Βραβείο απολεσθέντων

Εζήλεψά την, κάποτε,
πίσω πλευρά “νος φύλλου
παραχωμένου στα ξερά,
που μάτι δεν την έπιανε στο ρούκουνα του δρόμου
– χωμάτινου, αδιάφορου γιομάτου ξεραΐλα·
αδιάβαστη αυτή η πλευρά, αδιάβαστο το φύλλο,
αδιάβαστη κι η ξερασιά
– γιορντάνι σε μια λιόριζα ξερή κι αποθαμένη
“πο χρόνους τώρα μακρινούς π” άνθρωπος δεν τη χάδεψε,
κι απότιστη κι ατάιστη σε ήλιου και συννέφου
το έλεος απόβλεπε μπας σκιας κι ανθίσει η σκια της
– μα δεν επολυζήλεψα.

Εζήλεψα ντον, κάποτε,
κι εκείνο το βαρκάρη
στου Άη Νικόλα τα νερά, παραμονή Πρωτοχρονιάς που έπλεε μονάχος
κι επέρναε κι εκέρναε τον παφλασμό στα σμήνη
και δυο διαβατες σαν κι εμέ το πράσιν” απ” το φως του,
και τη μεγαλειωδέστερη τη μοναξιά ανθρώπου
π” από τραπέζια μακριά κι από γνωστούς και φίλους,
με το κρασί και το ψωμί στου λιμανιού το τέμπλο
δίχως να ξέρει εχάρασσε κι εκείνος δέκα στίχους
γιομάτους απ” τα χρώματα μίας καρδιάς περήφανης, γυμνής κι ερημωμένης,
και κοινωνούσε άνεμο, ψαρίλα και κουμπάσο
– μα ούτε πολυζήλεψα.

Κι εζήλεψά το, κάποτε, του τάφου το μερμήγκι,
παραχωμένο στα υγρά, σε μάρμαρου και ξύλου
τα βιτριόλια να γυρνά, και μήδε φως του ήλιου
να εκρυφοχάρηκε ποτέ μήδε και μάνας γέλιο,
μ” απότρωε κι εφύλαττε στα δόντια του ανθρώπους,
και φαωμένους τσι “σπερνε στση γης την άσπρη μήτρα
να ξαναβγούνε ζωντανοί, να βγούνε και μερμήγκια
– μα δεν επολυζήλεψα.

Μα πιο πολύ εζήλεψα το σκύλο αυτό του δρόμου
που μ” ακολούθησε μακρά κι εμένανε και άλλους,
κι ό,που διαβάτη έβρινε με χνώτα να ταιριάζουν
μακρά τον ακολούθαε,
δίχως ποτέ αφεντικό και σπίτι και φαΐστρα,
δίχως γουλιά, δίχως μπουκιά ποτέ του να ζητήσει,
δίχως λυγμό και γάβγισμα και γρύλισμα και σκούξιμο
και άχτι,
με μοναχά αναπνοή, και με τη γλώσσα έξω
ζωγράφιζε τη ρότα του με σάλιο και με βλέμμα,
τον ουρανό εβάφτιζε.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>