Ακτινογραφία ενός χτικιού

- Μέρες βαριές και άδειες· σαν κανόνια φυτιλωμένα και μ” αρπαμένη τη σπίθα τους μα δίχως βόλια· ευτυχώς. Ποιός κατέχει αν ήτονε γομωμένα ποιόν θα μπαλίζανε; – Μάλλον εμένα.

- Σιγοβράζω λοιπόν πλακόστερνος στο ζουμί μου· και γιέννεται η ψυχή μου φούρκα για τους γνωστούς και άγνωστους λόγους.

- Μεγάλωσαν τα γένια μου, η ψυχή μου αλλιώτεψε. Πονά· βογκά· βαρυθυμεί. Κουρασμένη, σβερκόσκυφτη: τόσο σβερκόσκυφτη: σα δαρμένος Χατζατζάρης: λίγο ακόμη και το κεφάλι μου θα γλύψει ή θα φτύσει την καρδιά μου στο μπέτη. Σαρανταπέντε μοίρες γωνιά το κεφάλι απ” την κατάκορφο· τάξε πως κουβαλά βαρίδι στον καφά κι έχει το τσέρβελο μπατάρει.

- Τα μάθια μου βαθουλιασμένα, ημιγούρλωτα και μαστουρωμένα απ” τον εμφύλιο πίσω τους· ξανοίγουν στο σημείο ή στο άπειρο μηδενίζοντας την υπόλοιπη παράσταση που σκιρτά μαγκούφα από σημασία· κοιτάν μακριά μα δε σου λεν τί βλέπουν.

- Τα χέρια νεκρά, μολυβένια: δε νιώθουν, δεν πονούν· δε χαδεύουν και δε χαδεύονται: μόνο να πέφτουνε ξέρουν σα ορφανές μαριονέτες. Λίγο που σαλεύουν στον ύπνο τους να σαχτούν, να βολευτούν, να χουχουλίσουν. Και την αποδέλοιπη μέρα μοναχώς χειρονομούν χιτλερικά – δήθεν δικανικά και δικιωμένα: ρομποτικά.

- Το ποδάρια το ίδιο: κουνούν-δεν κουνούν· από συνήθειο, ανάγκη, υποχρέωση: μα πάντοτε στανικώς: τάξε πως κάμουν αγγαρεία.

- Το στόμα μονάχα να βρίζει κατέχει: κατάρες, απειλές, μπινελίκια, μπαρούφες, ξυπνάδες, «σοφίες», φωνές. Σταμάτησε προ καιρού να μιλά άλλο γι” αγάπη, συναίσθημα, αλληλεγγύη, συναδέλφωση, αγώνα, ενότητα, δύναμη και ανθρωπιά. Που και που του ξεφεύγουν αυτές οι λέξεις, είτε για να ρολλάρουν το νόημα είτε για να πούνε πως (τάξε) ο ομιλητής τους είν” απ” όλ” αυτά: για τη μούρη. Και λένε οι γύρω πως είμαι καλός, σοφός, ταλαντούχος, ξύπνιος, δυναμικός. Και; αρχίδια: μία εικόνα καχέχτυπη του τότε μου, είμαι, που από συνήθειο και συφέρο σηκώνει που και που το ξεγανωμένο μπαϊράκι της.

- Και το βλέμμα (αυτό το βλέμμα…): η σούμα και συνισταμένη από καθυστερμένο νταλικιέρη, μποτιλιαρισμένο ταξιτζή, απολυμένο οικοδόμο και θιγμένο τραμπούκο· όλο κακία, αποστροφή και νωθρότητα· αρπαγμένη, κουτσαβάκικη, ρεμπετολόικη: δλαδή ψεύτικη. Δεν είναι μήδε το τότες μου μήδε το τώρα μου: μα κινδυνεύει να γίνει το πάντα μου.

- Και η σκέψη· αυτή η ρημάδα η σκέψη: χίλια μύρια κύματα τηνε χτυπούνε, τηνε τραμπαλίζουνε, την τσουρομαδούν και την καγκελώνουνε. Δύο χιλιάδες σκέψεις, νάρκες, όλμοι και χειροβομβίδες που σκάνε ύποπτα ή ανύποπτα στο παραμικρό τσαφ, στο παραμικρό κιχ, αλλά και δίχως τη σκανδάλη του. Καθημερνοί εφιάλτες με θεούς και δαιμόνους και φόβους και σκοτάδια και βούρκα και γκρεμνά· με ήρωες και λάμιες: με κίνδυνο. Το λένε άγχος, το λένε ψύχωση, σχιζοφρένεια· δύο χιλιάδες λέξεις τ” ονοματίζουνε, μα μένα με ξεβαφτίζει. Όντε ετσά -λίγο-λίγο- θαρρέψω, χαμπαριάσω να ησύχασα, πως έχω -λέει- άμπωτη και γαλήνη, επιστρέφουν και ξαναρχινούν το μπουμπουνητό τους σαν αστροπελέκια στο αυγουστιάτικο καταμεσήμερο. Και μ” έχει κουράσει αυτό. Κάποτε τα πολέμαγα σαν σκυλί που το φκέρεσαν· πλέον, και τάξε πως ήπαθα προγερία, δεν κουνώ, δε βογκώ, δε σκούζω, δε γαβγίζουν τα χέρια μου, δε λυσσομανά το ουρλιαχτό μου, δεν αλυχτά το βλέμμα μου: μόνον ανήμπορος, υποταγμένος, σχεδόν διπλός πράχτορας και ρουφιάνος, σιωπώ, γονατίζω, κουμπώνομαι και δυσφορώ, χώνω τη μούρη στην άμμο και την ουρά στα σκέλια: σταφιδιάζω.

Κι έτσι, με τη σημαία μεσίστια και διαρκώς να πέφτει, έτσι περνώ τις ώρες μου κι αυτές περνούν εμένα. Και καθώς με προσπερνάνε με φτουν, με φασκελώνουν και κραυγάζουνε στα μάτια το μειδίαμα: «Πώς βολεύτηκες στη γωνιά σου, σκύλε; γιάντα φιλάς τα γκέμια σου; Σου καλαρέσει η ποδιά και το καφτάνι σου; εβιάστηκες να μπογιαντίσεις ριτίδες στο κρέας σου; και σ” έχει πότισ” η μπογιά ως το τσέρβελο; Πού “ν” η ανάσα σου;»

- Η ανάσα, αυτή η σκουριασμένη ανάσα: μπαλόνι στα στήθια μου· ξεχνώ να τα φουσκώνω: αδειανά τα κρατώ “σαμε το πλείστο· τάξε πως δεν αξίζω τον αγέρα π” αναπνέω, τάξε να μ” έχει και ο ίδιος σιχαθεί και μόνον για τα βασικά πως κορφολογά τ” αρθούνια μου. Σα τρομαγμένος που φοβάται μην κι ακουστεί η αναπνιά και προδοθεί· σα δικαζόμενος που αναμένει το σφυρί και το ραπόρτο. Σα θανατοποινίτης που περιμένει σφαίρα ή χάρη. Έτσι πορεύομαι, αγαπητό μου ημερολόι, τον τελευταίο μου καιρό·

και ούτε που θυμάμαι πότε τσεκούριασα τα φτερά μου, ούτε και πότε τονε σκάρωσα τον πέλεκυ. Κατέχω μονάχα πως, σε μιαν άκρα λησμονημένη κι αλησμόνητη του γίνε μου, πως τουρτουρίζει μια φωνούλα, που, σα φακωμένο ποντίκι, ξεσκούζει για βοήθεια κι από γαμώτο. Γιατί ξέρει -και δεν ξεχνά- ότι ποτέ δεν ήμουν πρόγερος: πάντοτε η ανάσα μου μ” αξιοπρέπεια, περήφανα φορτούνιζε· τα χείλη μου κατέχαν να μιλάνε αντί για να σιωπούν ή να βλαστημούν. Κατέχανε ν” αρνούνται αντίς να συγκαταγνέφουν και να δικιολογούν τους πάντες. Τα χέρια μου ξέραν να παιδιαρίζουν σαν νευρόσπασμα – τα πόδια δεν πατάγανε στη γη παρά μονάχα για να εκτοξευθούνε στο άπειρο. Το βλέμμα ήταν χαζοχαρούμενο, ακίνδυνο· η ψυχή γέμιζε λέλουδα, Χρώμα. Το μυαλό γιομάτο χρυσόσκονη και όχι πίσσα και σκατό· ζούσα, εκείνο ξέρει ο ποντικός που τερερίζει μέσα μου περμένωντας να δικιωθεί. Και αφού και παλιότερα είχα ξαναχαθεί, παγιδευτεί, και με χίλιες και μιαν ευχές και κόπους γλίτωσα, ξέρω πως χρέος έχω να ξανακάμω το ίδιο. Και θα τα καταφέρω· Θεού θέλοντος·

κι άμα δε θέλει, θα φύγω δίχως να κάμω άλλη ζημιά: παστρικά και με σκιας μιαν ελάχιστη αξιοπρέπεια: αντρίκια.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>