Διπλός πέλεκυς

Τα χέρια μας βάλαμε, λέει, εγώ κι ο εαυτός μου σαν παιδιά ν’ αναμετρήσουμε τη δύναμή μας· μια και καλή. Μα πάντα ισόπαλοι εβγαίναμε.
Εκείνος επλάγιαζ’ εύκολα το χέρι μου στου πειρασμού τη φωλιά, κι εγώ με καρτερικό κι «ανώτερο» χαμόγελο, και σαν να τονε τσιγκλούσα, του έδειχνα πως “ναι, μα δεν νικούνε μόνο έτσι οι άντρες· πολύ γρήγορο· μάλλον ανούσιο..”.

Εγώ πάντα έχανα εύκολα – και πόναγα. Εκείνος πάντα εκέρδιζ’ εύκολα – και πόναγε.Κι είπαμε οι δυο παλικαράδες να μην ξαναβάλουμε χέρια μα να μάθουμε ο ένας απ” τον άλλο, ο ένας στον άλλο· εγώ να μάθω τη Δύναμη, εκείνος την Υπομονή, την ανωτερότητα.
Μα πράμα τελικώς δεν εγένηκε: μήδ” αυτός ήτονε πλασμένος ν’ ακροβατεί στης υπομονής τη μεταξένια κλωστή μήδ” εγώ να βιάζομαι και να νικώ – πόσο μάλλον γρήγορα κι εύκολα.
Και ποτέ μου δεν αγάπησα τη Δύναμη, μα τηνε φθονούσα· τηνε φοβόμουν·   και, ως λιγόψυχη μαριονέτα, τραβιόμουν πίσω στο κάθε κιχ της. Εκείνη εκρυφογέλαε και με φθονούσε γλυκά που δεν απεκρινόμην στα καλέσματα.
Τη λέγαν Αγάπη, Έρωτα, Κάψα. Κι εμένα Μισερό. Μα ήμουν φανός της στ” Ανήξερα σκοτάδια της, κι εκείνη λάδι και φωτιά που τσουρούφλαγε το καντήλι μου στο Φόβο, στα δικά μου σκοτάδια· κι ανώτερα και με πείσμα τον χλεύαζε, και έκανε τα άψυχα κρύα καυκάλια μου και ζεσταίνονταν, και γελούσανε. Και μ’ αρμήνευε τότε:
«Τί μισερό… Αντίς να σεργιανάς τη ζωή σαν προσεκτικός λιόντας, να κλείνεσαι στο καβούκι του φόβου σου σα σαλίγκαρος που “φχεται μην τον τσολοπατήσουν. Κι ο Ήλιος, ο αιώνιος νικητής, κοιτά “πό ψηλά· γελά και δακρύζει στην αποκοτιά σου – σε τούτη τη βδέλλα που ‘σου χει κάτσει στην ψυχή και Αγέρα σού κλέβει με θράσος - και από λύπηση σου στέλλει  αγγέλους κι αγίους μπας και σωθείς·     μα σώζεσαι;
Όποιος το Δάκρυ αντί το γέλιο σπέρνει στην ψυχή του, είν καταδικασμένος από τον ίδιο του το εαυτό να βρωμοκοπάει αλάτια, να τα μυρίζει, κι εκείνα ν αργοθρέφουν τις ρίζες της για να φυτρώσουν οι τσουκνίδες της Μιζέριας. Κι όποιος το Γέλιο στάζει, η ζάχαρη του γεννά τριαντάφυλλα που σάχνουν Ανθρώπους.
Κρατάμε λοιπόν το Ποτιστήρι της ψυχής μας και γυρνούμε στις στέρνες της χαράς ή της λύπης και κουβαλούμε μύρο ή ζαχαρωτό. Και, ό,τι πει η ψυχή και τα μάτια μας: το στερνό γεμίζουμε τάσι και το γλιστράμε στην ψυχή μας.»

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>