Αθήνα

Άλλη μια γη με καλωσόρισε κι απόψε·
στα μεσάνυκτα πάλι αντιφέγγουν σιγές·
κι εγώ το μολυβάκι μου κρατώ και ψιθυρίζω σκέψεις.

Κύματα αργά περιδιαβαίνουν κι αργοσβήνουν,

παφλάζει ο έρωτας· άνοιξη μύρισε·
κι εγώ παλεύω με τις λέξεις,
να φυλακίσω σε μια ρίμα τα ουράνια κορμιά τους..

Νότες χορεύουν και φιλιούνται στον αγέρα·
κλείνουν το μάτι·
αγκαλιάζονται κι αφήνονται·
παίζουν κρυφτό κι αμπάριζα σα μεθυσμένες φούγκες.

Σάπια κατάρτια,
μεθυσμένοι ναυτικοί με χαιρετάνε·
κι εγώ με λόγια φτιασιδώνω και χτενίζω τα μαλλιά μου..
Τ’ απόσταγμα της πεθυμιάς είναι βαρύ λουλούδι· στα χείλια ανακάθεται και αγναντεύει πέλαγα, οσμές κι ενοράσεις, ταξίδια και άλικες, αρμυρίκια και χρώματα. Κι εκεί, στου νου την άκρη, κάτι σφραγίζει τ’ αρχέτυπα της γνώσης, σα σήμαντρο που κυλάει ο ήχος του πάνω από λεύκες και σιωπές, αβύσσους και νοήματα, αχιβάδες και έλατα· σαλεύει και πάλι ο καιρός κι αργοσβήνουν τα κάστρα.

Φεύγει ο πατέρας· δύει και πάλι ο ήλιος, και αφήνει το βουνό, το θεριό, για φύλακά του και μιαν απαλή, που καρδιοχτυπά, ροζ απόχρωση να βασιλεύγει στον ορίζοντα μαζί με τα φιλέματα της φύσης και του αγέρα: μυρωδιές γλυκές από χρυσάνθεμα, τους χτύπους της κατσαρόλας της γειτόνισσας και του πλοίου, της αλμύρας της σκουριασμένης και λαδωμένης θάλασσας. Στην καρδιά μου πιάνει τις μπογιές και τα πινέλα της τα αιώνια και ζωγραφίζει η Στιγμή. Κι εγώ πολεμώ να τη φιλέψω με λέξεις, με ό,τι έχω… Κι είναι διαβάτες τ’ ουρανού τα σύγνεφα· καθένα το χαμόγελο ή τη φούρια του, μα όλα τους καλά κι αμόλυντα από γρέζι.
Η πορτοκαλιά ομπρός μου σκύβει και ξεσκουριάζει τα μεστωμένα χέρια της που κουβαλούνε τα παιδιά της, τα φιλέματα, στα καλάθια. Και το σπουργιτάκι, η φωνή της ψυχής μου, κάμει ακόμα τραμπάλα στ’ αυτιά της καρδιάς μου. Σ’ ευχαριστώ.

Αφήνω πίσω τη Μάνα, την Κρήτη. Σαν και τη μάνα μου κάθεται κι εκείνη και προσεύχεται τον ερχομό μου, χαμογελά, βλέπει τηλεόραση, ετοιμάζεται να πέσει για ύπνο για να ξαναρχίσει να χορεύει αύριο με τα παιδιά της.
Τόσοι άνθρωποι της μ’ αγαπήσανε τα τελευταία χρόνια. Είν” αδαμάντινη η αλυσίδα που με δένει κι εύχομαι να με δένει για πάντα με τη Μάνα. Δε χαράζει, μήδε κόβεται, μήδε σπα.

Κι αυτό το ταξίδι μοιάζει τόσο όμορφο· είν” όμορφο. Τόσες ελπίδες ταξιδεύουν δίπλα μου που κοινωνούν με δάκρυ την ευχή τους για ένα καλύτερο μέλλον.

Το πλοίο κυλά αθόρυβα· αναπνέει κι ετούτο· κουβαλά σαν αλογάκι τα παιδιά του. Ένας καφές με συντροφεύει ελληνικός. (Το ασφαλτόζουμο, ο φραπές, είναι για άλλες ώρες). Δεν ξέρω να τονε διαβάζω μα ξέρω να τον πίνω: Αργά· γουλιά κι απόλαυση.
Η πόλη ανοίγει νωχελικά τα μάτια, αποταυρίζεται με περιστέρια που σε γαϊτάνι χορευτό απλώνονται, κι οι πεθυμιές τόσων ανθρώπων φτάνουν στις Ολύμπιες καλημέρες.

Καλημέρα Αθήνα. Η μάνα μου η Κρήτη σου πέμπει ευχές να με προσέχεις. Γλυκά με σταύρωσε και μου ‘πε να σου πω ένα γεια.

Γιρλάντες του φεγγαριού χορεύουν ακόμη στ’ αγουροξυπνημένα νερά που καλημέρισε ο λέβητας με το σκυθρωπό, ραλεντάντο βόμβο του. Βιολιά μουγκρίζουν στ ηχεία και σοφά αρμηνεύουν και διδάσκουν· και σε κάθε ακμή απ’ τα καρδιογραφήματα της κυματομορφής τους χορεύει κι ένα παιδί. Λάμπει σαν μεταξωτή καραμέλα το νερό, και ο Άγιος Διονύσιος μ” ακριβοχαμογελά. Το ρέκβιεμ του μεγαλείου, η φούγκα της χαράς και το μολυβάκι μου ανανεώνουν το ραντεβού τους. Αποβιβάζομαι.

Στα σύγνεφα βρεφοστρατίζει λαμπερά ο ήλιος, κι εκείνα σαν χαρωπά μάλλινα πασουμάκια ροβολούν αριά κι αργά τον ορίζοντα.
Κλαδιά χορεύουν στον αγέρα, στων φύλλων το λίκνισμα αναπαύονται οσμές και μεθυστικά απλώνονται έως τις καρδιές των οδοιπόρων, που κάθε τους βήμα και μια συγχορδία στο παχύ πράσινο χαλί της γης. Καναρίνια πλέκουν άριες να συνοδέψουν τις ζωογόνες ανάσες μέχρι την ψυχή· πεσκέσι του Θεού στις ανάπηρες μαριονέτες που στα τυφλά τζογάρουν την αξιοπρέπεια τους για άλλον ένα χτύπο στο βιαστικό κι αποπροσανατολισμένο ρολόι τους.

Η μέρα σαλεύει αργά και όμορφα. Σα μπαλαρίνα που καμώνεται πως κοιμάται, μα κάθαργά σφαλίζει τα τσίνορά της στις μπυραρίες και στους πάγκους της παμπ. Οι ζωντανοί νεκροί ανάβουν φωτιές κάτω από “να φτιασιδωμένο κι εμορφότερο πλέον άγαλμα, και τραγουδούν τα αστικά μπλουζ τους πάνω από καμμένα λάβαρα και λάθος εδραιωμένες επιθυμίες αιώνων. Ένα παιδί πουλάει σπίρτα· κάποιος ζητά ψιλά για φαγητό.
Τόσα χαμόγελα κοσμούν το χώρο, σα σταφύλια κρεμασμένα στο ώριμο αμπέλι του χρόνου, της γης. Τόσα γέλια, ξίφη ιερά και άτρωτα σκίζουν τον Αίολο κι αυτός χαμογελά. Ριγεί η πλάτη μου· γελάω ολόκληρος. Όποιος σιωπά το χαμόγελο, το γέλιο, είναι εγκληματίας κατά της ζωής αφού λερώνει το περιδέραιο με τ’ αδαμάντινα κοσμήματά της. Κι όποιος χαρίζει το γέλιο είν” ευλογημένος.

Κι έπειτα είδα κάστρα της άμμου τσαλοπατημένα από του χρόνου τα μεθυσμένα βήματα τότε που παιχνίδιζε με την αγαπημένη του Ζωή στην ακτή της Ελπίδας. Είδα Σειρήνες να καρφώνουν νυστέρια να γιάνουν την πληγή της μέθης μου. Είδα τη Γνώση να γίνεται μπουκιά στον ιστό της πλάνης, είδα φαντασιώσεις και φόβους να κατακάθονται στο στέρνο μου. Προσκύνησα στο μνήμα της Ελπίδας με ουρλιαχτή ευχή να ξυπνήσει σα να μην έγινε τίποτα. Σε καταρράκτες ονείρων έζεψα το πλοίο μου.

Ω Πόλη.. Ποιός σου “σκισε τα ρούχα; Πότε θ” ανατείλεις ξανά τα σοφά των αιώνων;..

Μα όχι. Υπάρχει, υπήρχε και θα υπάρχει ελπίδα: όσο χαμογελούν τα παιδιά σου, καλά είναι.

Γύρω μου ψυχές τετράγωνες, σκληρές, τσιμεντένιες κουβαλάνε μερμύγκια βιαστικά. Η μπουγάδα θυμίζει τα όνειρα μου τα καθαρά και ξεπλυμένα, τα παιδικά μου που δεν έχουν ξεβάψει· και δεν θα ξεβάψουν ποτέ. Και στο σκοινί της μοίρας απλώνονται και περιμένουν. Δεν κατέχω και δεν θέλω να κατέχω τ” όνομα απ’ τα φιλέματα, μα τα βάνω στην καρδιά μου με μια γουλιά σοκολάτα.

Ο ουρανός απλώνει το σεντόνι του να σκεπάσει τσ’ ανθρώπους με τον γαλάζιο του ανάποδο βυθό. Δυό γαλάζια μασε σώζουνε: το ένα πάνω, το ένα κάτω. Μα οι τυφλοί τα μολύνουν σαν τα μάτια τους. Μα όσο τ’ αχνάρι τ’ αετού κοντοστέκει τόσο μπορούν παιδιά ελεύθερα να παίζουνε στα πάρκα.
Όξω ο αγέρας νυστάζει, ληθαργικός κι απόμακρος ανασαλεύει την άμμο με τ’ αρώματα, τα παιδιά του, και σάχνει ψωμι, ντοματα κι αγγούρι. Κάποια γειτόνισσα σάχνει κι εκείνη κάτιτίς για να φιλεψει τους τρατάρηδες. Δυο πεταλούδες ερωτοτροπούν· ένα κατσίκι βελάζει για γάλα. Η πένα παραμιλεί από συνήθειο και σκαλίζει μελάνι στα σώπατα τση κόλλας. Δεν κατέχω τι άλλο να γράψω και σωπαίνω. Κρίμα είναι…

Λέξεις λερώνουν το χαρτί και του μιλούν με πόθο·
στου μελανιού τη συντροφιά χαμογελά το δάκρυ·
ιστό αραχνοΰφαντο σκαρώνουνε οι έννοιες,
που μες στο νου μπολιάστηκαν σαν ημεροελιές.
Στα πέρατα στρατάρησα στ’ αηδονιού το βήμα,
νότες ψιθύρισα λευκές σαν μέλι από κοράλλι,
σε μια χορδή τρικύμισα σαν ξένος αργοσβήνω,
στ’ απόσταγμα της πεθυμιάς λικνίζεται το βλέμμα.

Δώμα σου κάμω ουρανέ που ‘σαι μακριά μα λάμπεις·
το πρώτο μου χαμόγελο σ” εσένα το χαρίζω.

[Το διήγημα αυτό αναιρείται εδώ]

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>