Αλκυόνη

Αλκυόνη

Άνοιξη, αγκάθι στην καρδιά
του μισεμού καΐκι σαλπάρει.
Το μεσίστιο του πόνου ξεδιπλώνει,
που πίκρας σταυροβελονιά το κέντησε με φύκι
να πνίξει βρεφογέλαστη μι” ανήλιαγη Αλκυόνη.

Ήρθε αργά μα εμίσεψε·
μόλις που είχε ρίξει άγκυρα τράβηξε ευθύς·
και δίχως να προλάβω να το κρατήσω πόρισε.
Μα λίγο πριν σφυρίξει.
ένα ματσάκι λησμονιά μ” απίθωσε στον κάβο..

Την ευωδιά του ο άνεμος σεργιάνισε στα σπλάχνα·
μέθυσα ώσπου το σκαρί ξέχασα.
“Ομως όταν μία ακοίμιστη στερνή του βλέμματός μου άχνα το κοίταξε,
μου φάνηκε σα να κρυφοχαιρόταν…

Ξεθύμαν” η οσμή· φωνή έγινε· την καρδιά μου αρμήνευσε
μην ορκιστεί στη μνήμη ή στη λήθη του καΐκιού:
μόνο να δει στην αγκαλιά της άμμου
την Αλκυόνη γελαστή να τη φωτίζουν μύθοι

Η Αλκυόνη είναι κόρη της Απώλειας

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>