Ο δεσμοφύλακας μιας ανάσας

Γλάροι, αετοί, λιοντάρια και ποντίκια φωλιάζουν στους ουρανούς μου και παιχνιδίζουν· οι γλάροι χαράσσουν ρυάκια στον αγέρα, κι οπίσω τα παιδιά τους κάμουνε σμήνος ελεύθερο και ποστρατίζουνε τους ρομαντικούς αλμυρούς διαβάτες και πεταχτάρηδες του μόλου. Αετοί γυροφέρουν τη φωλιά με κίνδυνο της ζωής, ως κάθ” αητός το “χει χρέος. Κι ειν” τα φτερά τους ριχτάρια να φιλεύουν ζεστασά τους απόκρημνους ορεσίβιους,, και κλείνοντάς τους το μάτι από κει ψηλά, ορμούν να τους δείξουν το δρόμο.

   Ένα λιοντάρι μου σιμώνει·
   στα γαλάζα του μάτια θωρώ τη γαλήνη· και ένα δάκρυ. Με ρωτά
   Τί προσπαθείς; Γιατί;
Παρατώ τη μάχη· κι αφήνω την αγνότερη ευχή μου στη θέση π” έστεκε τ” όπλο μου. Να “μαστε καλά, ψιθυρίζω στα μηλίγγια μου. Αυτή η μάχη δεν ήταν ποτέ για τα φιλειρηνικά, βαριεστημένα και μισερά μπράτσα μου: τα ποντίκια “ναι καμωμένα να παγιδεύονται, να ξεγλιστρούν και να κρυφοροκανίζουν· κι εγώ, ήμουν ποντίκι. Ποιός μ” έπεισε πως ήμουν λιοντάρι; Μεγάλωσαν τα μπράτσα, μα ποτέ τους δεν άλλαξαν νοικοκύρη· κι είν” επικίνδυνο να θεριεύεις άμα ποτέ δεν ήσουνα θεριό, σαν ποτέ δεν εγεύθης αίμα. Κι αφού γεννήθηκες ποντίκι, μάθε να είσαι ποντίκι· κι άμα γεννήθηκες λιοντάρι, παραμείνε λιοντάρι. Και ούτε να μπαίνεις στα χνώτα των άλλων ζώων: μήδε ποτέ θα θεριέψεις, μήτε ποτέ θα ξεπέσουν. Μα μάθε τι είσαι· ρώτα τον εαυτό σου. Και ό,τι πει η καρδιά σου.
   Και η καρδιά μου μού λέει πως είμ” αδύναμος.
Μα νά, σαν να το “πα κι εθέριεψε! εγίνηκ” όμορφη, δυνατή, ασφαλής: φιλότιμη.
   Μυστήριο κλειδί η ειλικρίνεια: τις πιο δυνατές απαντήσεις, τις πιο φωτάστερες εκρήξεις πυροδοτεί. Έχει κι ετούτη τα φυτίλια βουτηγμένα στης Στιγμής τα μεγαλεία, κι αρκεί κάποιες φορές που θαρρετά “χει ένα φιτίλι ξεπροβάλλει, ν” ανασάνει, να βρεθεί μια σπίθα να τηνε κάμει να εκραγεί, να συνταράξει βουνά τα στήθια.
Είναι η ψυχή από πηλό κι αυτή, μου λέει το λιοντάρι, σαν και το σώμα· και την πελεκά ο καιρός να της δώσει προσωρινά σχήμα: λαγήνι των δακρύων, πανέρι των ευχών, κάδο απορριμάτων, χτίσμα του φόβου, ναό του γέλιου, ασφυξιογόνα φυλακή και σιωπητήριο, ή ροκ συναυλία να ουρλιάζει το μένος.
Είναι και θάλασσα που λαδιάζει ή φουρτουνιάζει στου σοφού ή του τυχαίου ανέμου τη βολή. Είναι και ήλιος: λάμπει, τυφλώνει, καίει, θερμαίνει.

Κι εγώ, κάδος απορριμάτων και σταχτοδοχείο το χρόνου, αποτσίγαρα μαζεύω από φόβο και μίσος που “χει βάψει η Στιγμή στον πηλό, και περιμένω τη Βοήθεια: σ” ένα τραγούδι, σ” ένα σκαρίφημα τ” αγέρα. Δύο και χίλιες ψυχές κουβαλώ στη βρώμικη μασχάλη της καρδιάς μου, αυτού του σκώληκα που σαδιστικά ζουλά, κι ανήλεα, ο φόβος ο βάρβαρος που ζήλεψε μιαν ανάσα μου, ο δεσμοφύλακας της ανάσας μου.
Ριζώσανε τα μάτια σ” ετούτο το χώμα που λιπαίνει τη ζωή, στον αυλόγυρο του λιασμένου πετραδιού που σαν από έλεος και νόμο κρεμάται στο παγερό, ανήλιο σκοτίδι μιας άκρης του παντού. Εγώ σκόνη στη φούχτα του που από άγνοια δε φυσά ν” αφανίσει· ένας κόκκος που καθημερίς παλεύει με τα μέσα και τα έξω του να ξαναγυρίσει στην πάχνη.
Ω ψυχή μικρη κι απροσμέτρητη…· σβόλος στα χέρια του καιρού και του αγέρα πλάθεσαι, ματώνοντας κι εσύ κι αυτοί απ” τα βότσαλα και κάρβουνά σου. Και όλο γλύφεις τα γιατί που σου μακέλεψαν τα χείλη. Κάποια τους δεν τ” απάντησες. Και κάποια που τ” απάντησες τα σφάγιασες που ξέχασες το έτσι. Τραμπαλίζεις σα μαριονέτα στο «αιώνιο ερώτημα» κλωτσώντας πάντα την «πρόσκαιρη απάντηση». Όταν μια μέρα γαληνέψεις τη φουρτούνα σου, θα λιγοψυχήσεις στη θέα της ζωής που ξέχασες να θρέψεις. Και να φχεσαι να σου “χει απομείνει μια στάλα ακόμα να ματίσεις το χώμα. Ριζώσανε τα μάτια να ρωτούν το κέντρο της πέτρας γιατί να μη σηκώσω το βλέμμα μου από πάνω σου; Ισόβια φυλακίζει η Ενδελέχεια;
Κι εκείνο το κέντρο, η γητειά η σοφή δεν αποκρίνεται ποτέ· λες να κοιμάται· να “σβησε, κι εγώ δεμένος στο πασσάλι της να φοβούμαι να το σπάσω μην και ξενιτευτούμε κι οι δυο; Ή τάχας να επέτρωσεν ο σβέρκος μου να σκύφτει; Μάλλον κι αυτή και το παντού με ξέχασαν, αν με είδανε και ποτέ.
Και ρίζωσε η ματιά· σκέβρωσε ο σβέρκος ο ραγιάς να τηρά με το “να βλέμμα στην ταπεινότητα και με τ” άλλο στα γιαταγάνια “πό πάνω της. Βάρυνε πάλι η καρδιά· σα να μη θέλει ν” αποτάξει το χρέος τ” αξεχρέωτο της συνειδητοποίησης· δέσμια και σκυφτή, ικέτισσα και ζητιάνα, στα τέσσερα σα γαΐδούρι, ημίφωτη παρακαλεί αναβατάρηδες τους φόβους ν” αρχοντίσουν τα πλευρά της. Θες συνήθειο; θες όρκος; Που και που μιλάει τ” αγέρα· κι εκείνος μουγκρίζει, θροΐζει, τραγουδά, χαστουκίζει. Μα ξέρει ο ένας τη χάρη του άλλου, και πλάθουν ποιήματα με τα βήματά τους. Κάπου θυμάται η καρδιά το παιδικό της φτεροκόπημα. Εκείνο που συνέτρεχε βουνό και θάλασσα, ουρανό και πεδιάδα, ακράτητο σαν τον ήλιο· κλεφτοκοιτά στο τώρα· παλατζάρει στο τότε. Ζεις δίχρονα εκείνες τις στιγμές τις διπλές. Με τη μια αίσθηση δέσμια μίας παλιότερης, που το σκοινί που τις δένει στρέφεται πνίγοντας το κεφάλι της λήθης για να σε σύρει απ” τη μύτη ως και τα σπλάχνα του είναι σου. Και τότε το φτωχό αίμα λιγώνεται και θεριεύει· επαιτεί και θριαμβεύει· χαστουκίζεται κι αυτεπιβραβεύεται στον εμφύλιο λώρο που αποπειράται να δώσει πνοή στο παιδί και στο ζώο που εγκυμονά. Το αίμα το λέν Ελπίδα· δε χάνεται παρά τελευταίο, σοφότερο,, μα πιο μισερό αν ο χρόνος ορίσει. Μα είναι δίκαιος, και κερνά εξίσου τη λάβα και το φλοίσβο.
Και τότε θέλει δύναμη να παλέψει το παιδί, να ζητήσει να πάρει αίμα για ν” ανασάνει ελεύθερη η Ελπίδα. Και στο μεσοδιάκενο στίβο της αδιάκοπης πάλης, γκρεμίζεται ή κρέμεται με λύσσα κι αγάπη, δάκρυ-χαμόγελο, σιωπή και τρέλα· από χαράματα και ηλιοβασιλέματα, βουνοκορφές κι αμμουδιές, χαμόφυλλα και αεράκια, δροσοσταλίδες, πουλιά και βιβλία,, ν” αναντρανίσει, να ζήσει, να μοιραστεί και να μοιράσει.
Η παλάντζα ακριβοδίκαιη κοιτάζει παντού και περμένει τον Κόπο ή τη Λήθη να γεμίσουν τα τάσια. Ο έρως, η φιλία, η αρετή, οι αρχέγονες πνοές του ήχου, ο γήινος λέφτερος παλμός, η υπομονή κι ο Θεός στέκουνε τότε στο πλάι. Μα πρέπει το βλέμμα να τυραγνιστεί, να πολεμά συνεχώς, να αλιεύει απ” το θηκάρι της Βοήθειας ό,τι μπορεί· και ό,τι καταφέρει. Μα μοναχά με ακοίμιστο κόπο: αλλιώς το Έλεος, η εύνοια κι η ανοχή θα συνδράμουν.Κι έτσι να γεννιέσαι και να πεθαίνεις, μου λέει το λιοντάρι, στην κάθε ζωογόνα εισπνοή, στην κάθε του ηρωικού χρέους εκπνοή.

   Και άμα στην αναπνιά ετούτη, απόκαμα πονούνε τα μηλίγγια της ψυχής σου, να θυμάσαι πως τίποτα δε χάνεται σαν την αφήσεις ταμένη και γιομάτη στα πουλιά, κι αν το σκαρί σου το στεριώσεις για σκουτάρι ομπρός της.
   Η ψυχή ποτέ δεν πεθαίνει· μοναχά η Συνείδηση πως κοιμάται. Μα και αυτή ξυπνά στα χέρια, στο στόμα και στα μάτια· αρκεί να σεργιανίζεις τα χωράφια με τα Στάχυα της.   Μια βόμβα είν” η ψυχή στα μούτρα των αναίσθητων, αδειασμένων και μεγαλόπρεπων ή μικροπρεπών κουβαριών που σέρνουνε βήμα στη γη που βαριούνται.

   Βόμβα, νιτρογλυκερίνη έτοιμη να εκραγεί, να χορέψει το βίαιο σπασμό της. Λίγο θέλει: μια βελονιά από σάλιο ή από μέλι για ν” αρχίσει να καίει, να σεισμογεννά. Και τα θραύσματά της αγγίζουν όλο το σώμα· τα μάτια λιώνουν ή πυροπολούν τα σύννεφα· γεμώνουν δάκρυα· μολύνεται και ξεχειλώνει η γούβα τους ν” αδειάσει τα βλέφαρα. Το στομάχι σφίγγεται, πετρώνει ή φουσκώνει· τρικυμματίζει σύγχρονα της ψυχής.    Και όποιος αλχημείες και χαδέματα ποτίζει σε να Την κοιμήσεις, σε κακόν αγώνα εμπλέχτηκε, μα που με κόπο θα κερδίσεις: αρκεί να μείνεις ξύπνιος. Τη ρακή τους, το χάχανο τ” άσπλαχνο και τη γητειά τους μην τα ξανοίγεις ποτέ κατάματα· μα να τυφλώνεις τα μάτια σου έγκαιρα και φύλαέ τα στο αίμα σου τ” ακοίμιστο. Και να μην κάνεις πίσω.
Και άμα θωρείς τη μάχη και χάνεται, να μην ξεχνάς πως θα κερδίσεις τον αγώνα: εκεί που τσιγαρίζετ” η δύναμή σου, φλέγεται το μίσος τ” αλλουνού, μα χώρια οι δυο τους κάψες.

Μα, έχω τα θάρρητα, ξέρω πως θέλω να ξυπνήσω, ν” αγριέψω· θα νικήσω.
Άκοπα; Όχι· μα δίχως θυσία.
Ο πόνος είν” αρκετός· οι πατούσες της ψυχής πορπατάνε στ” αποκαΐδια του μένους μου να φτάσω στην άγνωρη πλευρά της ανωτερότητος. Κι είν” το σκοτάδι θελκτικό και υποσχάμενο να συνδράμει· η τύφλωση, η αμνησία, η προδοσία, όλα τα όπλα του χάους φαντάζουν χρήσιμα, κρίσιμα. Όμως δεν είναι παρά δολώματα: η νύχτα πουλάει τα παιδιά της. Η μέρα χαρίζει τ” αδέρφια της.
Μένω στο φως· κι άσπρη ευχή κρατώ να μείνω.

  Έχε πίστη, μου λέει το λιοντάρι. Σκάκι στην πλάτη σου παίζουν καθημερίς ο Θεός κι ο άλλος, μα ξέρουν κι οι δυο τους το ποιος θα νικήσει: ο γεις τον αγώνα· ο άλλος το χρόνο. Και μ” ουρλιαχτό θεριού τρελού ν” απλώνεται στο σύμπαν η πνοή σου, να διαλύει τη σκακιέρα σαν τα φτερά τα μαύρα και θολά κάμουν να σου φορέσουν· να διαλύεις το σύμπαν κι ευθύς να το ξαναγεννάς με τα δικά σου, τ” άκαυτα κι αιώνια φτερά· τα φυλαμένα στην καρδιά σου.»

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>