθμιση· οπότε  άκουγες πλέον τραγουδιστές να “χουνε μπάσα εκεί που δεν είχαν, πρίμα εκεί που δεν είχαν, μεσαία εκεί που δεν είχαν, χροιά εκεί που δεν είχαν κτλ. Ο ακροατής όμως έχαπτε πως όντως έτσι ήταν η φωνή του τραγουδιστή· και όσοι μελετάγανε τέτοιες φωνές διαμόρφωναν μιμητικά και τη δική τους χροιά και δυναμικό εύρος επάνω σ” αυτό που ακούγανε στους δίσκους· η αρχή της σάλτσας είχε ξεκινήσει.

CH5: ΜΕΤΑ ΤΟ ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Τη δεκαετία του ’80 η μουσική βιομηχανία έφτασε στ” αποκόρυφό της, το ίδιο και ο αναλογικός εξοπλισμός, το ίδιο και η τεχνογνωσία κι ο πειραματισμός των μουσικών κι εμπλεκομένων σε ό,τι αφορά στη μουσική παραγωγή: γυαλιστερότατες παραγωγές σε γυαλιστερότατα ακριβοπλερωμένα στούντιο με γυαλιστερότατους γραφειοκράτες της κονσόλας και του πενταγράμμου. Πλέον η μουσική παραγωγή έπαιζε Champions League και οι μεταγραφές, οι προσλήψεις και τα λοιπά συνάφια δίνουν και παίρνουν στα στούντια, τις αρένες και τα γραφεία των δισεκατομμυριούχων εταιριαρχών και μανατζαρέων. Εκείνο τον καιρό βγήκανε φοβερές παραγωγές, και η τεχνολογία είχε πλέον τον τρόπο να μετατρέψει ακόμα κι έναν μέτριο τραγουδιστή σε φίρμα πρώτου μεγέθους (κάτι το οποίο και θα κορυφωθεί στις δύο συνακόλουθες δεκαετίες). Οι τραγουδισταίοι γράφανε με την άνεσή τους και με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας τόσο σε προπαραγωγικό όσο και σε παραγωγικό και μετεπεξεργαστικό επίπεδο, οπότε παντού έβλεπες (άκουγες) τραγουδιστές με καθαρότατο και ενισχυμένο σήμα, με κολακευτικούς ηχοχρωματισμούς και εφέ, και με σχεδόν αφύσικο (δηλαδή επίπεδο) δυναμικό περιεχόμενο (τα φυσικά σκαμπανεβάσματα στην ένταση μιας φωνής). Και ούτε ένα τόσοδά φαλτσάκι ε;.. είδες ρε φίλε;… Εννοείται πως η όλη διαδικασία ήτανε πλέον σχεδόν απόλυτα αποστειρωμένη (ξέχνα τσιγάρα και τσίπουρα στο στούντιο: γράφομεν σε SSL, κύριε· εάν θέλετε μπορείτε να δοκιμάσετεν ολίγην άσπρη, και αυτό εις το γκουρμέ αποχωρητήριον), και τίγκα αγχωμένη και αλυσιδεμένη: μανατζαραίοι, ενορχηστρωτέοι, συνθεταίοι, στιχουργαίοι, παραγωγαίοι, εταιριαρχαίοι και λοιποί «έοι» και «αίοι»  μπαινοβγαίνανε στο στούντιο και όλοι είχαν μία γνώμη για το πως θα πουλήσει η η παραγωγή ν” αγοράσουμε τη βίλα στο Κανάρια. Οι σεσσιονάδες (μουσικοί με σύμβαση ορισμένου χρόνου· γυρολόγοι του πενταγράμμου) καλοπλερωμένοι και χρυσογυαλισμένοι, οι τραγουδιστές με ύφος χιλίων καρδιναλίων, πουτάνες και ζιγκολάκια να μπαινοβγαίνουνε στο στούντιο «προς εμψύχωσιν του εργατικού δυναμικού», δικηγόροι και λογιστές να κανονίζουν τα φινάνσια, απειλές, δωροδοκίες, κτλ για να βγει η δισκάρα που θα γαμήσει κώλια και πορτοφόλια.
Και ο κόσμος που άκουγε τούτους τους χρυσογυαλισμένους τραγουδιάρηδες ψάρωνε· και οι εκκολαπτόμενοι τραγουδιάρηδες της εποχής μελετούσανε τέτοιου είδους φίρμες, και μιμητικά προσπαθώντας (δίχως να το ξέρουν) να τραγουδήσουν ομοίως: σχετικά επίπεδα, δυνατά, καλογυαλισμένα και ολόσωστα· δηλαδή ψιλοαφύσικα, στουντιακά: διότι η ανθρώπινη φωνή δεν είναι σε καμία περίπτωση επίπεδη δυναμικά, ούτε και τόσο κολακευτική χρωματικά, ούτε και γυαλισμένη, ούτε και ολόσωστη.

Εδώ λοιπόν ήρθε η ώρα να τονίσω το αυτονόητο, και το κεντρικό μήνυμα της παρούσας άρθροψης: Η κάθε γενιά τραγουδιστών μελετάει τους σύγχρονους και παλαιότερους της δίσκους, και προσπαθεί να μιμιθεί τα ηχητικά (και όχι μόνο ερμηνευτικά) χαρακτηριστικά των αντίστοιχων τραγουδιστών. Η πορεία αυτή σε κάθε περίπτωση πάει από το αυθόρμητο στο στανταρισμένο, απ” το δυναμικά κυματώδες στο επίπεδο, από τ” αδύναμο στο δυνατό, από το ψιλοβρώμικο στο γυαλισμένο, κι από το σχετικά πρωτόλειο στο κολακευτικό. Εννοείται, επίσης, πως και οι ίδιες η τεχνεπιστήμες της μίξης και του mastering βάρεσαν tilt εκείνο τον καιρό, ακόμα και με τους φυσικούς περιορισμούς του βινυλίου και της κασέτας.

CH 6: ΚΑΠΩΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’80 ξεκινήσαν να μπαίνουν και τα ψηφιακά μέσα στην παραγωγή· τουτέστιν μπίτια, μίντια, ρόμια, προγγράμμια, επιτάχυνση και ακρίβεια διαδικασιών, άπειρο πλήθος συνδυασμών, λιγότεροι κατασκευαστικοί περιορισμοί, και συνθέσεις και επεξεργασίες που άγγιζαν το όριο του φανταστικού, διότι στην πράξη ήταν τεχνικώς αδύνατες με την προϋπάρχουσα αναλογική τεχνολογία και εκτελεστική δυνατότητα. Η ψηφιακή εποχή επεφύλασσε, συν τις άλλοις, και την αλλαγή του φυσικού μέσου που παγαίνει στον ακροατή: απ” το βινύλιο στο CD κι από το μαύρο στ” άσπρο, από το δίσκο στο σουβέρ κι απ” το «ζεστό» στο «κρύο». Η επικράτηση του CD έπρεπε αναγκαστικά να επανεκπαιδεύσει και τους μαστεράδες, όμως τους έδωσε και τεράστιες δημιουργικές δυνατότητες, ειδικά με τη μετέπειτα (ή πρώιμη) χρήση των υπολογιστών. Το δυναμικό και συχνοτικό εύρος του CD ήτανε πάντως καλύτερο του βινυλίου. Πλέον η πιτσιρίκα ψηφιακή τεχνολογία συμπεθέριασε τη μποτοξαρισμένη αναλογική φτιάχνοντας την πρώιμη ψηφιαναλογική που οργίασε στη δεκαετία του ’90 για να (κινδυνέψει ν”) αντικατασταθεί πλήρως από την ψηφιακή στη δεκαετία του ’00. Οι δε ηχομίκτες (εγώ τον εισάγω τον όρο: πως λέμε «ηχολήπτες») είχανε πλέον ένα ωκεανό πειραματισμού επάνω στα κανάλια τους, το ίδιο όπως και οι ηχολήπτες σε επίπεδο προπαραγωγής και εγγραφής. Τα διάφορα μπλιμπλίκια και εφέ που άρχισαν τότε να χρησιμοποιούνται (και ειδικά στη δεκαετία του ’00) μπορούσαν κυριολεκτικά να μεταμορφώσουν μια τσιμπουκλού ατάλαντη σε Μονσερά Καμπαγιέ κι έναν οπισθογαμή κάγκουρα σε ποπ ίνδαλμα· ο κόσμος και πάλι χαμπάρι δεν πήρε τη μούφα και συνέχισε να πιστεύει ότι αυτός είν” ο σωστός τραγουδιστικός τρόπος: εκείνος που ακούει στο δίσκο. Είναι ρε παιδί μου σα να πιστεύεις πως η σάλτσα ντομάτας στην πίτσα σου είναι πράγμαι μια πρώην αγριοντομάτα φυσικά φυτρωμένη κι αυτοφυής σε αψέκαστο μποστάνι του χωριουδάκι· άκυρο φίλε. Στην καλύτερη των περιπτώσεων εκείνο που άκουγε ο ακροατής ήταν ένας όντως ταλαντούχος τραγουδιστής που “χε φάει μία προσεκτικότατη επεξεργασία στο κανάλι του σε επίπεδο μίξης, και που όλα μαζί τα επεξεργασμένα κανάλια της μίξης φάγανε τελικαά και μία προσεκτικότατη επεξεργασία σε επίπεδο mastering, δηλαδή συγχωνευμένα σε δύο στερεοφωνικά κανάλια. Οπότε διπλή η επεξεργασία, διπλή κι η σάλτσα στην πίτσα του (τραγουδιστή). Και δε σου βάζω καν την επεξεργασία σε επίπεδο εγγραφής (κυρίως κομπρέσες). Οι εκκολαπτόμενοι, λοιπόν, τραγουδιάρηδες της εποχής εκείνης μελέταγανε τέτοιες ερμηνείες, και οι οποίες μπορεί συν τοις άλλοις και να κοφτοράφτηκαν κι αυτές δεκάδες φορές, από δεκάδες διαφορετικά takes (κάποιες φορές και λέξη-λέξη), και οι οποίες ομοίως παρουσίαζαν ένα ψιλοαφύσικο δυναμικό και χρωματικό εύρος. Και όσοι απ” αυτούς τα καταφέρνανε και γινότανε δισκογραφούχοι, μπαίναν στο στούντιο έχοντας μία φωνή ήδη ψιλοαφύσικη, και που θα γινόταν ακόμα πιο ψιλοαφύσικη έτσι και κυκλοφορούσε ο δίσκος. Και οι δισκογραφήσεις ετούτων των καλλιτεχνών της δεκαετίας του ’90 θα επηρέαζανε τους εκκολαπτόμενοι της επομένης δεκαετίας, και οι οποίο κι αυτοί άμα δισκογραφούσανε θα μπαίνανε στο στούντιο διπλά ψιλοαφύσικοι για να βγουνε τριπλά από “κεί κ.ο.κ.

CH 7: ΣΗΜΕΡΑ

Ευτυχώς στη δεκαετία του ’00 διαδόθηκε ταχέως το ιντερνέτς, και ούλος σχεδόν ο (δυτικός) κόσμος είχε πρόσβαση σ” αυτό. Παράλληλα, πολλοί -μερακλήδες και μη- αρχίσανε να σπέρνουν στο διαδίχτυ τη σπουδαία μουσική κληρονομιά του παρελθόντος, έτσι που ακόμα και ο κάγκουρας και η Λιλίκα πλέον έχουν πρόσβαση ακόμα και στον Demetrio Stratos και τον Zappa. Και αυτό έκανε (συν τοις άλλοις) ένα ακόμα τεράαααααστιο καλό: πολύς κόσμος από τους ήδη εκκολαπτόμενους τραγουδιαρέους άρχισε ν” ανακαλύπτει και να μελετάει δίσκους όπου η φωνή δεν είχε φάει τόσο μπλέντερ όσο απ” το ’70 και μετά. Και αφού εχτίμησε τέτοια ηχογραφήματα, άρχισε και να μιμείται τέτοιου είδους φωνές, που ακόμη και να φαλτσάρανε, ακόμα και να είχαν ασταθείς δυναμικές, ακόμα και να ήταν βρώμικα ηχογραφημένες (λόγω των τεχνολογικών περιορισμών που αναφέραμε), ήτανε πάντα σχετικά αυθόρμητες: μια κι όξω, φυσικότατες, και πολύ πιο κοντά στην ανθρώπινη ερμηνεία του διπλανού ουζερί. Πέραν τούτου, το διαδίχτυ έδωσε τεράααααααστια φωνολογική και μουσικολογική πληροφορία στους μερακλέστερους των τραγουδιαρέων, σ” εκείνους που δεν αρκούνταν μονάχα στο να τραγουδάνε αλλά θέλανε και να μάθουν τί συμβαίνει στα λαρύγγια και στα πνευμόνια τους και στα διαφράγματα τους και στο μυαλό τους την ώρα που τραγουδάνε. Ως εκ τούτου, υπάρχουν αυτή τη στιγμή δύο αντίρροπα τραγουδιστικά ρεύματα: εκείνο των μίμων, που ό,τι σύγχρονο και σαλτσαρισμένο ακούσουν θα το πιθηκίσουν, βαρέως ή ελαφρέως απομακρυνόμενοι από τη φυσικότητα της ίδιας τους της φωνής, κι από την άλλη ένα ισχυρό ρεύμα που τραγουδάει σαν άνθρωπος, μιμούμενος κατά το βέλτιστο τρόπο τις επιρροές του, εφόσον εκείνες είναι με σαφή κριτήρια αποφασισμένες.

CH 8: OUTRO

Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που θέλει να πει η παρούσα άρθροψη είναι ότι ακόμα κι οι ερμηνείες της διπλανής πόρτας του σήμερα είναι σε κάποιο βαθμό πειραγμένες και ψιλοαφύσικες, λόγω του ότι οι εκκολαπτόμενοι τραγουδιάρηδες- και ειδικά του λαϊκού και της ποπ- πιθηκίζουν ό,τι ακούσουνε στα MP3, δηλαδή μια πιθηκισμένη φωνή που έφαγε χίλιες και μια σάλτσες, και πως από την άλλη υπάρχουν αυτή τη στιγμή εκκολαπτόμενοι τραγουδιάρηδες που “χουνε να γαμήσουν κώλους έτσι και βγουν στη ρότα, διότι μελετάνε με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο το πως θα αξιοποιήσουν την ίδια τους τη φωνή, ακόμη και αν οι επιρροές τους έχουν τυπώσει τα σημάδια τους εκεί.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>