Αν πασσάν

– Είσαι το πιόνι που έγινε βασιλιάς· αντίθετος στους πανάρχαιους νόμους του Λουτσένα και του Σίσσα, κατάφερες και η αναγωγή σου σε τοποθέτησε στο επίκεντρο της προσοχής και της στοργής· είσαι πλέον σημαντικός.

Και τί δεν θ” αντάλλασσα να μπορώ να παραμείνω το ίδιο σκυφτός, το ίδιο θλιμμένος, το ίδιο φοβισμένος όπως και σαν ήμουνα πιόνι, μπας και μπορέσω ν” αποβάλλω, ν” αποδιώξω να εκμηδενίσω ετούτη τη φανφάρα, τούτη την ψεύτικη δύναμη που άτσαλα και άλογα την υπομονή μου τσαλακώνει, φουσκώνοντας μου το στήθος σαν γιάννος που καμαρώνει δέκα πούπουλα.

– Όχι, σοφά απάντησε ο απερχόμενος βασιλιάς· που κάποτε ήτανε πύργος· που άλλοτε ήταν λογικευμένος τρελός γεννημένος από άλογο· που “κρυβε μέσα του βασίλισσα· που “θελε ν” αναγάγει όλα τα πιόνια του στρατού της σε αφέντες. Κράτα αυτή τη φουσκονεριά στα στήθια σου και πέτα τη -ως ο ψαράς πετά τα δίχτυα του- σε αυλικούς και αντιπάλους σου. Είναι μια πρόσκαιρη σταγόνα που θα σε προφυλάξει από το θράσος τους, αφού τους ηλίθιους θα κάνεις για πρώτη φορά να σκεφτούν. Κερδίζεις χρόνο έτσι: χρόνο να φύγεις ή να δώσεις τ” οριστικό σου ράπισμα· η απόφαση δική σου.

– Η ανθρωπιά μου μού λέει να τους αφήσω να φύγουν· μα το δίκαιο, το σφουγγάρι που χρόνια στύβω μπας και στάξω έστω μια δροσοσταλίδα άξιου λόγου για να ζεις, μου λέει πως αφού “μαι βασιλιάς πλέον, ας σηκώσω το σπαθί να εξαφανίσω από τον κόσμο μια για πάντα αυτά τα δίποδα ερπετά, μπας κι ηρεμήσουν οι νεκροί κι οι τρομαγμένοι.

– Η απόφαση δική σου, αποκρίθηκεν ο Σαχ με υποψία δάκρυ στο μάτι. Ένα μονάχα θα σου πω και σε εγκαταλείπω έως ξανά οι Νόμοι να μου αρμηνεύσουν πως έχεις ανάγκη. Ο Σολομώντας θα “κοβε ένα παιδί στη μέση· μα εδώ δεν υπάρχει παιδί· και ούτε χρειάζεται κάτι να κόψεις· αίμα δεν είναι να χυθεί. Δίχως λοιπόν να τους συγχωρέσεις, δωσε τους μια να πετάξεις τα δίχτυα στην ψυχή τους την ανύπαρχτη, να πάνε στην ευχή ή στο διάολο· και τέλος μην κουνήσεις απ’ τη θέση σου. Μείνει εκεί με επτασφράγιστο το στόμα σου, το βλοσυρό -για εκεινους- βλέμμα· Σφίξε τις γροθιές σου· και δες τους να φεύγουν.

Σ’ αφήνω, πεσσέ.

Έμεινα ο στρατηλάτης απογυμνωμένος· κρύωνε το είναι μου, τουρτουρίζαν τα σπλάχνα μου ως έστεκα κενός στο τετράγωνό μου, στο χερσαίο Ε1 μου ανήμπορος κι ανήξερος να κάνω. Μέχρι που ήρθαν τα πουλιά.

– Ουράνιε βασιλέα, τί να κάνουμε; Δεν ξέρεις ότι μας θρέφει η συστολή σου, τούτο το χέρι το ζεστό της Μάνας πάνω στο βρέφος του Χριστού; Δεν ξέρεις πως όσο βαθύτερα χώνεις το χέρι της αύρας σου στην ψυχή σου, όσο πονάς και την χολή την καπνισμένη δεν αφήνεις να γιάνει, πως θα “χουμ” εμείς λόγο να κελαηδάμε τα τιτάνια βιμπράτο μας; Σ” εκλιπαρούμε, ουράνιε βασιλιά, τη λήθη ποτέ μη σταματήσεις να νικάς· μη πάψεις της Ανθρωπιάς τον αγώνα. Κι εμείς θα σου στέλνουμε που και που τα σημάδια μας, πως είμαστε εδώ. Και θα σε συντονίζουμε με τη νίκη σου. Και νά “ξέρες πως τρέμουμε από ευτυχία όταν μας δείχνεις πως δεν ξεχνάς το γένος σου.

Μα, σε αφήνουμε τώρα, γιατί έρχεται ο Μισάνθρωπος, ο Άθεος να σου μιλήσει. Άκου τα λόγια του· και κράτα ό,τι κρίνεις σκόπιμο.

– Τί κάθεσαι και τους ακούς τόση ώρα, στρατιώτη;

– Μα… εγώ…

– Δεν βλέπεις πως το κακό σου θέλουνε; δε βλέπεις πως στ’ αστέρια σε στέλνουν; Μα γίνεται τον εξωτερικό αυτό εσωτερισμό σου ν” αντιστρέψεις;

Σε ποιόν ήλιο ψάχνεις τα μάγια και γιατί; δεν φτάνει η μισερή σου ύπαρξη; θες να σκοτώσεις κι άλλους μ’ ετούτη τη σπατάλη των καταραμένων δυνάμεων που από τη γέννα σου κουβαλάς σαν φυλαχτό, δίχως ποτέ σου να νιώσεις την άλογη πλεκτάνη που “στήσε η Ζωή, που σε μισεί κι αδιαφορεί για τις ανάσες σου;

Πού πήγε η μόνη και μεγάλη σου δύναμη, η Αυτοθυσία; Πού πήγαν οι ώρες που κουρνιασμένος και σκυφτός πολέμαγες τη μοίρα σου με σιωπηλές προσευχές πιστεύοντας πως προστάτευες εκείνους π” αγαπάς ως ν” αποκάμεις, ως να σου πει το σύνθημα ο Μέγας Νους να σταματήσεις, και ν’ αποκοιμηθείς γαλήνιος μέσα στην ένταση; Πού “ναι τα αφτιασίδωτα λόγια που τόσο υποστήριζες· η ετοιμολογία σου; Πού είν” ο μισογυνισμός· πού η χλεύη σου για τούτο το κατώτερο φύλο που πάντα στεκόταν εμπόδιο στην πρόοδό σου, που άλλη δεν ήτανε από το να στεριώσεις τη σκάλα που θα σ” ανέβαζε στης Προσπάθειας τον άσβηστο τροχό; Πού η απέχθειά στη μαλθακότητα που γεννά η μακρόχρονη υπακοή στις επιταγές τούτου του τρύπιου σώματος, αυτής της κούφιας υπάρξεως; Πού “ν” ολ’ αυτά; Πού είσαι;

Δάκρυσα· δεν ήξερα να πω. Κι ένα χαμόγελο κακό ανάβλυζε στα μάτια μου που προσπαθούσα να σκοτώσω. Ίσα που πρόλαβα ταπεινά να χαμηλώσω το πνεύμα μου· με την υποταγή να δώσω δύναμη σ” αυτόν που μου μιλούσε. Τότε: σα ν’ άνοιξε μια πόρτα μπροστά μου, που απαιτούσε θάρρος κι αυταπάρνηση· δέχτηκα δίχως δεύτερη σκέψη. Η μάταιη ύπαρξή μου, ούτως ή άλλως, κουβαλούσε τα λάθη μου,, και κρίμα θα “ταν να μαραζώσει πίσω από μία πόρτα. Αντρειωμένο χαμόγελο κρυφοφάνηκε στα βλέφαρα τ” Άθεου.

– Πού τον ψάχνεις τον Θεό σου; γιατί Τον ψάχνεις έξω σου; και ποιός θα Στον χαρίσει; και γιατί; Θα χάριζες ποτέ Το δικό σου; Και γιατί ψάχνεις στ” ανόητα τιτιβίσματα, στα παράξενα κι ακόμα πιο ηλίθια σημάδια να βρεις τις απαντήσεις και το Δρόμο σου; Γιατί τόσο να πιστεύεις στη μοίρα σου, στην τύχη σου; Γιατί απλώς δεν προστατεύεις τον όγκο σου; Και γιατί πιστεύεις ακόμα κι εμένα τον ίδιο; γιατί μ’ ακούς; γιατί νομίζεις πως τις απαντήσεις σου τις θα βρεις έξω σου; Ποιός έχει κάτι παραπάνω από γνώμες; Γιατί πιστεύεις πως υπάρχει ενας Ανώτερος Σκοπός; Το Θειο που ψάχνεις μες στα σύννεφα, ψάχνε Τον στην καρδιά σου· πουθενά αλλού. Από πάνω σου δεν υπάρχει-δεν υπήρξε-και δεν θα υπάρξει παρά μονάχα ο Μέγας Νους που σ’ έφτιαξε και σ” έχει αφήσει πια να κάνεις ό,τι θες· να παίξεις, να τρέξεις. Που και που, ρίχνει το βλέμμα Του να δει άμα τον αγαπάς ακόμα, και χαμογελά. Ποτέ όμως δε θέλει να σε δει σκυφτό· αγριεύει. Να Τον έχεις στην ψυχή σου, πάντοτε να Τον κουβαλάς, και χαμογέλα Του με θάρρος, να χαμογελάς αντιρίκια. Γιατί αν ένα αξίζει στη ζωή είν” το χαμόγελο· ετούτο το χαμόγελο. Μην Τον κοιτάς πουθενά αλλού: παντού είναι και πάντοτε· Μα πρέπει παν” απ” όλα να “ναι μέσα σου.

Έβγαλα φλασκί κρασί να κεράσω το Μισάνθρωπο· μα κείνος αρνήθηκε. Και δίχως καν να χαμογελάσει μ” αποχαιρέτισε· και μ” ένα ακατανόητο βλέμμα που σήμαινε πολλά, έφυγε.

Έμεινα πάλι μόνος. Το σούρουπο είχε πέσει πια· αβάσταγη η μοναξιά· σαν το Θεό, που “ναι κι Εκείνος μόνος. Ήθελα να πετάξω το σκήπτρο μου: τί να το κάνω το ξανθό μηδενικό “ξόν του να φασκιώσω τις πληγές στο κεφάλι μου;

– Σκέψου: μου πέταξε ο Μισάνθρωπος φεύγοντας, που τώρα είχε τη φωνή σαν τ” αετού,: άμα στο πορφυρό του δειλινού το μόνο π” αντικρίζεις είν” οι φωτοσκιάσεις που τρεμοπαίζουν αλόγιστα σαν να “ν η τελευταία τους μέρα, τότε μονάχα έχεις δει ένα κομμάτι από κείνο π” ονομάζεται Ποίηση. Άμα κοιτάξεις βαθύτερα στον ουρανό και δεις πως σκιρτά ο ήλιος στου κάθε σύννεφου το άγγιγμα, στο κάθε πλατύ χαμόγελο, στην κάθε παρουσία, στην κάθε στιγμή, τότε μονάχα μπορείς να πεις πως έζησες, πως ένιωσες.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>