Ο κάγκουρας

Είμαι κλαμπ (και τί γυρεύω ο μαλάκας στο κλαμπ) κι ακούω τον κάγκουρα να παραγγέλει τραγούδι στον ντιτζέι με καρφάκια και ειρωνεία στο βλέμμα «Βάλε μου το 5 απ” το CD της τάδε».
Κι αναρωτιέμαι: ετούτο το κομμάτι δεν έχει ταυτότητα; όνομα δεν έχει; Τον στίχο τον πρόσεξε; τον έκανε να σκεφτεί; Η μουσική τού έκανε καθόλου εντύπωση; Θα αναρωτηθεί ποτέ τί τον έκανε να θέλει να ακούσει αυτό το τραγούδι; Ή μήπως τό “παράγγειλε αφού το γουστάρει το μουνί που προσπαθεί να ψήσει τόσην ώρα; Κι αυτή; έχει κάτσει ποτέ της ν’ αναρωτηθεί οτιδήποτε πάνω στο τραγούδι;
Μήπως τελικά τα τραγούδια π” ακούμε είναι κονσέρβες π’ ανοίγουμε μόλις πάρουμε το CD, τις τρώμε λίγους μήνες κι έπειτα τις πετάμε βαφτίζοντας «παλιό» ότι πέρασε το χρόνο; Και αν ναι, τί φταίει;

Αυτή τη στιγμή γράφει ένας τριαντάρης· μιας γενιάς που κρατά ψιλά απ” τα μπιλιαρδάδικα του ’80 του σαραντάρη, ψιλά απ” την αμφισβήτηση του πενηντάρη και κάποια ακόμα ψιλά απ’ την απαισιοδοξία του εξηντάρη· μα έστω κι αυτά τα ψιλά κάναν του λόγου μου να κρατάει κριτική στάση απέναντι στα όποια καρφάκια, τις πάπιες, τους μπάφους και τις λυκοφιλίες που κρατάει παντιέρα η γενιά των σημερινών εικοσάρηδων του Counter strike και των δεκαπεντάρηδων του Playstation.

Κι αναρωτιέμαι: που το πουλάν το θράσος να πάνω να πατήσω το κατάστημα; Με ποιό θράσος ο κάγκουρας με τον αγλέορα στο μαλλί και τον τσαμπουκά στη ζέμπρικ βαφτίζει «5» ένα τραγούδι που δεν πρόκειται ποτέ του να μάθει πως, γιατί και ποιός τό “γραψε; Η πλάκα είναι πως κι ο άλλος ο βλάκας που θα του το βάλει, ο ντίντζει, κάπως έτσι το θυμάται κι εκείνος το τραγούδι, οπότε η μαλακία ισορροπά.

Κι εκείνος που προώθησε το τράγουδο, μήπως κι αυτός έχει ανάγκη τον κάγκουρα εφόσον διαιωνίζει ένα σύστημα με σκοπό του να ταυτοποιεί ο μέσος τσαμπουκοβοσκός τα τραγούδια με νούμερα; Μήπως κι αυτός έχει υπογράψει τη σιωπηρή συνωμοσία που λέει πως «πάνω από είκοσι λέξεις δεν είναι τραγούδι αλλά λεξικό», και ότι 120 επαναλήψεις του ρεφρέν κάνουνε το τραγούδι ευκολομνημόνευτο για τον κάθε μαλάκα που δεν ήθελε ποτέ του να να μάθει γράμματα να δει αν τον δουλεύουνε, άρα και χαϊδεύουν την αξουρισιά του;
Μήπως για τη χαζογκόμενα που νοιάζεται μόνο για το αν το καινούργιο της look αρέσει στον πρόεδρο του δεκαπενταμελούς -που τυχαίνει να είναι και «κουκλί» και να μπαστακώνει κάθε βράδυ στα πάρκα κι άλλες δέκα σαν κι αυτή-, μήπως λέω το τραγούδι αυτό του πασίγνωστου σαραντοπενηντάρη με το φωτοσοπαρισμένο μέικ-απ που αντιγράφει ασυστόλως τον Πάριο, αντικατοπτρίζει τα «αισθήματα» της για το «φωστήρα του σχολείου; Έχει λοιπόν μερίδιο ευθύνης κι εκείνος που έδωσε τα CD στα δισκοπωλεία. Για να μπορέσει όμως αυτός να χαζοποιεί τον κόσμο με τα ζαρζαβατικά του, μήπως οι συνθήκες είναι εδώ και δεκαετίες δόκιμες για να του φυτρώσουν;

Σε μία χώρα με αποδεδειγμένη μαζική έλλειψη Παιδείας άρα και κριτικής σκέψης κάτι τέτοιο ήτανε πάντα εφικτό:
σε μιαν Ελλάδα που σταμάτησε μετά τον πόλεμο να τρώει απ’ τους κάδους και άρχισε να ταυτίζεται με τον Κωνσταντάρα ως «ώριμο άντρα» και την (κόρη μου τη σοσιαλίστρια) Βουγιουκλάκη ως πρότυπο γυναίκας, με τον Νιάρχο σαν σωτήρα του έθνους και τον Ωνάση ως παρακαταθήκη αξιών, και με τους γιατρούς, με τους παπάδες και τους αστυνόμους σαν σίγουρη επαγγελματική επιλογή (στο χωριό ή χωροφύλαξ, ή ντόκτορ ή πάτερ είχες λεφτά, άρα «ήσουν» και «κάτι») και με διαδοχικές πολιτικές ανατροπές από Μοναρχία σε Δικτατορία και από κει σε συμπαρομαρτούντα δήθεν πολιτεύματα, και με μιαν αντιπολίτευση να γαυγίζει εκείνο που πληρώθηκε να γαυγίζει, ναι, όλ’ αυτά είναι δυστυχώς πάντα εφικτά.

Ο σημερινός κάγκουρας, είναι το μεταλλαγμένο παιδί της συνιστώσας αυτού του ζοφερού παρελθόντος: του ωχαδελφισμού του Αμερικάνου, της ειρωνείας του Βρετανού, του θράσους του Τούρκου και του «ρε.. τί γίνετ” εδώ;;» του αμιγούς Έλληνα.
Πενταπόσταγμα της καγκουριάς ήτανε πάντα το «δε με νοιάζει τι ακούω αρκεί να το δείχνει η τηλεόραση», το «δε με νοιάζει τι βλέπω αρκεί να το παίζει το κλαμπ», το «δε με νοιάζει πως το λένε αρκεί να βρω έναν γρήγορο τρόπο να το ζητάω», το «δεν με νοιάζει τι τρώγω αρκεί να έχει σφραγίδα γνησιότητας Mc Donalds»» και το «δε με νοιάζει ποιον θα δείρω αρκεί να ξέρει πιο πολλά γράμματα της αλφαβήτου από μένα, να μ’ έχει κοιτάξει πάνω από 3 χιλιοστά του δευτερολέπτου, να ‘χει γυαλιά ή μακριά μαλλιά, και να ‘χω μαζί και την παρέα να τον γαμήσουμε όλοι μαζί».

Ναι, ετούτος ο βλάκας δέν θα “πρεπε να υπάρχει· κι όμως υπάρχει:

– Είναι αυτός που θα μαρσάρει το παπί μεσ” τ” αυτιά σου και θα θες να τον γαμήσεις στο ξύλο για το κατακρεούργημα της ηρεμίας σου.
– Είναι αυτός που σηκώνει κωλοδάχτυλο και βρίζει με χουλιγκανική έμπνευση μέσα στον φορητό τεκέ-κλαμπ-ροζ ξενοδοχείο Πεζό Ραλλί, Σουμπαρού Ιμπρέζα και δε συμμαζεύεται.
– Είναι εκείνος που σού ‘ρχεται με τσαμπουκά και σου λέει «Τί τρέχει ρε φιλαράκι; θα σε γαμήσω όπου σε πετύχω…» και «Βάλε μου το 5 της τάδε».
– Είναι αυτή που λέει «Α το μαλάκα…. δε με πηδάει… μάλλον είναι αδερφή…».
– Είναι αυτή που σε κοιτά με απλανές βλέμμα, κι η χαζομάρα ξεχειλίζει το μπούστο.
– Είναι αυτή που θα σου πει «Άντε ρε μαλάκα από δω…» μόνο και μόνο γιατί της έκανες έν” ατυχές (κατά τη γνώμη της) κομπλιμέντο.
– Είναι εκείνος κι εκείνη που θα διαβάσουν αυτό το άρθρο και θα ψάχνονται για παρέα να μου κλάσουν τ’ αρχίδια. Είναι η τρυφερή ηλικία της εφιαλτικής σημερινής (και όχι μόνο) εφηβείας.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, και αν οι συλλογισμοί μου είναι σωστοί, η έλλειψη Παιδείας -που η καταραμένη παντού φυτρώνει και ποτέ δε ριζώνει- φταίει καί για το φαινόμενο «Βάλε το 5 της τάδε…». Διότι εάν υπήρχε Παιδεία ίσως κανείς να μην άκουγε παπαροτσιφτετέλια, μπαλάντες της πεντάλεπτης έμπνευσης, αυτιστικά μπιτ, ψευτοριεντάλ τραγουδάκια, «σοφιστικέ» «έντεχνους» και ξεπεσμένους φραγκάτους ροκάδες, και τότε επιτέλους ίσως τα τραγούδια να μην είχαν νούμερα αλλά κανονικότατα ονόματα. Μα πού να την βρεις την Παιδεία; Στα συνεργεία και τους συνδέσμους δεν πουλιέται.

 Τέλος.

Αφιερώνω σε όποιον αυτή τη στιγμή με διαβάζει, στίχο από το «Τραγουδώ» του Καζαντζίδη

 «Άκου και μη μιλάς, η κιθάρα στενάζει απόψε»

Πολλές φορές η μελωδία μιας κιθάρας είναι καράβια γλυκότερη κι απ” το γλυκότερο στίχο που ‘χει ποτέ τραγουδήσει η γλυκότερη φωνή του κόσμου. Οι νότες, ετούτη η παγκόσμια γλώσσα της Μουσικής, λένε πιο πολλά κι από τα γράμματα της πιο μεγάλης αλφάβητου.
Οι νότες είναι μόλις δώδεκα· σαν τους μήνες· σαν τη μισή μέρα που πέταξες βρίζοντας.
Σού είπανε τα πάντα απ” τη πρώτη στιγμή που τις άκουσες· τα ξέχασες;
Ήσουνα μόλις παιδί όταν σου είπαν όλα τα μυστικά τους.
Αφιερωμένο με τριγμένα τα δόντια και σε σένα κάγκουρα· μπορείς τώρα να συνεχίσεις τον ύπνο σου.

Διευκρινήσεις:

– Αναφέρομαι στην (ευτυχώς) μειοψηφία των ηλικιών έναντι των οποίων καταφέρομαι, και όχι στα διαμάντια και τα τριαντάφυλλα που συνεχίζουν ακόμα να γεννώνται και που πρόλαβαν να μάθουν να ονειρεύονται.
– Δεν αναφέρομαι σε όλα τα Πεζό Ραλλί (καλά το γράφω κάγκουρα;), και σίγουρα όχι σε όλα τα κίτρινα, και βεβαίως όχι σε όλους τους κατόχους και οδηγούς τους· κατά τα άλλα καλό αμαξάκι είναι…
- Το παρόν είχε γραφτεί το 2006 και δημοσιευτεί σε περιοδικό· οπότε διορθώθηκε και εκσυγχρονίστηκε για τα σημερινά δεδομένα (που ίσως να μην άλλαξαν καθόλου).

«Τραγουδώ και τα χείλη μου σπάνε μες στο γκρίζο δειλινό
Και με παίρνει τη νύχτα το πικρό παράπονο»
(Στέλιος Καζαντζίδης)

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>