Άγια φλόγα σ” ένα σπίρτο

Είναι φορές που τα θάματα της Αξίας και της Σύμπτωσης σου χτυπάν την πόρτα αγκαλιασμένα και ακριβώς την ώρα που κοιμάσαι και τίποτα δεν περιμένεις.

Είμαι στο σπίτι· βαριέμαι· ας πάω λέω μια βόλτα στ” αγαπήμενο μου σπορ: καφενείο των γερόντων και βιβλίο· πάω. Διαβάζω μέσα σ” έναν παράδεισο από κάπνα, τσίκνα και άλλες ευαγείς μυρωδιές, με τον ένα να γκαρίζει, με τον άλλο να ρεύεται, με τον άλλο να δημαγωγεί σα Δελαπατρίδης, με τον άλλο να κουφιοσυζητά, με τον άλλο να σωπαίνει, με το δείνα στραμμένο στην τηλεόραση, μ” έναν χωμένο περιπαθώς στην εφημερίδα κι έναν άλλο να τσουγκρίζει ουζάκια, μ” έναν άλλο να γεμίζει σφηνάκια, κάποιον άλλο να κοπανά τα πούλια στην ταβλιέρα, άλλον ν” αυνανίζει τα ζάρια, τον παράλλο να φέρνει ντόρθια και τον παράτέτοιο να κοπανά την κέντα στην τσόχα. Καθόμουν στον παράδεισο, που λες, με τον Άνθρωπο Χωρίς Ιδιότητες του Μιουζίλ. Και κάποια στιγμή σκεφτόμουν, ως επαγγελματίας μουσικός και ως μουσικός σκέτο, πόσο ωραίο θα ήταν αυτή τη στιγμή ν” άνοιγε κάποιος την πόρτα με μια κιθάρα, μ” ένα μπουζούκι, μ” ένα κάτι,, και δίχως να καλησπερίσει, δίχως να παρκάρει τ” όργανο σε μια γωνιά διά παν ενδεχόμενον,, και δίχως να χάσει χρόνο, απλώς ν” αρχίσει να παίζει και να τραγουδά εκεί μέσα,, με δίχως αξίωση άλλη απ” το να ομορφύνει, δίχως να το ξέρει, τη Στιγμή και την Παρέα· άντε και κάνα δίφραγκο ή κέρασμα μερακλίδικο. Και τα σκεφτόμουν όλ” αυτά γιατί σκεφτόμουν όλους εμάς τους «επαγγελματίες» «μουσικούς», τους «καλλιτέχνες», που ξέρουμε να χαμογελάμε ψεύτικα και να φαλτσάρουμε με στυλ και να γρατζουνάμε με καμάρι μόνον εάν κι εφόσον πέφτει προσυμφωνημένο τάλαρο ή αν υφίσταται γκόμενα στην πλησιέστερη παραλία.

Δεν περνάει ούτε ώρα. Κι άξαφνα ανοίγει η πόρτα,, και μια φτωχοντυμένη μεσήλικα, κάποια φτωχή λεβέντισσα με φανερά επάνω της τα σημάδια μίας δύσκολης ζωής, μπαίνει με την κιθάρα της στα χέρια. Και δίχως να χάσει ούτε στιγμή, και δίχως καν να χαιρετήσει ή να κοιτάξει, αρχινά…

Έξαφνα ο παράδεισος του καφενείου ήτανε κάτι παραπάνω από παράδεισος: σαν να μπήκε μέσα ο ίδιος ο Θεός και ν” άρχιζε να φροντίζει με τα ίδια του χέρια του τον κήπο του: μια παραπονιάρα φωνή, γρέζα, θλιμμένη μα ζωηρή, με ηπειρώτικη προφορά από κείνες τις σπάνιες που θα συναντήσεις στις υπέργηρες των πανάρχαιων πεντατονικών, μ” ένα μικρασιάτικο καημό και τεχνική, και μ” ένα θεϊκό, ολοζώντανο όσο και ιδιαίτερο βιμπράτο στα σκέρτσα και τις καταλήξεις της. Και μια φωνή και μουσική όλο ειλικρίνεια: με τα φαλτσάκια της, με ταραγμένο το ρυθμό της κιθάρας μα φιλότιμο· μ” εν συγχύσει τ” ακορντα όμως φιλότιμα. Ετούτη η γλυκιά βασανισμένη φωνή δίχως να κοιτάει κανέναν, δίχως να ζητάει κανέναν, προσγειώθηκε σαν πουλί με σπασμένα φτερά στο περβάζι των καπνισμένων ναυάγιων του καφενείου. Και νά σου τα σμυρνέικα.. και νά σου τα ηπειρώτικα.. και νά σου τα ρεμπέτικα.. και νά σου ο Καζαντζιδης.
Τα μάτια μου μετέωρα επάνω απ” τον Μιουζίλ· μα τί να διαβάσω; εφτακόσιες σελίδες μπροστά μου κι εφτακόσιες λέξεις η κάθεμιά τους· μα ποιά να μου τραβήξει την προσοχή που όλη μου η προσοχή, οι αισθήσεις, οι σκέψεις και αναπολήσεις ήτανε γητεμένες από τούτο το τυχαίο συναπάντημα της Σύμπτωσης με την Αξία στον παράδεισο της Στιγμής.
Έδωσα τον κερμάτινο οβολό μου στη λερωμένη νεράϊδα, στάθηκε για λίγο από πάνω μου στο ρεφραίν «μα εγώ δε ζω γονατιστός είμαι της Γερακίνας γιος» κι έπειτα πάρκαρε για κέρασμα μερακλίδικο στο βάθος μη σταματώντας να χαράσσει με τα πινέλα της τον άνεμο που έφτανε στ” αυτιά, τις ψυχές και τις αναπολήσεις μας.

Θα μπορούσα να τελειώσω αυτό το διήγημα που δεν είναι διήγημα αλλά αυτόσαρκη εμπειρία, με μια έμορφη λογοτεχική κατακλείδα ως λογοτεχνικά έγραψα και ό,τι προηγούμενο. Μα ούτε μου βγαίνει κάτι ούτε και λόγο έχω. Διότι ετούτο που νιώθω είναι ανολοκλήρωτο ως οφείλει να “ναι ό,τι σε ξεχειλίζει, σε υπερβαίνει και σου γεννά προσδοκία. Προσδοκώ λοιπόν τη μέρα που ο κάθε μουσικός θα χαρίζει την τέχνη του παντού αντί να την πουλάει κάπου· προσδοκώ τη μέρα που αντί για κοκάκηδες και τσιμπουκλούδες, τη μουσική θα μας τη χαρίζουν αυτοί που νιώθουν το στίχο και τον ήχο με την ψυχούλα τους και όχι με το μυαλουδάκι και την τσέπη τους· προσδοκώ τη μέρα που η μουσική θ” αφήσει τα σαλόνια και τα πάλκα και θα κατέβει σε μαχαλάδες και ναυάγιους.

Πες το

To email σου δεν φανερώνεται. Όπου * γράφεις υποχρεωτικά.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>