(Καρ)δούλα

(Καρ)δούλα-1(Καρ)δούλα-2(Καρ)δούλα-3(Καρ)δούλα-4(Καρ)δούλα-5

Για σένανε ποιήματα δεν γράφουνε, κυρά.
Βλέπεις, δεν έχουν ποίηση οι μέρες και οι νύχτες σου,
σκλάβα ταπεινωμένη.-

Ποιός να λογάται προσευχές· φωνές· ξενύχτια· χτυποκάρδια στο μπουντρούμι σου,
το προσκεφάλι σου π” αρνιόσουν και τον ύπνο σου,
παρακαλώντας να “χει ο Θειος το νου του στα παιδιά σου;

Δεν έχει ποίηση, κυρά μου:
έχεις μονάχα δέκα χέρια να δουλεύουνε για μας,
και μια καρδιά για να προσεύχεται αδιάκοπα
μην τύχει και της λείχουν τα βλαστάρια της,
κείνοι που το μυαλό τους στρώνει
αυτό «το μέλλον το καλύτερο»
όπου «κυρούλες» δε χωράνε»
μόνο «κυρίες», «ανεξάρτητες», και «κύριοι», «τεχνοκράτες»
με γκρίζο κρόταφο, γυαλάκια και διπλώματα,
με χαρτφύλακα δερμάτινο
και ύφος έξι διευθυντών.

Ποιός να νογα φωνές, βρισιές, ξυλιές του μπέη
που καρδιοχτύπια πετσοκόβουν·
και ποιός να πει γι” αυτό το σβέρκο το σκυφτό, τον σκεβρωμένο,
και τα μαλλιά τ” αφρόντιστα,
στο λαστιχάκι τους δεμένα γκρίζα κι άβαφτα;
Ποιός να μετράει τα σταφιδιασμένα χέρια σου,
τα μπράτσα τα ξεφούσκωτα, τα πόδια τα σκισμένα,
τις φτέρνες που δεν άφησαν το πάτωμα πριχού ξεπέσει η νύχτα;
Ποιός να λογάται φλέβες μπλάβες χειροπόδαρα·
ποιός να μετρήσει τα καψίματα,
και τα κοψίματα,
στα ισόβια του μαγερειού σου;
και ποιός να σε θυμάται μ” ένα κάτι πλιο του
«καλή μαγείρισα· καλή νοικοκυρά· και μάνα άριστη!»

Ποιός να σκεφτεί τους βερεσέδες σου·
το πορτοφόλι το μικρό,
το πορτοφόλι το ατάιστο, φτενό και αγχωμένο
πριν τα έδρανα του σούπερ μάρκετ;
Ποιός να σκεφτεί τη ζητιανιά απ” τους γειτόνους,
τα δανεικά απ” τους μπαρμπάδες·
ποιός να σκεφτεί και να μετρήσει παρακάλια;

Δεν έχει κάλλος το περπάτημά σου, θύμα.
δεν έχει τέχνη το ψαρό σου το μαλλί,
μήδ” ο ιδρώτας στην αξύριστη μασχάλη σου·
δεν έχει χρώμα ο ιδρώτας σου, σκλαβάκι,
δεν έχει ποίηση η τσίκνα σου, δούλα,
ούτε φινέτσα αυτό το χέρι που προσφέρει δυο πιάτα με φαΐ και δύο φρούτα·
ούτε και χάρη σα βαστά την παρασύρα.

Ποτέ δεν ήσουν έφηβη, χυμώδης και τσαχπίνα ή πουτάνα, σκύλα

Πώς να σου γράψουμε ποιήματα αν δεν μυρίζεις έρωτα μα μόνο τσίκνα ζέχνεις,
χίλιες μετάνοιες κι αν κάνεις δύο χόρτα να μαζέψεις, δύο πιάτα να μας ψήσεις;
Τί να μας νοιάζεις εσύ εμάς τους καλλιτέχναι,
των Ιδεών, των Στοχασμών;
Εμείς αναζητάμε το Ωραίο·
όχι το ταπεινό και το πεζό.
Αναζητάμε Έκσταση, όχι ματαίωση·
είμαστε Δημιουργοί, όχι φωτογράφοι.

Κι ούτε μας νοιάζουνε οι τύψεις σου, οι φόβοι σου, οι σκέψεις, οι ευχές σου:
μιαν αγκαλιά θε να σου δώσουμε,
εσύ για λίγο θα σφουγγίξεις εφτά δάκρυα,
(κι όταν σιγουρευτούμε ότι δε θα μας κρεμάσεις),
κι αρίδες θε” να ξ(αν)απλώσουμε
και θα φωνάξουμε «Πεινάωωω…».
Κι ώσπου να “ρθει το φαγητό απ” το ρομπότ,
εμείς θα γράψουμ” ένα ποίημα
που θα το λεν «Μελαγχολία» ή κάτι τέτοιο,
που θά “χει έξι «Ω…» και έξι «Αχ…»,
και θα “χει «φλοίσβους«, θα ΄χει «θλίψεις«, και «αισθήματα κενού«,
και θα “χει ήρωα ένα σπυριάρη
που περπατά σ” ένα πλακόστρωτο «αυτής της γκρίζας πόλης»,
και θα μιλά για περιστέρια» και πουλάκια και αρχίδια.

Δεν έχεις ποίηση κυρά μου.
Τράβηξε τώρα στην κουζίνα σου,
ή διάβασε τα Ευαγγέλια (θύμα),
ή άνοιξε την τηλεόραση, να κοιμηθεί η μοναξιά σου.
Μετά τους πάντες καληνύχτισε,
πάρε αγκαζέ το χτυποκάρδι το σφαγμένο:
τράβα κοιμήσου: άσε μας ήσυχους.
Αύριο να σηκωθείς στην ώρα σου,
και μόλις πιεις το καφεδάκι σου, στρώσου (δουλάρα) στη δουλειά
ώσπου να πέσει πάλι ο ήλιος.
Κι όλο ετούτο ως ν” αντέχει η καρδούλα σου,
κι ως το γηροκομείο, ή τη χαρτόκουτα ή τον τάφο
(κρέας).

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>