Εναλλακτικός και «εναλλακτικός»

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Αντικείμενο της παρούσας (υπερμακροσκελέστατης) σινδόνης αποτελεί η εκτενής μελέτη(;) επάνω στο φαινόμενο, την περσόνα, το συμβολισμό και τη δράση του (λεγάμενου) «εναλλακτικού» και της «εναλλακτικότητας». Στόχος η διασαφήνιση και η «εναλλακτική»(;) θεώρηση κάποιων λεπτών ή χοντρών ζητημάτων που η πλειοψηφία δείχνει να αγνοεί, ν” αδιαφορεί, και κλάι μάιν πουτς. Θα εστιάσει κυρίως στο φαινόμενο «Έλληνας εναλλακτικός».
Στο ψητό:
Η «εναλλακτικότητα» βαπτίζεται από την «εναλλαγή», που ετυμολογείται στα «εν» και «αλλαγή»· είναι δλαδή (λέω εγώ με το φτωχό μου το μυαλό) το να είσαι μέσα στην αλλαγή: υπέρμαχός της· ν” αλλάζεις συνεχώς ή, καλύτερα, να εναλλάσσεις κάτι συνεχώς ή όποτε αυτό κριθεί σκόπιμο. Μια τολμηρότερη ερμηνεία θα παρέθετε χλιαρούς συνειρμούς του «εναλλακτικός» με το «ανταλλακτικός», και θα συνεισέφερε στον ενεργητικό ορισμό «εναλλάσσω» τον παθητικό «εναλλάσσομαι». Αλλά ας μην το πάμ” εκεί (ακόμα). Ας επιχειρηθεί λοιπόν ένας συνεπής

 

ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Ο ορισμός της Εναλλακτικότητος ως ο μέσος νους του καθημερνού παρατηρητή έχει σκαλίσει στο νευρωνικο του σπαγγέτι είν” εκείνος

(με πολλά λόγια που “ναι φτώχεια)
 
της θεώρησης και πρακτικής ενός ατόμου/συνόλου που δίχως να υφίσταται θεμελιακές και υπερβολικές προσκολλήσεις σε “κατεστημένες” και “πεπαγιωμένες” ατομικές και -ιδιαίτερα- κοινωνικές πεποιθήσεις, αξιοποιεί τα προοδευτικότερα και πλέον φερέλπιδα στοιχεία του παγκοσμίου γίγνεσθαι, και ιδιαίτερα των Τεχνών, των Επιστημών, της Ιστορίας, της Φιλοσοφίας, της Ψυχολογίας και της Κοινωνιολογίας, με σκοπό τη διεύρυνση και ευφορία της νόησης, του στοχασμού, της κοινωνικής δράσης, όπως και της προσωπικής ανάπτυξης, δια μέσου του χρόνου, με στόχο την βέλτιστη ικανοποίηση στο αέναο υπαρξιακό ερώτημα του “γιατί υπάρχω;” (Μανουράς, 2011).
(με λίγα λόγια και καλά)
της καλύτερης στάσης ζωής αυτουνού που δεν έχει κολλήματα, που “ν” ανοιχτόμυαλος, που δεν υπακούσει σε μόδες κι επιταγές, και που έχει ένα σαφές όραμα για το πως να βοηθήσει τον εαυτό του και τον κόσμο.Αφού λοιπόν επιχειρήθηκε  ο ορισμός της Εναλλακτικότητας, πάμε τώρα να εξετάσουμε και το θιασώτη του, τον εφαρμοστή του, τον Εναλλακτικό ντε. Για το σκοπό αυτό, και σαν μεζούρα, θα χρησιμοποιηθεί ο “Με πολλά λόγια” ορισμός, τον οποίο αναπαραθέτω, μπαλταδιάζω και ακολούθως ξεκοκαλίζω:

ΑΝΑΛΥΣΗ ΟΡΙΣΜΟΥ


“Εναλλακτικότητα είναι η θεώρηση και πρακτική”

- είναι δηλαδή και Θεώρηση και Πρακτική. Που σημαίνει πως ο εναλλακτικός δε λιμνάζει στο βούρκο της θεωρίας, δεν είναι μόνον ένας άπραγος θεωρητικός, αλλά εφαρμόζει (όπου, όπως και όσο μπορεί) την Εναλλακτικότητά του. Αλλά δεν είναι κι ένας ένας πολωμένος “χειροτέχνης”· δεν παρουσιάζει μοναχά εναλλακτική δράση· όχι απλώς νιώθει, αλλά στοχάζεται και διανοείται, και αποτελεσματικά θεωρητικοποιεί την Εναλλακτικότητά του. Δηλαδή, με λίγα λόγια πάλι, δεν είναι μονάχα ο τυπάς που ξέρει να τα λέει μα κρύβεται πίσω από τη «θεωρητική» ράστα του, αλλά ούτε και ο αναρχικός (ας πούμε) που (δηθεν) δε μιλά, δε λαλά παρά μοναχά πετάει (μπουκάλια, τούβλα, πέτρες, καδρόνια κλπ).
“δίχως να υφίσταται θεμελιακές και υπερβολικές προσκολλήσεις σε “κατεστημένες” και “πεπαγιωμένες” ατομικές και -ιδιαίτερα- κοινωνικές πεποιθήσεις”

- δηλαδή ο εναλλακτικός δεν θα κολλήσει σε πατριδολαγνείες, μισαλλοδοξίες και οικογενειακές παρωχημενιές, σε αθλητισμό και χουλιγκανιλίκια, σε πολιτική και φατρίες, σε παραδόσεις κι οπισθοδρομικότητες

“αξιοποιεί τα προοδευτικότερα και πλέον φερέλπιδα στοιχεία του παγκοσμίου γίγνεσθαι, ιδιαίτερα των Τεχνών, των Επιστημών, της Ιστορίας, της Φιλοσοφίας, της Ψυχολογίας και της Κοινωνιολογίας»
- η οποία Τέχνη* τυγχάνει(;) να προσανατολίζεται περισσότερο στη δυτική**, βορειοδυτικοευρωπαϊκή***, δυτικομεσόγεια****, ψιλοβαλκάνια***** και απανατολίτικη******· η Επιστήμη κι η Ιστορία στη δυτική και ΒΔευρωπαϊκή, η Φιλοσοφία στη ΒΔευρωπαϊκή και ελαφρώς στην απωανατολίτικη, και η Ψυχολογία και η Κοινωνιολογία στη ΒΔευρωπαϊκή και δυτική.
*Τέχνη: μουσική, κινηματογράφος, λογοτεχνία, χορός
**Δυτική: ΗΠΑ
***Βορειοδυτικοευρωπαϊκή: Γαλλία, Αυστρογερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Σκανδιναβία
****Δυτικομεσόγεια: Καραϊβική, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία
*****Ψιλοβαλκάνια: ό,τι πουν ο Μπρέγκοβιτς κι ο Κουστουρίτσα
******Απωανατολίτικη: Ινδία, Κίνα, ΙαπωνίαΤον υπόλοιπο ορισμό δεν τον αναλύω καθότι είναι γελοιωδώς απλός.
Αφού λοιπόν μιλήσαμε για όλ’ αυτά τα ωραία, πάμε πρώτα να δούμε τα καλά του εναλλακτικού, το Λόγο δλαδή πριν από τον Αντίλογο.
ΛΟΓΟΣ
Ο άνθρωπος αυτός θέλει να έχει κουλτούρα
Όποια κι αν είναι αυτή, ο άνθρωπος αυτός θέλει να έχει κάτι που ο πολύς ο κόσμος τ” αγνοεί, το αρνείται, το χλευάζει και το παρεξηγεί κτλ. Και επειδή η κουλτούρα είναι μεγάααααααααααλο και παρεξηγημένο ζήτημα, ας αρκεστούμε στο να συμπεριλάβουμε κυρίως τις εκφάνσεις της Τέχνης και της Επιστήμης (και όχι τέχνης και επιστήμης). Και επειδή κι αυτές είναι μεγάααααααααααλο κεφάλαιο, ας θεωρήσουμε πως Τέχνη είναι αυτό που μας μάθαν για Τέχνη”, εκείνο που μας βάφτισαν ως “έντεχνο” κι αυτό που επεκράτησε ως “εναλλακτικό”, εν αντιθέσει μ” εκείνο που απαξιώθη ως “pop”, εκράχθη ως “εύπεπτο”, ελοιδορήθη ως “λαϊκό” και “σκυλάδικο”, και απετάχθη ως “εύκολο”, και ως Επιστήμη ας θεωρήσουμε αυτό που μας καθιερώσαν ως “έγκυρο”, και που προέρχεται από σοβαρούς, διαπρεπείς, μουσάτους/καραφλούς/γυαλάκηδες/καλοπλυμένους. Δεν θα σχολιάσω (ακόμα) την ποιότητα ετούτων των μορφών, θα αρκεστώ όμως στην προσωπική μου τοποθέτηση πως άτομα που ενδιαφέρονται για τέχνες και επιστήμες είναι σε κάθε περίπτωση ιερά, και κοινωνικώς ίσως αξιότερα από εκείνα που αδιαφορούν και απαξιώνουν τις μορφές αυτές. Τελεία και παύλα.-
Ο άνθρωπος αυτός θέλει να βελτιώσει τον κόσμο
Γεγονός είναι πως και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα εκείνο που ονομάζουμε “σύγχρονος τρόπος ζωής”, “παγκοσμιοποίηση”, “καπιταλισμός” κτλ μπάζει από παντού τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη. Και τα αποτελέσματά του δείχνουν τα δόντια τους εδώ και τουλάχιστον δυο αιώνες. Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν, ο εναλλακτικός, δεν επαναπαύεται στην απλή συνειδητοποίηση ετούτης της αλήθειας αλλά θέλει κι εμπράκτως να δώσει το λιθαράκι του στο ν” αλλάξει αυτό το κατεστημενο. Ως εκ τούτου κοινωνικοποιείται, αυτοργανώνεται και εθελοντεί, με σκοπό τη διάδοση μιας τέτοιας έμπρακτης κατεύθυνσης Πολλοί εκ των εναλλακτικών είναι επίσης πάντα στο μέτωπο των περισσοτέρων κοινωνικών και πολιτικών αγώνων, εν αντιθέσει με τους αδιάφορους εκείνους που την ίδια στιγμή πολυθρονιάζουν στοχαζόμενοι για τα μπούτια της Σκορδά και τ’ ασφάλιστρα του τρίτου αυτοκινήτου.
Ο άνθρωπος αυτός δεν ενστερνίζεται αρτηριοσκληρωτικές πεποιθήσεις
ακραίες, βίαιες, τοπικιστικές, πατριθρησκοικογενειακές και αιχμηρά ταμπού· οπότε και μπορεί να συνδιαλέγεται κι αρμονικά να συνυπάρχει με αποκλεισμένες ή  κοινωνικά ρευστές ομάδες και μονάδες. Έτσι, οι καθημερνοί κυματισμοί του θα αγκαλιάσουν τον πρόσφυγα, τον ομοφυλόφιλο, τον άστεγο, τον πένητα, τον ψυχικά και σωματικά ανάπηρο, τον κοινωνικό αγωνιστή, και γενικώς οποιονδήποτε έχει περιθωριοποιηθεί/αποδυναμωθεί από τις πεπαγιωμένες νόρμες (και κάτι σε Καζαντζίδη μου φέρνει αυτό τώρα που το σκέφτομαι, όμως θα ασχοληθώ μ” αυτή την ισχυρή ασυνέπεια παρακάτω).
Ο άνθρωπος αυτός είν” οπαδός της μη βίας
εκτός και αν αυτή είν” η μόνη λύση. Έτσι, θα τον δεις να εισπράττει αναπάντητα τη βία των αρχών κάπου στην Ισπανία, θα τον βρεις σε χιονισμένες πλατείες με αυτοσχέδια πλακάτ να δίνει  δωρεάν αγκαλιές σ” όποιον θέλει, να διαδίδει το όραμα της ειρηνικότητας, να μελετάει τον Κρισναμούρτι, τον Γκάντι κτλ, και να έχει το λόγο του κι όχι το μπράτσο για σπάθη.
Ο άνθρωπος αυτός προσπαθεί όσο μπορεί να διαφυλάξει το φυσικό του περιβάλλον
όντας προσεκτικός τόσο σ’ εκείνα που καταναλώνει όσο και σ’ εκείνα που απορρίπτει στους κάδους. Είναι φιλόζωος και φυσιολάτρης και συχνά οργανώνεται σε ομάδες περιφρούρησης/διαφύλαξης φυσικών πλούτων και επαπειλούμενων ειδών, πολλές φορές δε, ζει πράσινα, με “πράσινες” πρακτικές (χορτοφαγία, ανακύκλωση, περίπατος, ποδήλατο, κτλ). Άγιος κι άξι0ς· πάπαλα.
Ο άνθρωπος αυτός προσπαθεί να προξενήσει την ελάχιστη δυνατόν ζημιά 
στον πλησίον του και το γύρω του, επιλέγοντας να μην ενσωματωθεί σε πελατειακούς θεσμούς και συστήματα, να μην υπερτιμολογήσει το τάδε αγαθό κι υπηρεσία, αλλά ακόμα και να σκοντάρει/χαρίσει/ανταλλάξει κάτι όσο είναι εφικτό, και γενικά να είναι φορέας θετικής και όχι αρνητικής ενέργειας και συμπεριφοράς.
Αυτά και κάποια ακόμα στοιχεία συνθέτουν την -κατά κοινή συνείδηση- εικόνα του “Εναλλακτικού”, και η οποία δανείζεται κάτι απ” το χίπη, βουτάει απ” τον αριστερό, κλέβει απ’ τον αναρχικό, ζητάει από τον οικολόγο, θηλάζει απ” τον Τσε, όμως ταΐζεται κι απ’ τον Γκάντι, παίρνει χαδάκια απ’ το Φρομ, ενώ της κλείνει που και που γλυκά το μάτι κι ο Φαλμεράιερ. ΟΚ, ξεχνάω πολλούς εδώ, αλλά με πιάνεις.
Ετούτη η εικόνα, όπως και κάθε το στερεότυπο που σέβεται τον εαυτό του κι αγαλλιάζει στη φθορά της απόστασης του από τον παρατηρητή, δεν εξαιρείται του Χρυσού Κανόνα της Πραγματικότητας, που είναι ο απλός λόγος πράξης προς θεωρία:
Χρυσός Κανόνας της Πραγματικότητας = Πράξη/Θεωρία
όπου εάν οι δυο όροι στο κλάσμα είν” ετερόσημοι, τότε και η πραγματικότητα είν” αρνητική (“άλλα λέω κι άλλα κάνω”)· εάν η Θεωρία είναι μεγαλύτερη απ” την Πράξη, τότε η απόδοση είναι μικρότερη της μονάδας· εάν η Θεωρία είναι μηδενική τότε η απόδοση απειρίζεται ανεξέλεγκτα, και αν η Πράξη είναι μηδενική τότε και η Πραγματικότητα είν” επίσης μηδενική.
Αφού επιχειρήθηκε και ερμηνεύτηκε, λοιπόν, ο ορισμός, και αφού παρετέθησαν τα θετικά στοιχεία του Εναλλακτικού, καιρός τώρα να ξυπνήσει το (δίκαιο) τρολλ για να παρουσιάσει τ’ αρνητικά. Ας αρχίσει λοιπόν ο
ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ
Πολιτική
“Για όλα μα όλα φταίμ” εμείς οι Έλληνες…”. Όχι κυρία μου (που λέει κι Μαζόπουλώς)· εγώ δε φταίω αν ο επιχειρηματίας έχει κουμπάρο εργολάβο που “χει ξάδερφο βουλευτή· ούτε και φταίω εάν οι σκατόδρομοι και το σκατορυθμισμένο (από καλοπληρωμένους εργολάβους) πολεοδομικό, οδικό και ρυμοτομικό δίκτυο με κάνουν να μπινελικώνω στ” αμάξι μου εσένα που για τους ίδιους ακριβώς λόγους έχεις κάτσει μεσ” στη μέση του δρόμου σαν λυράρης σε pause. Ούτε εγώ φταίω αν η χώρα μου είναι σε πτώχευση· ούτε κι εσύ. Ούτε εμείς φταίμε αν κάποιοι μπήκαν στο δημόσιο ή στο ιδιωτικό με γνωριμίες. Και όσο κι αν τα βάζεις με το δημόσιο, τότε άλλο τόσο να τα βάλεις και με το ιδιωτικό, με τον κάθε μαλάκα τον πωλητή στον τηλεπάροχο (πχ) που σε κλέβει και σε κοιτάει σαν τσέπη μόλις μπεις στο κατάστημα. Και ούτε να μου τσαμπουνάς για δημόσια και δωρεάν παιδεία άμα ζεις από τα ιδιαίτερα και τα φροντιστήρια που παραδίδεις. Και να μην τα ισοπεδώνεις όλα μ” αφορισμούς του τύπου “Όλοι οι πλούσιοι λαμόγια” διότι έχω να σου γνωρίσω εκατοντάδες μη-πλούσιους που θα στη φέρουνε στο συνεργείο, στο περίπτερο, στον πάγκο με τα εναλλακτικά χαϊμαλιά, στο bar με τις εναλλακτικές μπόμπες και τον εναλλακτικό σκατόηχο, και όπου αλλού μου προτείνεις. Μη μου μιλάς για «μαλάκες μικροαστούς” εάν εκείνοι που σ’ έφεραν και προσπάθησαν να σε αναθρέψουν στον “μη εναλλακτικό» ετούτο κόσμο ανήκουνε σ’ αυτή την τάξη, ούτε και να τους τα χώνεις επειδή η ζωή τους έβαλε μπροστά σε μια τηλεόραση και σ” έναν καναπέ· ρίξε μια ματιά στην Ευρώπη που τόσο αγαπάς και θαυμάζεις, μέτρα τ’ αποτυπώματα του κώλου στον καναπέ του μέσου “πολιτισμένου Ευρωπαίου” και αναρωτήσου γιατί απ” τα σαράντα και μετά γίνεται φετίχ αυτό το έπιπλο: διότι έτσι είναι η (σύγχρονη) ζωή και ο βιομηχανικός πολιτισμός: κουράζει κι υπνωτίζει· γκέγκε; Και πού ‘σαι: ετούτη τη στιγμή με διαβάζεις ζεσταίνοντας τον κώλο της καρέκλας του σπιτιού σου, του νετ καφέ, ενδεχομένως -κι αν είσαι και τόσο ασύρματος- να “σαι κι εσύ αυτή τη στιγμή σ” έναν καναπέ, ή -αν είσαι και τόσο φορητός-  ακόμα και στο κρεβάτι· σκάσε λοιπόν. Αν είσαι Εναλλακτικός και δραστήριος, τότε κλείσε με και τράβα μια ποδαράτα στο τετράγωνο (και μη μου τσαμπουνίσεις  τα βουνά και τα λαγκάδια που παίρνεις κάθε ΣΚ με τον υπνοσάκο στην πλάτη: εδώ σε θέλω: σε κάτι τόσο απλό όσο αυτό που σου λέω): χλωμό σε κόβω.
Αντί να αναγνωρίσεις ότι η Γερμανία πρωτοστατούσα, και μαζί της η Βρετανία, η Σκανδιναβία, η Γαλλία, το Ισραήλ, η Τουρκία, η Αμερική και ένα σωρό άλλοι μπάσταρδοι πάνε να γαμήσουν τις λιγότερο ανεπτυγμένες της Μεσογείου (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Λιβύη, Συρία, Αίγυπτο κλπ), και αφού έχουνε διαλύσει όλα τα υπόλοιπα Βαλκάνια, το Σοβιέτ και τη μισή μέση Ανατολή εδώ και δεκαετίες ανοίγοντας έτσι την τρύπα για άλλη μια «Κάθοδο των Δωριέων», μού τα χώνεις στους “μαλάκες τους Έλληνες” της λαμογιάς, του βολέματος και της αδιαφορίας. Αντί να αποδόσεις τα του Καίσαρα στον Καίσαρα μου το πας μονόπλευρα το γράμμα, πιπιλίζοντάς μου την ίδια “όπου γης και πατρίς” και “για όλα φταίμε εμείς» αμερικανιά σου. Έχεις σκεφτεί ποτέ σου τους λόγους που τα χώνεις πάντοτε στον έσω και ποτέ σου στον έξω; Μήπως όταν ήσουνα παιδάκι τά “βαζες μόνο με το μπαμπά, με τη μαμά και με τ΄αδέρφια, όμως στους γείτονες το βούλωνες κι έσκυβες το κεφαλάκι σου και έλεγες μια μάταια χαμογελαστή καλημέρα στα μαλακισμένα αυτιά τους; Μήπως ήσουνα καλό παιδί ως και τα δεκαπέντε σου που άρχισες να γκομενίζεις και να σκίζεις τα τζιν σου και έβγαλες το «κακό όνομα»; Μήπως σού ήταν πάντα εύκολο να κατηγορείς το δικό σου σπίτι αντί για του γείτονα, αντί απλώς να σκεφτείς πως και τα δύο σπίτια μπορεί να είν” εξίσου δυσλειτουργικά και φύσει και θέση ανταγωνιστικά; Μήπως -λέω μήπως- εναλλακτικό μου φιλαράκι, η επαναστατική σου φυγόκεντρός και ο αμερικανικός σου μαγνητισμός απενοχοποιημένα από ένα “όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει”, ηλεκτρισμένα από ένα παρερμηνευμένο “πατρίδα είν’ εκεί που μίσησα και με μισήσαν περισσότερο απ’ οπουδήποτ’ αλλού” και στερεοποιημένα από “να “ουδείς προφήτης στον τόπο του” είναι απλώς το δάχτυλα με τα οποία κρύβεις τη μούρη σου από την τόλμη να υπερασπιστείς τα εγγύτερά σου, να αποδόσεις ακριβοδίκαια τις ευθύνες, και ν” αγκαλιάσεις τόσο τα εξ ιδίων όσο και τα αλλότρια; Με λίγα λόγια, μήπως όλο ετούτο το “μόνο οι Έλληνες φταίνε” φανερώνει τη βαρεμάρα και την ποντικοδειλία να τα βάλεις στα ίσα και με τους ξένους; Για ξανασκέψου το:
Έχεις μια χώρα σε κρατίδια, που κάνα-δυο αιώνες π.Χ. πέφτει στους Ρωμαίους, και αφού είχε ήδη «εκπολιτίσει» τους μισούς συμπατριώτες-και-μη ο Μεγαλέξαντρος. Ετούτοι τα κάνουνε πλακάκια με τους Εβραίους, και μετά από λίγους αιώνες πασάρουν τη χώρα στους Βυζαντινούς που-δήθεν-ήταν-ελληνική-πατέντα ενώ ήταν απλώς μια πολυεθνική με Ρωμαίους μάνατζερ. Παράλληλα έχεις πολλαπλές καταστροφικές και διαβρωτικές καθόδους από σλαβικά φύλα· σου σκάνε και κάτι Μαροκινοί, Ισπανοί και διάφοροι· σε μια φάση σου σκάει και μια πανούκλα που θερίζει ανεπανόρθωτα το ένα τρίτο του πληθυσμού της Γηραιάς Κοκόνας. Δε σου φτάνουν αυτά, και σου σκάνε Τούρκοι κι Ενετοί για μία τετράδα (και βάλε) αιώνες· σε απελευθερώνουν κάποια στιγμή τα “πολιτισμένα” βούγια και σε κρατάν για δύο ακόμα αιώνες υπό οικονομική και διοικητική σκλαβιά, και μετά βίας που καταφέρνουν να σε ξεστραβώσουν με εκείνη την ιστορία και την εκπαίδευση που σου ξαναγράφουνε Παράλληλα, θα φας καμπόσους εμφυλίους, δυο παγκόσμιους και τρεις δικτατορίες. Οι δυνάστες σου θα σου (ξανα)δανείσουν  και γαμώ τα φράγκα εσένα που “χεις ξεχάσει απ’ τον καιρό της μνας και του όβολου να έχεις τσέπη. Και μετά θα σου τα ζητήσουνε πίσω γνώριζοντας πως δεν παίζει με τίποτα να τα ξεπληρώκεις, και ούτε καν τους τόκους, και την ίδια στιγμή που αυτοί σου χρωστάν τα διπλάσια σε κλοπιμαία, πολέμους, αποζημιώσεις κτλ.
Μετά απ’ όλ’ αυτά λοιπόν σου φταίει μονάχα ο Έλληνας, μαλάκα εναλλακτικέ; Ναι· φταίει όσο μπορεί να φταίει κάποιος που ενώ μπορούσε κάααααπως ν” αυτοβελτιωθεί δεν τον άφησαν. Αλλά σού φταίει σε όλα του ο Έλληνας; Εσύ που εκθειάζεις τη Γερμανία πχ για τον πολιτισμό και την ποιότητα ζωής της, ετούτη τη χώρα που αφού έκανε δυο παγκόσμιους μέσα σε μόλις είκοσι χρόνια και (φυσικά) πήρε τ’ αρχίδια της, και αφού σκότωσε δεκάδες εκατομμύρια και αποζημίωσε ψίχουλα, και που ξαναχτίστηκε σε μόλις μια δεκαετία με σκλαβομετανάστες, μ” ευνοϊκούς δανεισμούς και κουρέματα αποζημιώσεων, ετούτη τη χώρα μου φέρνεις ως παράδειγμα ζωής; που ταΐζει ακόμα τους πολίτες της με δανεικά κι αγύριστα, φτωχεύοντας κράτη; Τράβα να ζήσεις εκεί πέρα λοιπόν, και άσε μας εμάς τους “άξιους της μοίρας μας” «ελληναράδες» να παλέψουμε μπας και κάτι  σώσουμε.. Αλλά άσε μας στ’ αυγά μας, φίλε. Μελέτα και λίγο ελληνική ιστορία (και όχι εκείνη-που-σού-γράψανε) και κόψε τα παπατζιλίκια που καταπίνεις αμάσητα απ” τις “αδιάσειστες” πηγές σου. Και που ‘σαι: την άλλη φορά που θα υπερασπιστείς Αφγανούς, Αλβανούς, Πακιστανούς, Κουβανούς, Αφρικανούς κτλ, να θυμάσαι πως και η χώρα που σε μεγάλωσε (για να έχεις την εναλλακτική πολυτέλεια να τη βρίζεις) τραβά αυτή τη στιγμή παραπλήσια (αν και ελαφρύτερα) λούκια με τις πατρίδες εκείνων. Και αν δεν είσαι και τόσο αμερικανάκι “να την ψάχνεις αλλού τη δουλειά”, τότε να σεβαστείς το χώμα που μύρισες περπατώντας με τη σάκα του δημοτικού σου στην πλάτη, εκείνα τα βουνά που ανέβηκες, τη θάλασσα που δέχτηκε τα μπρατσάκια σου, και ένα σωρό ανθρώπους π” αγάπησες. Να αποδόσεις τα του Καίσαρα στον Καίσαρα, φίλε μου. Ναι: φταίμε κι εμείς· φταίνε κι αυτοί. Και καλό θα είναι να διακρίνεις τα ποσοστά.
Μη-βια
Όσο υπέροχα κι αν τά “λέγαν και τά “καναν ο Γκάντι, ο Κρισναμούρτι και όλοι εκείνοι που (δικαίως) θαυμάζεις, πάρ” το απόφαση ότι η βία (ή η βιαιότητα αν θέλεις) ήτονε πάντα κρίσιμο στοιχείο επιβίωσης, άρα ζωής. Ο ήλιος δεν ζητά την άδεια από τα σύννεφα για να χιμήξει στα βλέφαρά σου το χειμώνα, το κύμα δε ρωτά το βράχο, ο βράχος δεν παραμερίζει στο κύμα, το λιοντάρι δεν κάνει διπλωματία με το ελάφι, ο κανίβαλος δεν λυπάται τον όμηρο, ο ινδιάνος ζητά συγνώμη από το ζαρκάδι αλλά μετά το κάνει μπάρμπεκιου, ο καταρράκτης δε δείχνει επιείκεια στη βουνοπλαγιά, και η σούπερνόβα πριν καταλήξει νάνος εκλύει ασύλληπτη ενέργεια: Η ζωή είν” ένας σοφά και αμείλικτα υπολογισμένος συγκερασμός βίας και μη βίας. Το να μείνεις με σταυρωμένα τα χέρια την ώρα που σε βαράνε αντί να βαρέσεις δεν κάνει καλό σε κανέναν: ούτε θα νουθετήσεις το βίαιο, ούτε και μετά θα αποφύγεις τα υπαρξιακά της δειλίας και της εκδίκησης· και πολύ πιθανόν να καταλήξεις και σε κάνα νοσοκομείο. Επίσης, δύο γονέοι στερήθηκαν για να σε μεγαλώσουν, να σε κάνουν κοτζάμ ενήλικα, αρτιμελή και σώο· γιατί προσφέρεις τον κόπο αυτών των ανθρώπων στα χέρια και τις ορέξεις του οποιουδήποτε μαλάκα; για χάρην μιας ιδέας; η οποία (ως η κάθε ιδέα) εφαρμόζεται πάντοτε τοπικά και σπανίως καθολικά; Αναθεώρησε μάγκα μου: τσουρούφλισε λίγο το αίμα σου, και βάρα σαν είναι για να σώσεις το τομάρι σου. Η βία χρειάζεται που και που· ενίοτε είναι και η μόνη λύση, αν και θα ‘πρεπε να είναι πάντα η τελευταία. Χέσε μας (χωρίς συμπάθιο) με τις θεωρίες σου περί «ειρηνικής συνύπαρξης» κτλ: τόσοι ανθρώποι έχουνε πέσει μαχόμενοι και θα ντρέπονταν να σε δουνε να πέφτεις αμαχητί. Μη φλωρεύεις λοιπόν. Και αν δε σε πείθουν τα χωριάτικα μου λόγια, τότε (ξανα)διάβασε τον Καπετάν Μιχάλη και άσε τις new-age παπαριές για τ’ αμερικλανάκια.
Οικωλογία

Το ότι τρως βιολογικά λαχανάκια και πας με ποδηλατάκι σου στη δουλειά και τη βόλτα σου δε μου λέει και πολλά άμα παράλληλα είσαι οδηγός ή συνοδηγός αυτοκινήτου, και άμα χρησιμοποιείς τα Μ.Μ.Μ. Για να το χώσω βαθύτερα το νυστέρι: τί μου τσαμπουνάς για καθαρό οξυγόνο κι αμόλυντο περιβάλλον όταν με το ίδιο σου το τσιγάρο καταστρέφεις τον ίδιο τον αέρα σου που τόσο προασπίζεσαι; Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι αφενός το κάθε σου τσιγάρο είναι  καρβούνιασμα οξυγόνου και παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα, και ότι αφετέρου άλλη μία γόπα πήγε στα σκουπίδια και στο περιβάλλον; Όχι; Μάγκα μου, αν είσαι τώρα στα τριάντα πχ, και με πολύ συντηρητικούς υπολογισμούς έχεις, έως τώρα βρωμίσει το περιβάλλον σου με δέκα κιλά = πενήντα λίτρα γόπες.· και άμα δεν πείθεσαι ρίξε και μια κλικιά εδώ. Δεν θα σου υπολογίσω καν πόσο οξυγόνο καρβούνιασες, ούτε σε πόσα παθητικά πνευμόνια εισέβαλες δίχως κανένα μα κανένα δικαίωμα. Κι αν απορείς εγώ που στα λέω αν καπνίζω, θα σου απαντήσω με δυο λέξεις: σαν πούστης· απλώς εγώ δεν το παίζω οικοσούπερμαν υπό τις διακριτικές ευλογίες του καταλύτη μου.
Επίσης δεν το σώνεις το περιβάλλον με το να πετάς τα σκουπίδια στην ανακύκλωση. Δεν ξέρω αν το ‘χεις προσέξει, αλλά το σκουπιδαριό σου (συνήθως) το καταπίνει το ίδιο αδέκαστο απορριμματοφόρο που καταπίνει και τους κοινούς πράσινους κάδους· δεν έχεις παρά να τη στήσεις σε σημείο περισυλλογής (αλλά ΟΚ, μην πάρω και όρκο, μπορεί να λέω και μαλακίες). Α, και πού σαι: συγχαρητήρια για την εκβιομηχάνιση στην οποία αντιστέκεσαι την ίδια στιγμή που της δίνεις τσάμπα-πράμα πρώτη ύλη με τ” ανακυκλωμένα σου· οι βιομηχάνοι όλου του κόσμου σ” ευγνωμονούν, που αντί να πληρώνουνε παραπάνω για εξορύξεις, επεξεργασίες κτλ, έχουνε τσάμπα πράμα για απλή ξεδιαλογή, καθάρισμα και μεταποίηση. Να είσαι καλά…
Επίσης δεν το σώνεις το περιβάλλον σου άμα πετάς φαγητό· να κάτσεις να το φας όλο στην ώρα του ή την άλλη μέρα, κι ας έχει χαλάσει η γεύση του (με λίγο ανθυγιεινότατο αλατάκι και ανθυγιεινότατη μαγιονέζα τα πάντα διορθώνονται…). Τα εναλλακτικά χόρτα που μαγείρεψες δε φύτρωσαν για πέταμα, ούτε σκυφτομαζώχτηκαν για να καταλήξουνε στις χωματερές· γκέγκε;
Νά σου πω: από νάιλον σακούλες πώς πάμε; τις μαζεύεις για πιθανή μετακόμιση ε;… Γιατί δε σ’ έχω δει, εναλλακτικό φιλαράκι μου, σε κάνα supermarket να κουβαλάς τις δικές σου τσάντες, ούτε καν νάιλον· τάπα…
Από  βρύσες πώς πάμε; από το ρεύμα; Έχεις υπόψιν σου το πώς φτάνει ετούτο το ρεύμα σπίτι σου; ή μπας και δεν έχεις παρατηρήσει τις τσιμινιέρες στα ρευματεργοστάσια; Ετούτα να μου τα θυμηθείς όποτε δουλεύεις την οποιαδήποτε ηλεκτρική συσκευή σου, ακόμα και το κινητό και τον κομπιούτερ που με διαβάζεις. Τι; αν χρησιμοποιώ ρεύμα εγώ; Εννοείται! Απλά δεν το παίζω οικοχόνδριος, συγνώμη, οικολόγος.
Ψιτ… και πού σαι: τις παπαριές με το κινητό-φούρνο μικροκυμάτων που κάνει το μυαλό μας φρυγανιά να τις λες αλλού: έχεις ένα σωρό ενεργές συσκευές στο σπίτι σου, με πηνία, με πυκνωτές, ασύρματη σύνδεση κι υπέρυθρες κτλ, που κανονικά θα “πρεπε εδώ και χρόνια νά “χες γίνει κοκορέτσι… Και πού ‘σαι, ψηλέ: όξω απ” το σπίτι σου έχεις: wifi routers, κολόνες της ΔΕΗ, κυψέλες κινητών, κεραίες τηλεόρασης, δορυφορικά πιάτα και μαχαιροπίρουνα, και γενικώς από παντού προς παντού σε διαπερνάνε κάθε στιγμή τόσα Herz που θα ‘πρεπε το χειμώνα ν’ αράζεις για solarium  στην εξώπορτα. Οπότε κούλαρε λίγο.
- Και τί σημαίνει αυτό;; Πως θα επιβαρύνω κι άλλο την υγεία μου με το κινητό συνέχεια στ’ αυτί μου;
- Ετούτα να μου τα πεις όταν θα βαράς τρίωρα και διπλοσκοπιές να μιλάς με το καινούργιο σου αμόρε/πιπίνι, και όταν θα βαράς οχτάωρα πλάι στα τσιπάκια του υπολογιστή σου.
- Και τί λύση μας προτείνεις δλαδή ρε φίλε; να πάμε στα βουνά;
- Ναι: αν είσαι μάγκας κάντο, αλλιώς δεν είσαι πράσινος: είσ” ένας γκρίζος που (προς τιμήν του) θέλει να κάνει το λιγότερο δυνατόν κακό στο περιβάλλον· μόνο που δεν το πολυκαταφέρνει ενστερνιζόμενος αμερικανοχιπικοnewage πατέντες. Με πιάνεις;

Θρησκεία

Ο τυπικός εναλλακτικός δηλώνει άθεος (πιστεύει όμως σε μια ανώτερη δύναμη)· είναι δλαδή ο κατά το κοινώς λεγόμενον Αγνωστικιστής. Έχει τεράστια λοιπόν πλάκα να παρακολουθήσει κανείς καμιά φορά διαφωνία μεταξύ θρήσκου και εναλλακτικού· με τί μένος βάλλεται ο ένας στον άλλο κατηγορώντας τον για κείνα που το δόγμα του έχει κάνει στην ανθρωπότητα.. Κι εδώ το μόνο-μόνο που αλλάζει είναι τα λόγια, μα όχι και η μορφή: ο άθεος με μισαλλόδοξο μένος καταφέρεται μεθ” επιχειρημάτων έναντι του θρήσκου· και τούμπαλιν. Απλώς ο άθεος απορρίπτει ως μη-επιχειρήματα τα “κατά τας γραφάς” του θρήσκου, και ο θρήσκος απαξιώνει τα λογικά επιχειρήματα του άθεου εφόσον δεν έχουνε μεταφυσική επίκληση σε κάποιον “πατέρα της εκκλησίας” και απλώς καταδεικνύουν τις αντιφάσεις του. Και όλο ετούτο διότι ο δυτικοευρωπαϊκός επιστημονισμός του Διαφωτισμού προσπάθησε -και πολύ δικαίως ως ένα βαθμό- να ορφανέψει τον άνθρωπο απ’ τον αυταρχικό καθολικό θεό του μεσαίωνα, ασκώντας του θεωρητικό πόλεμο και αντίποινα, και τα οποία κυριαρχούν ως και σήμερα, και με τον απόηχο τους αλλοιωμένο από τον χωροχρονικό άνεμο, έναν απόηχο που ο τυπικός εναλλακτικός άθεος ποτέ δεν έκατσε ν” αξιολογήσει, αλλά απλώς χρησιμοποεί· τον απόηχο. ‘Οχι φίλε μου εναλλακτικέ: το ότι καίγανε μάγισσες και κάναν σταυροφορίες τα καθολικά κρέατα του μεσαίωνα δεν μου αποδεικνύει πως δεν υπάρχει θεός αλλά πως μάλλον δεν υπάρχει άνθρωπος. Δηλαδή τί ακριβως σχέση έχει η πρόφαση θεού με το θεό; Και τί σχέση έχει ο ρωμαιοκαθολισμός του πρωτομεσαίωνα μ” εκείνον του δευτερομεσαίωνα και οι δύο ετούτοι με τον προαναγεννησιακό; Και τί σκατά σχέση έχουνε όλοι αυτοί με την ορθοδοξία; Και τί σκατά σχέση έχουνε όλα τα παραπάνω με το Θεό και την ανθρωπιά (στο χωριό σου το λένε κι “Ανθρωπισμό” ή «Ουμανισμό»); Βάσει τον όσων διεκήρυξαν οι πρωτομάστορες της σύγχρονης βορειοδυτικής σκέψης (και οι οποίοι πάραυτα εμφανίζουν μεταξύ τους αξιοσημείωτες διενέξεις) προσπαθείς να προσβάλλεις το (χαζό ή όχι) αγαθό της πίστης ενός θρήσκου; Έχεις αναλογιστεί ποτέ αν οι βάσεις σου φτάσαν με χαλασμένο τηλέφωνο ως το σήμερα; Έχεις σκεφτεί ποτέ σου πως η πίστη δεν είναι για να συζητιέται αλλά απλώς για να υπάρχει η μη; Έχεις σκεφτεί ποτέ σου ότι το μένος με το οποίο καταφέρεσαι στον πιστό δεν έχει καμία μα καμία διαφορά στην ποιότητα και τα εφαλτήριά του από το δικό του εναντίον σου; Όχι; Ε μαγνητοσκόπησε τον εαυτό σου σε «debate» σου με θρήσκο (ή και θρησκόληπτο) και έπειτα παρακολούθα τον με μιουταρισμένο τον ήχο…

- Εσύ δλαδή που μας τα λες τί είσαι δλαδή;
- Ένας που πιστεύει σε έναν Θεό (κι ας είναι δώδεκα ή χίλιοι συμπυκνωμένοι σε μιαν Ιδέα), Πατέρα (διότι εγώ δεν θέλω ορφάνια), Παντοκράτορα (που “χει τη δύναμη επάνω στα πάντα και στους πάντες, και οι οποίοι αργά η γρήγορα θα δικαιωθούν ή θα τιμωρηθούν -λέω τώρα εγω με το φτωχό μου και θρησκόληπτο μυαλό). Άμα δε σου φτάνει αυτό, μπορείς επίσης να με αποκαλέσεις τυφλό, χαζό, “έτσιμουμάθανε”, θρησκόληπτο και ότι άλλο γουστάρεις· κουβέντα πάντως δε θ’ ανοίξουμε· διότι δεν ξέρεις να την κλείνεις σωστά· διότι έχεις γαμάτο στόμα και γάματα αυτιά. Επίσης πιστεύω στον Άη-Βασίλη.

Φιλοσοφία

Αφού ο Φρομ εμπλουτιστεί από τον Ράσσελ, αμφότεροι θ” αναθεωρηθούν άμα τη αφίξει του Καστανέντα, και ο οποίος αφού αποθεωθεί θ” αρχίσει να ωχριά μπροστά στον Γιούνγκ, και ο οποίος τελικά θ’ αποδειχτεί παιδαριώδης μπροστά σ” ένα Μάρξ, ο οποίος όμως θα αντικατασταθεί σε λίγα χρόνια από το εβδομαδιαίο μονόστηλο αστρολογίας, που όμως κι αυτό είναι τελικά ανεπαρκές εμπρός στους Ελ και στις συναφείς θεωρίες πως-μας-ψεκάζουν. Ο Υλισμός θα υποχωρήσει στον Ιμπρεσιονισμό, ο οποίος όμως ερεθίζει λιγότερο απ’ ό,τι ο Αλεατορισμός, και που τελικά είναι απλώς μια τρίχα μπροστά “στο σύμπαν που συνωμοτεί”.

Όλα αυτά δεν είναι κατ’ ανάγκην κακά, εάν αποτελέσουν εφαλτήριο για διανοητική πρόοδο. Άμα όμως διατηρούνται ακόμη και σε μεγάλες ηλικίες, τότε το πράγμα αρχίζει σοβαρά να νοσεύει και νοσηρά να σοβαρεύει.

Εάν δεν είσαι φιλόσοφος, ή δεν έχεις μελετήσει με κριτική σκέψη και συνέπεια έστω τους γνωστότερους αρχαιοέλληνες, ευρωπαίους και ανατολίτες φιλοσόφους, μη μου το παίζεις αυθεντία και μέντορας. Το να πιάσω λίγο δευτεροβάθμιο Σωκράτη, να πετάξω κι ένα Καντ τσέπης, ν’ ανακατέψω λίγο Μακιαβέλι του κυριακάτικου ένθετου, να σοτάρω Βολταίρο του θείου Χαράλαμπου, να σερβίρω με Έγκελς παραλίας και να κόψω με Γκράμσι Βικιπαίδειας δεν με κάνει εντυπωσιακό αλλά απλώς καλαμπόρτζη. Κι ετούτο διότι η «περίφημη» κοσμοθεώρηση που με Νιτσεϊκή σκυθρωπότητα εκφέρεις συνήθως δεν συνοδεύεται από “να ταπεινό “από τα λίγα εκείνα που έχω διαβάσει μπλα μπλα μπλα”. Η προσθετική άρθρωση και η απουσία συνθετικής δόμησης στο λόγο, δεν δημιουργούν και δεν προσφέρουν. Και ίσως εκεί ν” απαντάται το μεγαλύτερο αγκάθι στην (τυπική) επιχειρηματολογία του (τυπικού) εναλλακτικού: η συρραφή, το κολλάζ από πληροφοριακά μπαλώματα που συνιστά έναν «καινοφανή» μα στην ουσία του ξύλινο λόγο, και ο οποίος δομικά και αιτιακά δεν διαφέρει και πολύ από εκείνον της “αντίθετης” άποψης· κι εκείνοι, οι “άλλοι”, χρησιμοποιούν έναν εξίσου προ(χειρο)μαγειρεμένο χυλό και ο οποίος δεν παρασκευάζεται χάριν αλήθειας κι αντικειμενικότητας αλλά χάριν πειθούς και εντυπωσιασμού, δηλαδή ωφελιμιστικά και πάλι, ρητορικά. Η χρήση της επίκλησης του τσιτάτου απ” τον Σοπενάουερ δεν διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη του τάδε «πατέρα της εκκλησίας» που μπορεί να  χρησιμοποιεί ο αντιφωνούντας, ή τη χρήση μιας απλούστατης λαϊκής παροιμίας. Η αλήθεια εν προκειμένω πετιέται στον κάλαθο: ενδιαφέρει η πίστη στην “αυθεντία” του επικαλούμενου, και το πόσο εκείνη εγγυάται να προσδώσει το “αναμφισβήτητο” στον δεδομένο ισχυρισμό μας. Ο τυπικός λόγος του εναλλακτικού γενικώς πάει κάπως έτσι:

“Βάσει του Χ που είπε Χ1, νομίζω πως το καλύτερο είναι το Χ2”.
Ο αντίθετός του θα πει είτε:
“Και όπως είπε ο Ψ μπλα μπλα μπλα άρα λοιπόν πρέπει Ψ1…”, είτε “Μα ο Ω είπε Ω1 άρα Ω2!”
Τα μόνα που αλλάζουν εν προκειμένω είναι οι επικαλούμενες αυθεντίες και τα τσιτάτα· ο ξύλινος απενοχοποιητικός λόγος που αποφεύγει την αυστηρά προσωπική άποψη άνευ δεκανικίων “αυθεντίας” είναι πάντα παρών και διαπασών, ως είθισται. Ως εκ τούτου λοιπόν πού ακριβώς είναι η προσωπική άποψη, η ατομική επιχειρηματολογία; : πουθενά· άλλων λόγια ν’ αγαπιόμαστε(;).
Τυχαίνει(;) επίσης η οποιαδήποτε πεποίθηση και κουβεντολόι μεταξύ Εναλλακτικών να μην έχει αλλάξει εδώ και δεκαετίες. Ομοίως της Αριστεράς, της Δεξιάς, του Κέντρου, της Αναρχίας, της Ακροδεξιάς, της Αθεΐας, της Θρησκείας, του αγροίκου και του πολιτισμένου κτλ. Υπάρχει ένας πάγιος άξονας, κουβέντες και πεποιθήσεις καρμπόν, που αποτελούν την πιο  fast-food λύση έναντι στην οποιαδήποτε κατάθεση κριτικής σκέψης και στη δημιουργικότητα των ιδεών. Δεν έχεις παρά να πας σε καφετέρια εναλλακτικών ή σε παραλία στο Γαϊδουρονήσι: όποια δεκαετία και να πας θ’ ακούσεις τα ίδια. Και τώρα θα μου πουν ο Παραλίας, ο Σαγιονάρας, ο Σακίδιος, ο Μπάφος, ο Ράστας και ο Φλαμένκος:
- Μα είναι λογικό! Διότι τα κακώς κείμενα της κοινωνίας παραμένουν τα ίδια!
- Αν ήταν δημιουργικότερη και προσωπικότερη η σκέψη σας, θα ήταν και πολύ καλύτερα τα πράγματα· εμείς δεν αλλάζουμε τον κόσμο; (όπως διατείνεστε)
- Ναι, μα τί να σου κάνουν μια χούφτα ανθρώποι;;
- “Αν θέλεις ν’ αλλάξεις τον κόσμο ξεκίνα από τον εαυτό σου” δε λέτε; Έχετε άραγε (εν)αλλάξει ποτέ τον εαυτό σας και τη διαλεκτική σας όλ’ αυτά τα ξύλινα χρόνια, ή το βιολί βιολάκι;
Επιστήμη
Δε γίνεται να μου μιλάς γι” αστρολογία, για καρμικά σύμπαντα, για αύρες-σαύρες-κουκουνάρες, την ίδια στιγμή που μου πετάς κι ένα  E = mc2. Όχι επειδή η επιστήμη δεν θα μπορούσε να οδηγηθεί σε μεταφυσικές (υπό την Αριστοτέλεια Μεταφυσική) παραδοχές. Αλλά διότι ο ορθολογισμός-δεκανίκι με τον οποίο αποπειράσαι να προσδώσεις κύρος και πειθώ στους ισχυρισμούς σου ήτανε πάντοτ” αντίθετος και απομυθοποιητικός στην αμερικανιά και τις ψευδεπιστημονικές συνομωσιολογικές φυλλάδες και στα βιβλιαράκια τσέπης που διάβασες για τις “πρόσφατες ανακαλύψεις που αναθεωρούν την έως τώρα πεπαγιωμένη αντίληψη περί μπλα μπλα μπλα…”. Το ότι διαβάζεις εκλαϊκευμένη Φυσική δεν παρέχει αυθεντία (και μούρη) στο σοφιστικέ σου υφάκι όταν μιλάς για «ανεξερεύνητο σύμπαν». Τ” ότι διαβάζεις Γιούνγκ και πάραυτα μου αναλύεις όνειρα χειρότερα από παραπληγικό συντάκτη Καζαμία του μεσοπολέμου σε καθιστά απλώς θλιβερό. Καταστάλαξε λοιπόν σ’ ένα σημείο, μελέτησέ το με συνέπεια κι αμφισβήτηση (ακόμα και την ίδια την επιστήμη) και μετά ξαναμίλα.

Το ότι επίσης κάποιος επιστήμονας είπε το τάδε «αναμφισβήτητο» που μου τσαμπουνάς «αναμφισβήτητα» δεν σου δίνει προσωπικά κανένα credit. Σού έχω έναν άλλον επιστήμονα στην άλλη όχθη του Ατλαντικού ο οποίος την ίδια στιγμή αντίκειται στον δικό σου, και ο οποίος (για να μιλήσω με τα λόγια σου) ίσως επιβεβαιωθεί σε μερικά χρόνια, για ν’ αναθεωρηθεί ο ίδιος σε κάποιες δεκαετίες ή έστω και αιώνες. Θέλω με όλ’ αυτά να σου πω ότι, καλό θα είναι πάντα να παρενθέτεις μια επισήμανση πριν ξεκινήσεις το λεξαυνανισμό σου· κάπως έτσι: “(υπόψιν, ό,τι και να ισχυριστώ ανήκει σε κάποια απ’ τις ως σήμερα παραδεδεγμένες ή υπό εξερεύνησιν αντιλήψεις, και οι οποίες είναι πολύ πιθανόν αύριο να μην ισχύουν)”. Άμα σου φαίνεται μακρινάρι κι αντιπειθέ, τότεμπορείς απλώς να πεις “για την ώρα, εκείνο που λέει ένα κομμάτι της επιστημονικής κοινότητας είναι ότι μπλα μπλα μπλα…”. Με πιάνς;

Μουσική

Τ” ότι ο μέσος εναλλακτικός ακούει fado και flamenco και reggae ενώ συνήθως χλευάζει και αδιαφορεί για την ελληνική παραδοσιακή και λαϊκή μουσική, δεν του διαφεύγει· και όμως τον αφήνει παγερά αδιάφορο. Το ξένο είναι πάντα πιο γλυκό, και βέβαια όχι παρωχημένο και συναρτημένο με πατριδοθρησκοικογενειακές θρομβώσεις κτλ. Εκτός κι αν πρόκειται για ρεμπέτικο, και το οποίο όσο πιο μιλάει για πρέζα, αστυνομία κτλ, τόσο πιο “συλλεκτικό” και «άξιο» είναι. Το ότι ο μεγαρεμπέτης και απαγορευμένος Τσιτσάνης ήταν εκείνος που πρωτόβαλε  (και ακολούθως ο Χιώτης) το ρεμπέτικο στα σαλονάκια, τον αφήνει παγερώς αδιάφορο. Το ότι ο “μαμποτσάμπο” Χιώτης μπουζούκησε τους ιστορικότερους δίσκους του Θεοδωράκη δεν το ‘χει γνωρίζει ούτε για πλάκα. Το ότι ο Χιώτης, πάλι, έχαιρε απεριόριστης εκτίμησης την ίδια στιγμή και απ’ το ρεμπετασκέρ, ούτε που του λέει κάτι αυτό. Το ότι ο Βίρβος στιχούργησε τη Γερακίνα βιωματικά (όπως τόσο αρέσει στον εναλλακτικό ετούτη η μαλακισμένη λέξη) δεν του λέει απολύτως τίποτα για την ό,ποια κοινωνική και καλλιτεχνική αξία μπορεί να έχει το επονομαζόμενο λαϊκό, όπως βέβαια και η ίδια η λέξη λαός (και που ως δια μαγείας στον κάθε κοινωνικό του αγώνα αποκτά αδαμάντινη χροιά). Το ότι ο Καζαντζίδης πέρ’ απ’ τη “Μαντουμπάλα” έτυχε να τραγουδήσει και το “Σαββατόβραδο” (Λειβαδίτης-Θεοδωράκης) δεν του λέει επίσης τίποτα. Ούτε το ότι ο Καζαντζίδης κυνηγήθηκε για δυο δεκαετίες, ότι πρώτος πάλεψε για τα δισκογραφικά δικαιώματα μουσικών και τραγουδιστών, και ότι είχε συχνά τραβήγματα λόγω πεποιθήσεων. Κλάι-μάιν σου λέω κι απάνω τούρλα, και σιγά μην εντοπίσει αξία ο «ακομπλεξάριστος» εναλλακτικός στον “κλαούρη” και “πονεμένο” Καζαντζίδη και στον παρομήγυρο πάγκο της λαϊκής. Γουστάρει όμως ο εναλλακτικός τη λαϊκή μουσική της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Λατινικής Αμερικής, οτιδήποτε δηλαδή περιέχει στίχους σ” αυτές τις «μαγευτικές” κι ακατανόητες γλώσσες, και που τη χορεύουν ετούτη τη μουσική όλοι οι “ελεύθεροι άνθρωποι”, και που έχει “διονυσιακή”, αποκριάτικη ή νοσταλγική διάθεση. Ομοίως, ο εναλλακτικός γενικώς αδιαφορεί και για την παραδοσιακή ελληνική μουσική διότι βέβαια του μάθανε ότι παράδοση είναι τα κλαρίνα, οι ζουρνάδες, το τσάμικο κι ο καλαματιανός, συνειδητά παραβλέποντας την πολυρυθμία, την πανάρχαια καταγωγή, και την κοινωνική της δύναμη, και βέβαια ότι αυτές οι μουσικές μελετώνται παγκοσμίως σε πανεπιστήμια και ιδρύματα. Κλάι-μάιν πάλι: “κλαρίνα, ζουρνάδες και ύποπτοι ελληνοκεντρισμοί· έτσι ηχεί η παράδοση στα εναλλακτικά αυτάκια μου”. Δε φταίει βέβαια και τόσο αυτός εν προκειμένω, αφού η εμποροπανήγυρη του παραδοσιακού ξεκίνησε και σχεδόν δια της βίας πλασαρίστηκε επί τετραετίας Μεταξά και επταετίας Παπαδόπουλου, και αφού το παραδοσιακό είχε φάει πόρτα από τα κλεινά(;) άστη ήδη από το 1828 που μας ελευθέρωσαν τα δάνεια και τα κουμάντα των Μεγάλων Δυνάστεων. Αλλά και πάλι, η Μέλπω Μερλιέ ήδη από το 1930 ηχογράφησε 222 δισκάκια με 600 δημοτικά από ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα και τα ιταλοκατεχόμενα Δωδεκάνησα, και η μακαρίτισσα η Δόμνα 30 χρόνια αργότερα και για μισόν αιώνα θέριζε όλη την επικράτεια με ένα κασετόφωνο, να σώσει οτιδήποτε αν σώζεται, και κυκλοφόρησε και ραδιεξέπεμψε αμέτρητο πρωτόλειο υλικό απ” ό,ση παράδοση δεν είχε ακόμα «κλαρινοποιηθεί». Που ήταν τ” αυτάκια του εναλλακτικού τόσα χρόνια; Ενδιαφέρεται όμως για το mainstream βαλκανικό που καθιερώσαν σκηνοθέτες και συνθέτες. Και άντε τώρα να τον πείσεις για τη συγγένεια του βλάχικου «τάδε» με το ρουμάνικο «τάδε» και του ομογάλακτού βουλγάρικου «δείνα» με το θρακιώτικο «τέτοιο» Κλαί-μάιν σου λέω. Τα παραδοσιακά δε σ’ αρέσουν, φίλε μου εναλλακτικέ, ανίκανος ν’ αναγνωρίσεις τον πεντατονικό, τετραχορδικό (τί σου λέω τώρα ε…) λώρο τους με την Τραγωδία, την Ελεγεία, το Θρήνο, το Επινίκιο κλπ, ή με κάποιον από τους άξονες της Πυθαγόρειας διδαχής. Αρνείσαι ως φιλόζωος την κατσικόδερμη ασκομαντούρα, σ” ελκύει όμως το κατσικόδερμο μπεντίρ ή το αφρικανικό ταμ-ταμ. Αρνείσαι το κλαρίνο μα γουστάρεις το κλαρινέτο (που είναι το ένα και το αυτό). Αρνείσαι το δημοτικό, το νησιώτικο, το παραδοσιακό των “αγροίκων”, “χωριατών”, “στραβαδιών”, εκτός και όταν απλόχερα σε κεράσουν σε κάνα χωριό στις γιορτές ε; Τότε “έχει μια αξία” κι αυτή η μουσική, ειδικά εάν έχουμε πιει και κάνα κρασάκι παραπάνω ε; Αφού είν” Ελληνική παραδοσιακή και όχι Αφρικάνικη, Ισπανική, Πορτογαλική, Λατιναμερικάνικη, Ινδιάνικη τότε όμως δεν έχει κανένα ενδιαφέρον ε; Είναι “για τις γιαγιάδες” ε; Αν ήσουν όντως Εναλλακτικός και πολιτισμένος, θα ερευνούσες όλους εκείνους τους λόγους που ετούτη η μουσική μελετάται σε διδακτορικό και μεταδιδακτορικό επίπεδο σε Πανεπιστήμια και Ακαδημίες. Όμως είπαμε: «στ’ αρχίδια μας, ζήτω το flamenco…». Ζήτω το (ξένο) Έθνος.

Μου κατηγορείς τον Καζαντζίδη ως ξεπουλημένο κλαούρη. Στ’ αρχίδια σου όμως για τα εξής:

  • ότι είχε γονέους πρόσφυγες (Πόντος και Μικρά Ασία) και δις οικογενειακώς υπήρξανε ξανά (εσωτερικοί) μετανάστες κατά την Κατοχή.
  • ότι μπροστά στα δεκαπεντάχρονα μάτια του σαπίσανε στο ξύλο τον αντιστασιακό πατέρα του και που λίγες μέρες μετά κατέληξε.
  • που έφαγε επανειλημένα ξύλο και διώξεις λόγω πεποιθήσεων.
  • ότι τον πήγανε στη Μακρόνησο.
  • το ότι κουβάλησε βαλίτσες, πούλησε νερό κι εφημερίδες, κοιμήθηκε σε παγκάκια, κι έκανε ατέλειωτους ποδαρόδρομους να φέρει δυο τάλαρα στη μάνα του ν” αγοράσει γάλα στον νεογέννητο (και πλέον ορφανό) μικρό του αδελφό.
  • το ότι δούλεψε μέσα στα χημικά του κλωστοϋφαντουργείου και την οικοδομή.
  • πως ήταν ο πρώτος που διεκδίκησε πνευματικά δικαιώματα δισκογραφίας για μουσικούς και τραγουδιστές· κι αυτό το πλήρωσε ακριβά.
  • το ότι όποια εταιρία κι αν προσπάθησε ν’ ανοίξει, του την κλείσαν σχεδόν αμέσως.
  • το ότι στο απόγειο της καριέρας του, στα 34 του, εγκατέλειψε τη νύχτα μια για πάντα.
  • το ότι λόγω εταιρίας (αυτά που λέγαμε πως πλήρωσε ακριβά) απείχε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, από τα ερμηνευτικώς γονιμότερά του, απ” τη δισκογραφία.
  • ότι εκτός απ” τη “Μπαντουβάλα” και το “Σήκω χόρεψε κουκλί μου” τραγούδησε στην Καταχνιά του Λεοντή, σε έργα των Θεοδωράκη, Χατζηδάκι, Μαρκόπουλου, Σπανουδάκη και πλείστων άλλων παραδεδεγμένων ως «έντεχνων», «κοινωνικών» «μη κλαούρηδων» κτλ.
  • το ότι δύο φορές του ‘φάγαν ολάκερη την περιουσία οι δισκογραφικές.
  • ότι τραγούδησε το ρεμπέτικο που σέβεσαι, το έντεχνο που παραδέχεσαι, και το τούρκικο (γιατί “αδέρφια μας οι Τούρκοι”), το ποντιακό (γιατί «οι εναλλακτικοί αγαπάμε πρόσφυγες”).
  • ότι τον παραδέχτηκαν όλοι οι έντεχνοι, ρεμπέτες και λαϊκοί δημιουργοί ως τον μεγαλύτερο (και όχι τον καλύτερο) τραγουδιστή της Ελλάδας.
  • ότι για τη φωνή του έχει γράψει ο Guardian και πλήθος φυλλάδων στον κόσμο.
  • το ότι ήταν τόσο απογοητευμένος από τη χώρα του που, αφού είχε κάνει ήδη απόπειρες γι” Αμερική και Γερμανία, ακόμη και στα γεράματα το σκεφτότανε για όξω.
  • τ” ότι αρνήθηκε αμύθητες αμοιβές για να επιστρέψει έστω και προσωρινά στο πάλκο· και το τήρησε.
  • και ότι έκανε παρέα με απλούς ανθρώπους και έβρισκε την αγαλλίαση στο ψάρεμα και στην απομόνωση.Α, και που “σαι, για να μη με πεις και προκατειλημμένο να σου πω πως υπάρχει Αρκετός αντίλογος για το ποιόν του Καζαντζίδη, όπως πχ απ” την Τεράστια στιχουργό την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, που δήλωσε κάποτε ότι «Το τελευταίο βράδυ μου», που το “χε γράψει για πρόσωπο που έχασε, ο Καζαντζίδης της το πήρε για ψωροδίφραγκα. Επίσης από άτομα που λένε πως έτρωγε τα λεφτά του στα καζίνο ή πως ήτανε τζίφρης και δεν έδινε φράγκο κανενός. Για να μη σου θυμίσω και το ξεκατίνιασμα στη γνωστή υπόθεση με τα δικαστήρια. Δλαδή ρε παιδί μου θέλω να σου πω ότι δεν στον θεοποιώ, απλώς σου δίνω στην παραπάνω λίστα μερικά hints που το πιθανότερο να αγνοούσες.
Μ” αυτά και μ” αυτά (πλην τελευταίας παραγράφου), πες μου τώρα πώς είναι δυνατόν να μην έχει κλάμα η φωνή του Καζαντζίδη; πώς είναι δυνατόν να μην αναστενάζουν οι νότες του; Ο ίδιος ουδέποτε εξάλλου αρνήθηκε το λυγμό στη φωνή του.
Άμα αυτή τη στιγμή κάθεσαι στο εναλλακτικό PC σου ή με την εναλλακτική παρέα σου στο εναλλακτικό καφέ και εναλλακτικά συζητάτε για την εναλλακτική ελευθερία, σκέψου ότι στο ίδιο μέρος που κάθεσαι, όλ την κύρια εποχή που τραγούδαγε ο Καζαντζίδης και οι ομότεχνοι του, η χώρα ήτανε όλη μια πέτρα από τις βόμβες της Κατοχής, ο πληθυσμός ξεκληρισμένος και εξαθλιωμένος, υπήρχε φόβος παντού και πείνα, κι ότ” οι μισοί φεύγανε για μία δεύτερη σκλαβιά στην ίδια τη Γερμανία, εφόσον πρώτα είχανε προσκομίσει το κατάπτυστο Πιστοποιητικό Κοινωνικών Φρονημάτων και είχαν περάσει εξωνυχιστικές διατυπώσεις και εξευτελιστικούς ιατρικούς ελέγχους. Και αν όλες αυτές οι λέξεις δε λένε τίποτα στο εναλλακτικό το μυαλουδάκι σου, ρίξε τότε μια ματιά στους μετανάστες που τόσο υπερασπίζεσαι και πάρε μία γεύση για το πως ήτανε η πλειοψηφία των συμπατριωτών σου πριν από λίγες μόλις δεκαετίες (ενδεχομένως και σε λίγο καιρό, πτώχευσης θελούσης). Κι άλλη φορά όταν μιλάς για «κλαούρη» κτλ να θυμηθείς τον εαυτό σου να μιξοκλαίει που σε παράτησ’ η γκόμενα, που “σου πάν όλα στραβά στη ζωή σου”, που “αυτή η χώρα σε σκλαβώνει”. Θυμήσου το και σύγκρινε το κακομαθημένο αναφιλητό σου με το κλάμα μιας λιμοκτονούσας μάνας που, αφού ηρωίδα κουβάλησε εφόδια στο χιονισμένο Μέτωπο του ’40, και αφού της σκοτώσαν τον ένα γιο, λίγα χρόνια μετά βάζει τον δεύτερο σ’ ένα τρένο για να μην τον ξαναδεί ποτέ της “εκεί στα ξένα, που είναι καλά”. Βάλε εκείνα τα δάκρυα στο μυαλό σου και σκάσε σιγανά και ταπεινά. Και μιας και τό “φερε η κουβέντα, πάρε και την συνολική άποψή μου σε ένα περί λαϊκής μουσικής ανάγνωσμα (και ξεκαθάρισμα).
Αισθητική
Εναλλακτικό ντύσιμο είναι αυτό που πρέπει να φέρνει σε χίπη, σε Νοτιαμερικάνο, σε Ινδό, σε Μαροκινό, σε Ινδιάνο, σε Κουβανό (όμως όχι σε Πακιστανό, Αφγανό ή Ιρακινό…)· πρέπει να είναι πολύχρωμο (μα όχι «χαζοζαρούμενο»), νά “ναι φτιαγμένο από οικολογική κάνναβη, να “ναι σκισμένο και ξαναραμμένο· πρέπει να είναι σανδάλι, σάκα και ταγάρι, φτιαγμένα από ψάθα, φύκια, βρύα, λιχίνες, βιοδιασπώμενη μαρέγκα κτλ. Οτιδήποτε άλλο είναι “μοδάτο”, «τρέντυ», “κιτς”, “ξεκωλέ”, “παρωχυμένο”, “χωριάτικο” κτλ. Δίχως σχόλια.
Εναλλακτική διακόσμηση έχει το σπίτι όπου υπάρχουν φτερά, ονειροπαγίδες, πλαστικοί φοίνικες, γλάστρες, sticks, κούτσουρα, πιθάρια, χειροποίητα μπιχλιμπίδια, εξωτικά κρεμαστά, στραβά κάδρα αφηρημένου (κυριολεκτικά) ζωγράφου κτλ. Οτιδήποτε άλλο είναι “το κλασσικό το κιτς το ελληνικό σπίτι με τα κάδρα και με τα σεμέ”. Χωρίς σχόλια.
Εναλλακτικό στέκι είν” οτιδήποτε συνδυάζει τις δυο προηγούμενες παραγράφους συν την προπαραπάνω μουσική (από το Αφρικανική και μετά). Οτιδήποτε άλλο είναι “σκυλάδικο”, “ρεϊβάδικο”, “μεταλλάδικο”, λαουντζάδικο”. Χωρίς σχόλια.

Ε
ΠΙΛΟΓΟΣ
Πάπαλα. Tο παρόν άρθρο κατάντησε όχι απλώς σεντόνι μα αερόστατο, και για να μη γίνει κλωστοϋφαντουργία θα το κόψω εδώ, και άμα λάχει ναούμ θα του πατάω και καμιά πινελιά και καμιά αυτοκριτική φου και φου.
Νά μου κι αν θίχτηκε ο οποισδήποτε· όχι πως δεν με νοιάζει ο αντίκτυπος της γνώμης μου· όμως είναι σημαντικότερο, φίλε μου εναλλακτικέ, να κοιτάξεις μέσα και πίσ” από τις λέξεις παρά απλά να σταθείς στο “μαλάκας”, στο “αμερικανάκι”, στο «σκάσε» κτλ. Αν είσαι όντως εναλλακτικός, κάτσε και ξεστραβώσου· και αφού το κάνεις χώσε μού τα όσο θες, και με λογικά ή παρδαλά επιχειρήματα· εδώ είμαστε, το μαγαζί ποτέ δεν κλείνει.
Κλείνει όμως το άρθρο. Θα το κλείσω μ’ ένα σοφό ρητό που μόλις έβγαλα (βγάζω πολλά τέτοια ναούμ): “Ο εναλλακτικός οφείλει να εναλλάσσει ακόμα και την ίδια την εναλλακτικότητά του αν θέλει να είναι εγγύτερος στα αναμφισβήτητα αγαθά της στάσης ζωής του· οφείλει να κάνει τους κύκλους του τουλάχιστον σαν εκκρεμές”. Είναι λίγο μακρινάρι αυτό το ρητό, οπότε θα σου το κάνω πουμαρό σε ένα απλούστατο “Ξεκαβάλα”.
Φιλικά και όχι εναλλακτικά.
Εδώ οφείλω να παραθέσω αξιόλογες απόψεις που έχω πετύχει επί του θέματος.
ΛΟΓΟΣ
ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>